Gimme 10: Οι επιλογές του Στυλιανού Τζιρίτα

Με αφορμή μια σειρά διαλέξεων/performance που θα παρουσιάσει από την Τρίτη 3 Δεκεβρίου, ο μουσικός, συγγραφέας, δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός παρουσιάζει τα αγαπημένα του άλμπουμ
Διαβάστηκε φορες
Γεννημένος το 1967 στην Αθήνα, ο Στυλιανός Τζιρίτας εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει performance σε Γερμανία και Ισπανία. Έχει εκδόσει διάφορα fanzines (Trash City, Κόρη Οφθαλμού, Σιδερένιο Ψωράλογο), έχει συμμετάσχει σε μπάντες και ηχογραφήματα (Feedbacking The Grass, Κωψοκέφαλοι, Trypanosoma κ.ά.), έχει γράψει (μόνος ή με παρέα) βιβλία (Βαμπίρ Βάδιζε Μόνος Σου, Elvis The King, U2: Η Θέα Από Την Κορυφή), έχει αρθρογραφήσει σε έντυπα (Ποπ & Ροκ, Fractal κ.ά.). Έχει, επίσης, επιμεληθεί εκδόσεις βιβλίων και άλμπουμ, έχει καθίσει πίσω από το μικρόφωνο διαφόρων εκπομπών και έχει κυκλοφορήσει δύο προσωπικά άλμπουμ, τα Κτιριολογία (2004) και A(r)mour (2013). Έχει έναν υιό, ένα καναρίνι και πολλά μαγνητόφωνα.

Αυτό τον καιρό, μπορείτε να διαβάζετε κείμενα του Στυλιανού Τζιρίτα στα Avopolis, Sonik, Ήχος, e-tetradio.gr, να τον ακούτε κάθε Σάββατο και Κυριακή, 6:00-7:00, παρέα με τον Χάρη Συμβουλίδη, στην εκπομπή Κόκκινος Πετεινός του ρ/σ Στο Κόκκινο (105,5FM) και να απολαμβάνετε τις μουσικές επιλογές του κάθε Παρασκευή βράδυ, στο καφέ-μπαρ Ο Μπαμπάς (Φαλήρου 53, Κουκάκι).

Με αφορμή έναν κύκλο διαλέξεων/performance με τίτλο "Οι Τελετουργίες Της Υπόγειας Κουλτούρας" που θα παρουσιάσει ο ίδιος στο υπερώο των εκδόσεων Γαβριηλίδη (βιβλιοπωλείο Ποιήματα & Εγκλήματα, Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι), με αρχή την Τρίτη 3 Δεκεμβρίου, το Gimme 10 ζήτησε από τον Στυλιανό Τζιρίτα να φτιάξει μια λίστα με τους αγαπημένους του δίσκους. Εκείνος ανταποκρίθηκε άμεσα και σήμερα σας παρουσιάζουμε με ιδιαίτερη χαρά τις επιλογές του.

1. The First Day - David Sylvian/Robert Fripp (Virgin, 1993)
Πώς καταφέρνει ένας άνθρωπος να φτιάχνει ισχυρότατες σε fuzz κιθάρες που όμως σε καμία περίπτωση δεν πάνε προς το heavy; Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να τραγουδάει για την αιώνια ειρήνη αλλά και για τους παρίες της κοινωνίας αυτής, ενόσω πίσω του βομβίζουν (με εκπληκτικό mastering) τα πάντα και ενώ ένας εκπληκτικός ντράμερ (βλέπε Jerry Marotta) συνδέει το fusion με τις ινδικές ράγκες;
Παραγωγοί > David Sylvian και David Bottrill (και μετά παραπονιόταν ο πρώτος ότι τον πατήκωσε ο Fripp στην παραγωγή, μάλλον του έκανε κανά από τα new age κόλπα του ο Άγγλος εκλεκτικιστής)



2. M.I.U. Album - The Beach Boys (Brother/Reprise, 1978) 
Ναι, ναι... μπορεί τα Smile και Pet Sounds να είναι τα αριστουργήματα και το Love You της επιστροφής του θείου Brian στα 70s να είναι ο αριστουργηματικότερος moog δίσκος που έγινε ποτέ, μπορεί το Friends να είναι συγκινητικό, μπορεί το Holland να είναι το ημιψυχεδελικό κράμα που μπορεί να σε αιχμαλωτίσει σε ανύποπτο χρόνο και το Sunflower να σε πιάνει θες δε θες επειδή απλά περιέχει τουλάχιστον 2 αριστουργηματικά τραγούδια ΑΛΛΑ εδώ έχουμε ένα street wise δίσκο που βρίθει από rock 'n' roll, υποψία ηχοληψίας θόλου, rock 'n' roll και πάλι ξαναλέω, ομορφοφτιαγμένο easy listening, ουράνιες συνδεσμολογίες στα φωνητικά και εκπληκτικές γέφυρες στην ανατολή και τη δύση των ρεφρέν και εν τέλει έχει καταλήξει να είναι το αγαπημένο δισκίο για περιπλανήσεις στο αστικό τοπίο.
Παραγωγός > Al Jardine, με τη βοήθεια του Ron Altbach (βλέπε όλοι μαθαίνουν από τον θείο Brian)

3. Here Come The Warm Jets - Brian Eno (Island, 1974)
Τι πραγματικά θέλετε να σας πω γι αυτό το δίσκο; Παίζουν μεταξύ άλλων οι Chris Spedding/Phil Manzanera/Robert Fripp/John Wetton/Andy Mackay/Lloyd Watson και Chris Thomas. Έχει το καθαρά καταστασιακής λογικής (για όνομα του θεού το solo αυτό) baby is on fire όπως και το μινιμαλιστικό και λυρικό και αφαιρετικό και όλα τα διαόλια του κόσμου αυτού εκπληκτικού On Some Faraway Beach... Τι άλλο θέλετε να εξηγήσω, για όνομα του θεού. Για να μη μιλήσω για το απίστευτης λογικής (και βουδιστικής για όσους δεν το έχουν πιάσει ακόμα) εξώφυλλο... 
Παραγωγός > Για μαντέψτε παρακαλώ



4. Come An' Get It - Whitesnake (Atlantic, 1981) 
Παλικαρίσιο και γεμάτο ηδονισμό hard rock. Κιθάρες που απηχούν το boogie woogie, το αγγλικό pub rock και ένα λαρύγγι που βρίσκεται στα καλύτερά του. Η μίξη του δίσκου ακολουθεί για πρώτη φορά τα αμερικάνικα πρότυπα παράγοντας εξεπίτηδες γηπεδικά κενά που γεμίζουν απο το αρειμάνιο μπάσο του Neil Murray.
Παραγωγός > Ο τιτανοτεράστιος (σε συγκεκριμένα επίπεδα όμως) Martin Birch




5. Άγιος Φεβρουάριος - Δήμος Μούτσης (Polygram, 1971)
Ο Μούτσης εφήρμοσε σε ανήκουστα για τα δεδομένα της εποχής χρόνο ενορχηστρώσεις και μίξη που είχαν περισσότερο να κάνουν με την ξένη δισκογραφική λογική παρά με τον παρελθόντα ελληνικό χρόνο. Σαφώς και έχει καταλάβει για πιο λόγο έβαζε την άρπα ψηλά στις ηχογραφήσεις του ο Ξαρχάκος της δεκαετία του 60 και ακολουθεί το παράδειγμά του. Ο Μητροπάνος παραδίδει τσακισμένες ερμηνείες ακριβώς πάνω στην προσπάθεια του να καταλάβει τις παρτιτούρες. Ο Μάνος Ελευθερίου παραδίδει κι αυτός με τη σειρά του μια σειρά στίχων που αφιονίζεται απο την ίδια στη σύμπραξη Ευρώπης και Ελλάδας μέσα της, αφήνοντας με έξυπνο τρόπο την Ανατολή πίσω της.
Παραγωγός > ο ίδιος (φυσικά)

6. Fried - Julian Cope (Mercury, 1984) 
Η παραισθητικότητα ξαναγυρνάει στην pop μετά από μια άνυδρη περίοδο όπου κυριαρχούσε η οργή και η νεύρωση. Ο Julian Cope βγάζει πια από τα σωθικά του όχι αλκοόλ αλλά λυσεργικό οξύ και πολύχρωμη λαμπάδα ήχου που είχε καρφωμένη στο κεφάλι του αλλά δεν μπορούσε να υλοποιήσει στους Teardrop Explodes μετουσιώνεται σε ένα μνημείο της σωστής χρήσης μιας στραβής βίδας που μπορεί να βρεθεί στον εγκέφαλο ενός ανθρώπου. Η μίξη ακολουθεί τη λογική της τούρτας στοιβάζοντας τα όργανα και οι πρίμες συχνότητες μπορεί να ηχούν πεπαλαιωμένες στις ημέρες μας αλλά η pop (;) του Cope είναι υψηλής τεχνικής και ελευθερώνει τον ακροατή από τέτοιες ηχογλυπτικές αγκυλώσεις.
Παραγωγός > Steve Lovell

7. Υπάρχω - Στέλιος Καζαντζίδης (Colubia, 1975)
Το εισαγωγικό spoken word του Καζαντζίδη δεν έχει προηγούμενο στην ελληνική δισκογραφία σε επίπεδο σημειολογίας και χρήζει επιτέλους μονογραφίας (την οποία και έχω βάλει στοίχημα να γράψω κάποια στιγμή). Ο Νικολόπουλος παίζει μπουζούκι με πολύ σκληρό χτύπημα στις χορδές και με στακάτο δεξί. Ξερές ερμηνείες στο μικρόφωνο και με μόνο πλην την λάθος επιλογή κρουστών σε κάποιες φάσεις είναι ο από τους πλέον ηχηρούς λαϊκούς δίσκους.
Παραγωγός > Χρήστος Νικολόπουλος





8. Eisen - David Jackman (Die Standt, 1999) 
Η ψυχή των Organum παραδίδει ένα μουσικό έργο που μόνο με τη φράση «μεγάλη μουσική’ μπορεί να χαρακτηριστεί. Μπομπίνες πεταμένες στο πάτωμα, ο απόηχος του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου και του τελευταίου οχυρού των ναζί, γίνεται στα χέρια του Άγγλου πειραματιστή ένας υπέροχος ρόγχος ήχου που συγκινεί με την εξεπίτηδες τοποθέτηση του τυχαίου ως εγγενές στοιχείου της διαδικασίας παραγωγής. 
Παραγωγός > ο ίδιος





9. Right Now! - Pussy Galore (Matador Records, 1987)
Το μητροπολιτικό ον είναι πια μια κατσαρίδα που κάνει το rock n roll να ηχει ως παραφθαρμένο καλέμι και σιδερόπροκα ταυτόχρονα. Ο Jon Spencer μπορεί να ακολούθησε groovy δρόμους αργότερα πολύ πιο πετυχημένους αλλά εδώ υπογράφει μαζί με Cafritz και Bert έναν χάρτη του σύγχρονου αστρικού κώδικα. Παρακμή και αμφεταμίνες σε ένα έργο που αξίζει να μελετηθεί ακόμα και στις ημέρες μας ένεκα της εκπληκτικής λογικής που ακολουθήθηκε στο συστηματικό (και όχι τυχαίο) cut up της μπομπίνας.
Παραγωγός > η μπάντα



10. Back In The USA - MC5 (Atlantic, 1970) 
Παραγωγή που αφαιρεί τα πάντα απο τις χαμηλές συχνότητες και όντως... η δυναμική είναι εκεί. Σας βατεύουμε τα σπίτια με rock 'n' roll. Οι κόρες σας θα έρθουν μαζί μας και οι υιοί σας θα μας ακολουθήσουν διότι είμαστε οι πλέον αλητρονιάν μπάντα στον κόσμο. Το εξώφυλλο λίαν επιτυχημένο ακριβώς επειδή είναι φωτό των παρασκηνίων με τη μπάντα να έχει παραδώσει ιδρώτα και νότες και να έχει μόλις αποσυρθεί με το χαμόγελο χαραγμένο με ηδονικότητα και ηδονισμό στο πρόσωπα των μελών της.
Παραγωγός > Jon Landau




11. Virgin Beauty - Ornette Coleman (Portrait Records, 1988)
Μπορεί το live στο Royal Albert Hall του 1962 να με έκανε το 1989 αφοσιωμένο οπαδό του για πάντα, αλλά αυτός ο δίσκος, εκτός του ότι όρισε ένα εκπληκτικό είδος που μόνο αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να ορίσει (βλέπε free funk)  και εκτός του ότι κατέχει την πρωτιά του πρώτου ηχογραφημένου σε digital λογική, εμπεριέχει ασκήσεις ύφους σε ρούμπες, country και ρούμπες. Ανυπέρβλητο και με μια από τις πλέον μυστηριώδεις μίξεις που αν και είναι flat στις πρώτες ακροάσεις εντούτοις φανερώνει αρώματα στις επόμενες και πολλαπλές επιστρώσεις που ακόμα ζαλίζουν με την πολυπλοκότητα όχι μόνο της αρχιτεκτονικής τους αλλά τελειώς και με τη ίδια την αρτιπαιξία όλων που συμμετέχουν. 
Παραγωγός > Denardo Coleman (ο υιός και ντράμερ του)