Μουσική Λοβοτομή: The big nose attack - Κάτι ωραίο μου μυρίζει εδώ

Διαβάστηκε

Μερικές φορές μου τη σπάει όταν ο πολύς ο κόσμος ανακαλύπτει κάτι που γουστάρω. Όταν μ’ αρέσει κάτι, θέλω να είναι δικό μου, να το απολαμβάνω εγώ και ελάχιστοι καλοί κι αγαπημένοι. Άλλες φορές πάλι θέλω να το μοιραστώ με όλη την πλάση, ακόμα και με τις άπειρες αλητογάτες που ζούνε στη γειτονιά μου, ακόμα και με τα συμπαθέστατα αδέσποτα του Συντάγματος. Θέλω ν’ αρπάξω εκείνο τον τεράστιο, απροσδιορίστου - λόγω βρωμιάς - χρώματος,  συμπαθέστατο κόπρο που συχνάζει έξω απ’ το McDonald’s και να του φωνάξω στο αυτί: «Μαλάκα μου, έχεις ακούσει τους Big Nose Attack; Μην τους χάσεις.» Άβυσσος η σχιζοφρενής φύση του ανθρώπου. Ειδικά του λοβοτομημένου. 

Τους παρακολουθώ εδώ και ενάμιση χρόνο περίπου, με πρώτη επαφή μαζί τους το φθινόπωρο του 2011 στο Blues της Πανόρμου. Ήταν λίγο ντροπαλοί ακόμα καθώς ήταν μια από τις πρώτες τους εμφανίσεις και ο Boogieman  προσπαθούσε να το καλύψει με αστειάκια, συνειρμούς και φλυαρία. Όταν όμως έπαιζε τη ρημάδα την κιθάρα με τα διάφορα πετάλια ή ακόμα κι εκείνο το κόκκινο γιουκελέλι, καταλάβαινα ότι είχα να κάνω μ’ έναν τύπο ταγμένο στη μανία του για τα απείραχτα αλλά και τα πειραγμένα blues. Ένα πραγματικό αρρωστάκι της μουσικής που φαντάζομαι ότι ξημεροβραδιάζεται στο youtube ακούγοντας παλιούς και νέους μπλουζίστες και μετά παίρνει την κιθάρα και παίζει μέχρι να λαλήσει ο ποιητικός κόκορας, ο little red, ή όποιος άλλος τέλος πάντων πρωταγωνιστεί σ’ εκείνα τα ξεχασμένα blues.



Καμιά εικοσαριά μήνες αργότερα και να τοι στο Six d.o.g.s. για να προμοτάρουν τον καινούριο του δίσκο. Είναι Πέμπτη, μια μέρα πριν τους Depeche Mode, και βλέπω με έκπληξή μου ότι η Εκκλησία της Μεγάλης Μύτης έχει μεγαλώσει σε πιστούς. Τους παρακολουθώ ανά τετράμηνο περίπου και κάθε φορά βλέπω όλο και περισσότερο κόσμο στα live τους. Και όταν αρχίζουν να παίζουν, καταλαβαίνω γιατί. Κάθε φορά και καλύτεροι, πιο άνετοι, πιο δεμένοι, πιο άρτιοι, με νέα κομμάτια και με φανερή αγάπη για τη θρησκεία του νεομπλούζ, της λευκής μπλουζομαυρίλας, ή ό,τι άλλο θέλεις να το πεις.

Βλέποντας το τροποποιημένο ακουστικό παλιού τηλεφώνου που χρησιμοποιείται σαν μικρόφωνο, το κομμένο τρομπόνι, την κιθάρα που είναι σαν να φτιάχτηκε από κουτί πούρων, στην ουσία βλέπω δυο μερακλήδες του ήχου που θέλουν να εξελίσσονται διαρκώς. Ο Boogieman και ο αδερφός του Little Tonnie είναι πλέον ένα επαγγελματικό - με την καλή έννοια - ντουέτο που μπορεί να σταθεί σε οποιαδήποτε σκηνή, ακόμα και στην Αμερική και την Αγγλία. Και αν θέλει κάποιος να τους συγκρίνει με τους πρώιμους Black Keys των δυο πρώτων άλμπουμ, εγώ θα του πω: Why the fuck not?

Και ένας από τους λόγους που δε θα δίσταζα να τους βάλω στην ίδια κατηγορία με τα big boys που πίνουν απ’ το δισκοπότηρο του Howlin’ Wolf, είναι επειδή ο Boogieman έχει βρει έναν έξυπνο τρόπο να τραγουδάει και να κρύβει την ελληνική προφορά του. Εντάξει, δεν ακούγεται σαν να κάνει διάλειμμα απ’ τη βαμβακοφυτεία ή το εργοστάσιο της Ford στο Ντιτρόιτ, αλλά δεν έχει κι αυτή την ελληνικούρα που σου καίει τα αυτιά.
Τίποτα δεν είναι καινούριο σ’ αυτό το πράμα που παίζουν. Υπάρχουν όμως εκατοντάδες χιλιάδες φρέσκα αυτιά ανά τον κόσμο που έχουν πάρει χαμπάρι πόσο σαγηνευτικά μπορεί να είναι εκείνα τα κομμάτια που ακούγανε οι πατεράδες και οι παππούδες τους. Θα ακούσεις και Tom Waits, και White Stripes, και Black Keys, και Howlin’ Wolf, και Seasick Steve, και RL Burnside και όλα τα κακά παιδιά της Fat Possum στον ήχο τους. Το ωραίο όμως είναι ότι τους ακούς χωρίς εκείνο το αναθεματισμένο «ναι-μεν-αλλά» στο πίσω μέρος τους μυαλού σου. Ακούς και γουστάρεις και δε σε νοιάζει αν αυτό το ριφ το έχεις ξανακούσει, ή εκείνη η μελωδία σου φέρνει κάτι άλλο στο μυαλό, ή εκείνο το τσαχπίνικο σκάσιμο στο ταμπούρο είναι από κείνο το δίσκο που μαζεύει σκόνη στο πάνω δεξιά ράφι της δισκοθήκης σου. Δεν το έκανες με τους Black Keys, δεν το έκανες με τους White Stripes, γιατί να το κάνεις με τους Big Nose Attack; Και όποιος μου βρει έναν καινούριο μουσικό που δημιουργεί κάτι νέο, φρέσκο, πρωτοποριακό και εντελώς δικό του, θα του βρω κι εγώ έναν έλληνα «έντεχνο τραγουδοποιό» που αυτοσαρκάζεται. Οπότε καλύτερα να μη χάνει κανείς απ’ τους δυο μας το χρόνο του.    

Αντί αυτού, ας χώσουμε τη μύτη μας στο νέο τους άλμπουμ, αυτό το μπλε με την άγκυρα, μωρέ.     

Από
Σχετικά Άρθρα για σένα
Το Mix Grill σας προτείνει
Mix Grill Agenda
×

×
×
×
e-mail
Όνομα χρήστη
google profile
Όνομα
Επώνυμο
Ψευδώνυμο
Hμερομηνία γεννήσεως
Λίγα λόγια
×
Τρέχον συνθηματικό
Νέο συνθηματικό
Επαλήθευση νέου συνθηματικού
×
e-mail
Όνομα χρήστη
Συνθηματικό
Επαλήθευση συνθηματικού
google profile
Όνομα
Επώνυμο
Ψευδώνυμο
Hμερομηνία γεννήσεως
Λίγα λόγια