Woodkid - The Golden Age

Μια γεύση από την πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά του Woodkid και μια ιστορία αγάπης
Διαβάστηκε φορες
1. Τι θα ακούσεις;
Ηλεκτρονική ποπ γεμάτη με κρουστά και πνευστά

2. Τραγούδια που πρέπει να ακούσεις;
I Love You , Ghost Lights, Where I Live, The Shore

3. Βαθμολογία;
9 / 10

Η πρώτη μου επαφή με το Woodkid (κατά κόσμον Yoann Lemoine) ήταν κάπου στις αρχές της χρονιάς. Τότε που πρωτάκουσα το “I love you”. Ένα τραγούδι καθηλωτικό, με ήχους που στοιχειώνουν. Τότε άκουσα κι ολόκληρο το Golden Age. Η εντύπωση που μου άφησε αρχικά ήταν μέτρια. Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, βαρυφορτωμένο συναισθηματισμό που ωστόσο μπορούσε να δικαιολογηθεί από την ύπαρξη του «τραγουδιού της χρονιάς». Κάποια πράγματα όμως θέλουν το χρόνο τους...

Δε θυμάμαι καν τους λόγους που με κινητοποίησαν να ξανακούσω το δίσκο. Τώρα πια όμως τους ευγνωμονώ. Ο πλαστικός, εύθραυστος και εν πολλοίς προσποιητός κόσμος των πρώτων ακροάσεων απέκτησε πλέον σάρκα και οστά. Μπόρεσα να δω το όραμα του Woodkid, να βιώσω τα συναισθήματά του και να ενθουσιαστώ με το αισθητικό αποτέλεσμα. Κάποιες φορές χρειάζεται απλώς μια στιγμή...



Το Golden Age μιλά για την αγάπη. Καθόλου πρωτότυπο. Το Golden Age έχει μαγευτική ενορχήστρωση από έναν άνθρωπο που ως τώρα περιοριζόταν να σκηνοθετεί βίντεο κλιπ για τραγουδίστριες του διαμετρήματος της Katy Perry. Το Golden Age είναι ένας αγνός, ειλικρινής δίσκος με εκρήξεις και στιγμές ηρεμίας, που σου ζητά να του αφιερωθείς.



Το Golden Age διηγείται ιστορίες. Μια από αυτές θα μπορούσε να πηγαίνει κάπως έτσι:

Το απέραντο μπλε μιας χαμένης αγάπης

Ο ήλιος λαμπύριζε καθώς καθρεφτιζόταν στα γαλαζοπράσινα νερά. Έμεινε και κοιτούσε με δέος τις εναλλαγές των χρωμάτων στους απαλούς κυματισμούς. Την αγαπούσε τη θάλασσα παρά το κακό που του είχε κάνει. Και πώς θα μπορούσε να μην την αγαπά. Δίπλα της, μέσα της, είχε περάσει τόσο όμορφες στιγμές. Θυμόταν τότε που κυνηγούσε το ηλιοβασίλεμα κι έτρεχε ως την άκρη του ορίζοντα για να διαπιστώσει ότι ο ορίζοντας δεν έχει άκρη. Ή την άλλη φορά που βάλθηκε να μετρήσει τους θησαυρούς της θάλασσας και πέρασε ώρες πολλές ανάμεσα σε πετραδάκια και κοχύλια. Την αγαπούσε τη θάλασσα κι ήξερε ότι κι αυτή τον αγαπούσε. Πώς του έκανε τόσο κακό;

Ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν μαζί με κάποιον στην παραλία. Για χρόνια ήταν το μυστικό του καταφύγιο, ένα λιμανάκι που αγκυροβολούσε την ψυχή του για να ξεπλυθεί από τη βρωμιά του κόσμου. Ήθελε να έρθει μαζί του εκεί. Να του δείξει τη σπηλιά που έκανε για πρώτη φορά έρωτα και το βράχο που έβαψε κόκκινο όταν παραπάτησε τρέχοντας να γυρίσει σπίτι του ένα βράδυ. Δεν ήθελε να έχει πια μυστικά.

Ήταν μια υπέροχη μέρα. Δεν υπήρχε ψυχή γύρω και οι ψυχές τους είχαν χώρο να απλωθούν και να τραφούν με την ομορφιά. Ξάπλωσαν στην άμμο κι άφησαν τον ήλιο να τους θρέψει. Σαν ίδρωναν, έκαναν μια βουτιά για να δροσιστούν και γυρνούσαν πίσω. Καμιά φορά τον έχανε από το οπτικό του πεδίο και ταραζόταν. Πότε ένα κύμα, πότε μια αδέσποτη ηλιαχτίδα παρενέβαιναν και τον έκρυβαν. Μα ήξερε ότι η θάλασσα τον εξερευνούσε, τον περιεργαζόταν, τον εξάγνιζε. Έκλεισε τα μάτια και άδειασε τη σκέψη του. Δεν ακουγόταν τίποτα και τότε, για μια μονάχα στιγμή, ένας υπόκωφος κρότος κι ένα κύμα. Έτρεξε, προσπάθησε να τον εντοπίσει καθώς τα νερά τραβιούνταν. Ένα χέρι μέσα στην αντάρα απλωμένο, μα φωνή καμιά. Βούτηξε και κολύμπησε μ' όλη του τη δύναμη. Φτάνοντας στο σημείο που τον είχε δει, κοίταξε γύρω μα δεν αντίκρισε παρά ήρεμα γαλαζοπράσινα νερά και τον ήλιο να παιδιαρίζει πάνω τους. Είχε φύγει. Η θάλασσα τον είχε πάρει για να τον κάνει άλλη μια χάντρα στο χρυσοποίκιλτο μενταγιόν της.

Γύρισε στην ακτή. Το νερό που έσταζε έμπλεκε με τα δάκρυά του που δεν έλεγαν να στεγνώσουν. Του ήρθε να καταραστεί τη θάλασσα, να πάρει αλυσίδες και μαστίγια σαν τον Ξέρξη για να τη δέσει και να την υποτάξει. το νερό χάιδεψε τα πόδια του. Όχι, δε μπορούσε. Ήταν πέρα από τις δυνάμεις του.

Την αγαπούσε τη θάλασσα και θα την αγαπούσε παρά το κακό που του έκανε. Πλέον, όταν βουτούσε να εξερευνήσει τους θησαυρούς της θα είχε το νου του μήπως δει τη ματιά του να λάμπει μέσα από τη χρυσή άμμο.



Το παρακάτω σκίτσο είναι εμπνευσμένο από το “ Run boy run”, ανήκει στη Natacha Bustos και προέρχεται από το Fuck Yeah Woodkid.



Το γκράφιτι της φωτογραφίας είναι εμπνευσμένο από το Golden Age, ανήκει στην ομάδα Cyrcle. και θα το πετύχετε κάπου στους δρόμους του Λος Άντζελες. Περισσότερες φωτογραφίες και πληροφορίες για το εν λόγω project στην επίσημη σελίδα της ομάδας.

Αξιολόγηση
Βαθμός άρθρου
10,0 / 10 (σε 2 αξιολογήσεις)
Για να αξιολογήσετε επιλέξτε το επιθυμητό αστέρι

Κωδικός επιβεβαίωσης, γράψτε τους χαρακτήρες που βλέπετε στην εικόνα

Διαβάστε ακόμα