Μουσική Λοβοτομή:Τρεις γενιές τυλιγμένες με τη σημαία του νότου

Διαβάστηκε
Οι φωτογραφίες ανήκουν στην Αθηνά Δόϊκα.

«Υοung and old, three generations bold, we’ ve been told, it’s a Skynyrd Nation». Έτσι λέει το γαμημένο το τραγούδι που εισέπραξε το λιγότερο χειροκρότημα και ήταν το μοναδικό κομμάτι από τις νέες δουλειές των Lynyrd Skynyrd που ακούστηκε το βράδυ της Δευτέρας στο συμπαθέστατο γήπεδο του μπέιζμπολ στο εγκαταλελειμμένο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Και να φανταστεί κανείς ότι αυτό το τραγούδι είναι σαν ένα σημείωμα ευχαριστίας στα εκατομμύρια των fans ανά τον πλανήτη. Και πραγματικά, τρείς γενιές βρέθηκαν εκεί για να τους δουν: εξηντάρηδες με τα μεγάλα παιδιά τους, σαραντάρηδες με τα πιτσιρίκια τους, άγουροι έφηβοι, μερικές χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας διψασμένοι για αληθινό rock ’n’ roll. Γουστάρω να βλέπω αυτό το πέρασμα της δάδας από γενιά σε γενιά, αυτή την ατέλειωτη αλυσίδα του rock ‘n’ roll που συνδέει με μαγικό τρόπο τον πεινασμένο μαύρο μπλουζίστα του Μισισιπί του ’20 με τον σημερινό τσατισμένο πανκόσπορο της Αθήνας.



Όμως το κοινό εδώ, όπως και σ’ ολόκληρο τον κόσμο, δεν ήρθε για να ακούσει τα καινούργια τραγούδια που οι νέοι Skynyrd γράφουν και κυκλοφορούν εδώ και μια εικοσαετία. Ο κόσμος θέλει τα hits, θέλει ν’ ακούσει για τον καταγάλανο ουρανό της Αλαμπάμα, για το πουλί που δεν μπορεί να ζήσει στο κλουβί, για τη μυρωδιά του θανάτου, για την Τρίτη που έφυγε μαζί με τον άνεμο. Θέλει να ανεμίσει τη σημαία με τα δεκατρία αστέρια, να νιώσει τη γοητεία της ρεντνεκίλας που η απόσταση την κάνει να φαίνεται τόσο εξωτική και γοητευτική. Θέλει να γευτεί λίγο από το θρύλο του γκρουπ που έφυγε τόσο άδοξα στο απόγειο της καριέρας του και έχει περάσει στο θαυμαστό κόσμο της ροκ μυθολογίας.

Και αυτό ακριβώς μας έδωσαν το βράδυ της Δευτέρας: μια γεύση από μερικά από τα πιο κλασικά ροκ τραγούδια όλων των εποχών ποτισμένα με μπέρμπον και βουτηγμένα στην πλούσια μυθολογία του Αμερικανικού Νότου. Από μια μπάντα που εδώ και πολλά χρόνια υψώνει το μεσαίο δάχτυλο στην πολιτική ορθότητα και αψηφά το χρόνο και τα trends.
Eπί μιάμιση ώρα, ισοπέδωσαν το σύμπαν με τις τρείς κιθάρες τους που κάνουν τα περισσότερα κιθαριστικά γκρουπ να ακούγονται σαν προσκοπάκια και διέλυσαν κάθε κρυφή σκέψη όσων θα μπορούσαν να τους θεωρήσουν σαν μια ένοχη απόλαυση. Ένοχη απόλαυση; Φέρτε μου κι εμένα να ανεμίσω μια σημαία του Νότου ή έναν αναπτήρα να ανάψω στο «Free Bird». Kαι όλα αυτά με ένα ήχο πεντακάθαρο και επαγγελματικό και μια φιλική αντιμετώπιση προς το κοινό. Ήταν οι ίδιοι ο «Simple Man» που περιγράφουν σε ένα από τα επικά τραγούδια τους.

Το rock ‘n’ roll είναι η μοναδική μουσική που προσκαλεί το θάνατο και ταυτόχρονα τον αψηφά. Οι καταχρήσεις σε drugs, αλκοόλ, ή οτιδήποτε άλλο είναι η τρανή απόδειξη. Μια ώρα μετά τις τελευταίες νότες του «Free Bird» μια παρέα σαραντάρηδων καθόμασταν στο πάρκινγκ και μιλάγαμε για τον μοναδικό επιζήσαντα της αυθεντικής μπάντας, τον αμίλητο και αγέλαστο Gary Rossington που τα τελευταία δέκα χρόνια και βάλε κρύβεται κάτω από το καπέλο του λες και κρύβεται από τον θάνατο λες και του έχει ξεφύγει. Όλοι οι υπόλοιποι έχουν φύγει σταδιακά για να στήσουν τους original Skynyrd εκεί ψηλά, στο Νότο του ουρανού. Στην ουσία μιλάγαμε για το θρύλο που περιβάλλει αυτό το καταραμένο συγκρότημα. Ίσως όταν φύγει κι αυτός, οι Lynyrd Skynyrd θα πάψουν να υπάρχουν.

Κι όμως, αυτή η πιστή και αφοσιωμένη tribute band (γιατί αυτό είναι στην ουσία πάνω στη σκηνή) είναι τόσο ταγμένη, τόσο πεισματικά κολλημένη σ’ εκείνα τα στοιχειωμένα riffs που δημιουργεί ένα από τα πιο συναρπαστικά θεάματα που μπορείς να δεις σήμερα. Και πραγματικά, φεύγοντας από το Ελληνικό, αναρωτιόμουν ποιος θα αντικαταστήσει αυτούς τους σιτεμένους rockers όταν η φύση τους απαγορέψει να βγαίνουν και να τινάζουν τα ηχεία στον αέρα. Κάτι που νιώθω κάθε φορά που φεύγω από μια συναυλία του Springsteen, ή εκείνο που ένιωσα φεύγοντας από το live των AC/DC στο OAKA πριν από τρία χρόνια. 

Εντάξει, δεν μπορώ να πω ότι μόλις τελείωσαν ήθελα να τυλιχτώ με τη σημαία του Νότου, να περιλουστώ με Jack Daniels και να αυτοπυρποληθώ, αλλά, goddam που λένε εκεί κάτω, ένιωσα όπως είχα νιώσει όταν ήμουν παιδάκι και έπεσε στα χέρια μου εκείνο το συγκλονιστικό διπλό live, το «One More from the Road», και έβγαινα στο δρόμο και παραμιλούσα γι’ αυτό. Και για μένα, όποια μπάντα με κάνει να νιώσω έτσι είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει. Και ο λόγος που έκανα τόσες μαύρες σκέψεις είναι επειδή πέρασα τόσο καλά αυτή τη μιάμιση ώρα που άρχισα να ανησυχώ για το αν θα τους ξαναδώ.


Από
Αξιολόγηση Συναυλιών
Η οργάνωση
Τα τραγούδια του live
Το συγκρότημα - μουσικός
Η διάρκεια της συναυλίας
Ο ήχος
Ο κόσμος
Βαθμός συναυλίας8/10 (1)
Πες μας την γνώμη σου!
Για να αξιολογήσετε επιλέξτε το επιθυμητό αστέρι

Κωδικός επιβεβαίωσης, γράψτε τους χαρακτήρες που βλέπετε στην εικόνα

Λέξεις Κλειδιά
Σχετικά Άρθρα για σένα
Mix Grill Agenda
×

×
×
×
e-mail
Όνομα χρήστη
google profile
Όνομα
Επώνυμο
Ψευδώνυμο
Hμερομηνία γεννήσεως
Λίγα λόγια
×
Τρέχον συνθηματικό
Νέο συνθηματικό
Επαλήθευση νέου συνθηματικού
×
e-mail
Όνομα χρήστη
Συνθηματικό
Επαλήθευση συνθηματικού
google profile
Όνομα
Επώνυμο
Ψευδώνυμο
Hμερομηνία γεννήσεως
Λίγα λόγια