Αφιέρωμα στο Θόδωρο Αγγελόπουλο: Hμέρα 3η

3η ημέρα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας.
Διαβάστηκε φορες

Τρίτη μέρα του αφιερώματος στον  Θόδωρο Αγγελόπουλο στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας.
Το mixgrill και η Ανθή Δαμβουνέλη ήταν εκεί.

25.1(ημερα 3η)
21:45

Ταινία μικρού μήκους "Η εκπομπή", ασπρόμαυρη, (1968), 23´, O.V. Ελληνικά

Την ταινία προλόγισε ο Γιώργος Μπογδάνος, σπουδαστής της σχολής Σταυράκου.

Με μεγάλο ενθουσιασμό για το έργο που είχε αναλάβει ο νεαρός σπουδαστής, ξεκίνησε να παρομοιάζει την ταινία με το μάθημα σεναρίου που διδάσκονται στη σχολή. Τα κύρια χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένα σενάριο, δυναμική και ένταση από την πολύ αρχή, προκειμένου να κρατήσει σε εγρήγορση τον θεατη, καθώς και μια θεματική που να είναι εμφανής, αλλά  όχι ξεκάθαρη για το πόρισμά της.

Από τεχνικής άποψης, αναφέρθηκε  στο γεγονος πως η συγκεκριμένη ταινια είναι ιδιαίτερα μπροστά από την εποχή της, καθώς καταφέρνει να συνδιάσει στοιχεία από το ντοκιμαντέρ, τη νουβελ βαγκ, ίσως και την ζωγραφική ακόμη, όπου η αφήγηση και η διαλεκτική ενός ταμπλό σε οδηγούν σταδιακά, μέσα από την παρακολούθησή του στο επιθυμητό συναίσθημα.

Η ταινία
Πρόκειται για την αγωνία κάποιων δημοσιογράφων να παράγουν "θέματα" επίκαιρα και μοντέρνα για την Εκπομπή τους. Κάτι "πιασάρικο", που όταν δεν πετυχαίνει αυθόρμητα αποφασίζουν να το στήσουν.
Ο πρωταγωνιστής, ο άνθρωπος που επιλέγουν να είναι ο "ιδανικός άντρας" (αυτό είναι το θέμα της Εκπομπής), είναι ένα έρμαιο της εποχής του. Μέσα στη δίνη της αλλωτρίωσης της νέας, καπιταλιστικής εποχής, φαίνεται να είναι ο μέσος άνθρωπος αυτός που δεν κουβαλάει ιδιαίτερα προσόντα, ή εφόδια, ή κριτήρια επιλογής για οτιδηποτε. Ένα ακόμη θύμα του lifestyle που δημιουργείται εκείνη την περίοδο σε μια Ελλάδα ερειπίων.

Μια θεματική που από τότε δεν είχε σταματήσει να απασχολεί τον σκηνοθέτη. Μια θεματική που μέσα από τη μελαγχολία και την πικρή γεύση που σου αφήνει κλείνοντας, όσο διασκεδαστική κι αν φαινόταν στην αρχή, δεν παύει να απασχολεί μέχρι και σήμερα.



"Η Αναπαράσταση", ασπρόμαυρη, (1967), 110', O.V. Ελληνικά
Την ταινία προλόγισε η Εύα Στεφανή, επίκουρη καθηγήτρια του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ

Με πολύ λιτά λόγια και με έναν προσωπικό συνειρμό, η καθηγήτρια αναφέρθηκε στην ταινία, ως μια απο τις καλύτερες του παγκόσμιου κινηματογράφου και ίσως, ως την καλύτερη του ελληνικού. Τόλμησε να κάνει μια αντιστοιχία με έργα του μεγέθους του Ντοστογιέφσκι και του Γκόγκολ και σύγκρινε τη θεωρία του Τσέχωφ, πως "η αλήθεια πρέπει να καλύπτεται", με τη λογική της συγκεκριμένης ταινίας του Αγγελόπουλου.

Η ταινία
Μετανάστευση. Φευγιό. Από μια Ελλάδα παρηκμασμένη. Ερήμωση και ερείπια. Ελληνική επαρχία. Γερασμένη και μελαγχολική.

Ένας άντρας επιστρέφει από τη Γερμανία, όπου δούλευε ως μετανάστης, στο χωριό του, στην Τυμφαία Ιωαννίνων. Είχε αφήσει πίσω τη γυναίκα του με τα τρία τους παιδιά. Τους βρίσκει, όμως η "οικογένεια" και η επικοινωνία έχει χαθεί. Η γυναίκα έχει βρει εραστή, τα παιδιά του δεν τον αναγνωρίζουν. Οι κοινωνία κλειστή και σκληρή. Η επανένταξη δύσκολη. Ο άντρας που επιςτρέφει δεν είναι το θέμα. Αυτός είναι ένα φάντασμα. Απλά υπάρχει, περιφέρεται, προσπαθεί, υποτίθεται, να βρει τα πατήματά του. Όμως δεν προλαβαίνει. Η γυναίκα του με τον εραστή της αποφασίζουν να τον σκοτώσουν και  το κάνουν. Μέσα από μια σεκάνς προσπαθειών  να καλύψουν το ερωτικό έγκλημα, ο σκηνοθέτης μας αποκαλύπτει όλο το κοινωνικό και ψυχολογικό πλαίσιο του χώρου και του χρόνου.

Έπειτα αρχίζει η "αναπαράςταςη". Το έγκλημα αποκαλύπτεται και έτσι αρχίζει μια μακρόςυρτη γραφειοκρατική και σχεδόν τραγελαφική διαδικαςία ανεύρεσης του δολοφόνου. Γκροτέσκες ερμηνείες αστυνομικών, ανακριτών και δημοσιογράφων, που προσπαθούν απλά να κλείσουν την υπόθεση, μη λαμβάνοντας κανέναν βαθύτερο παράγοντα υπόψιν. Όπως άλλωστε συμβαινει και με τον μηχανισμό λειτουργίας όλων των θεμάτων και εργασιών της χώρας.



Μέσα σε όλα αυτά τα δρώμενα, πρωταγωνίστρια η γυναίκα. Η γυναίκα είναι αυτή που μας απασχολεί καθόλη  τη διάρκεια της ταινίας. Κι ενώ, στο μεγαλύτερο μέρος της δράσης εμφανίζεται με τον εραστής της, αντίστοιχα με τον άντρα της, ούτε και αυτός είναι το θέμα. Είναι άλλο ένα φάντασμα που σταδιακά εξαϋλώνεται. Ενώ αρχικά εμφανίζεται κάπως δυναμικός, περνώντας τη διαδικασία της συγκάλυψης, της ανάκρισης και τελικά της αναπαράστασης του εγκλήματος, σταδιακά φαίνεται να χάνεται μέσα στα κοινωνικά στερεότυπα, μέσα στις τύψεις, το ψέμα και τα λάθη του.

Ανάμεσα σε φαντάσματα, τους δυο άντρες, αλλά και όλους τους συντοπίτες της, οι οποίοι ως τέτοιοι παρουσιάζονται, μια γυναίκα αληθινή. Ανθρώπινη και με όλους της τους "δαίμονες" σε δράση, η οποία παλεύει και αντιστέκεται σε αυτό το σουρεαλιστικό πλαίσιο όπου ζει. Ή μήπως είναι η ίδια σουρεαλίστρια, που θέλει το πέραν να το φέρει στο τώρα; Σίγουρα,
καταστροφική. Αν οχι για τον ίδιο της τον εαυτό, οπωσδήποτε για εκείνο τον μικρόκοσμο. Καταστρέφει. Καταστρέφει για τον έρωτα. Καταστρέφει για τη ζωή. Σηκώνει το ανάστημά της με καθε τρόπο, με σιωπές, με ψέματα, με ξεσπάσματα και τέλος με παραδοχή, ποτέ όμως με αποδοχή.
 
Είναι πολλά τα θέματα που τίθενται. Κοινωνικά και πολιτικά: η οικονομική εξαθλίωση, η μετανάστευση, η επιστροφή στο τίποτα. Λέει χαρακτηριστικά στην αρχή της ταινίας ένας γέροντας του χωριού,"φεύγουν οι νέοι, τα χωριά ερημωνουν, μα οταν ερημώσουν τελείως τα χωριά και στις πόλεις καλά δε θα'ναι". Έπειτα, ψυχολογικά:  γιατί αυτή η γυναίκα καταφεύγει στον φόνο. Δε θα μπορούςε χωρίς αυτόν;
Θέματα οικογένειας: ποιές είναι τελικά οι δομές της ελληνικής οικογένειας, που πατάει και για που οδεύει;

Βάζοντας το μαχαίρι ως το κόκαλο, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, με μια όσο το δυνατόν απλή και μινιμαλιστική σκηνοθεσία, αφήνει τον θεατή να αποφασίσει μόνος του και να δώσει τις απαντήσεις του. Προσπαθεί και πετυχαίνει, τραβώντας απλά τα ξερακιανά, αλλά μεγαλειώδη τοπία των βουνών της Ηπείρου και τα ερειπωμένα χωριά της, να εστιάσει στη ζωή και στους ανθρώπους, οι οποίοι όμως, έτσι κι αλλιώς, είναι ανύπαρκτη. Αυτό όμως τον κάνει ρεαλιστικό και ουσιώδη.

Τα χαρακτηριστικά πολυφωνικά δημοτικά τραγούδια της Ηπείρου, το ανατριχιαστικό χρώμα του παραδοσιακού κλαρίνου του Χαλκιά, ακόμη και τα κουδούνια των προβάτων, απογειώνουν την ένταση στις στιγμές που πρέπει.

Τελικά, ένας άνθρωπος της πόλης, καταφέρνει να μας βάλει στον μικρόκοσμο της ελληνικής επαρχίας, να μας φανερώσει τη γυμνή αλήθεια της και να μας προβληματίσει για τη δομή της σε βάθος χρόνου, που φτάνει ως το σήμερα.

Η "Κοντούλα λεμονιά", με την οποία ξεκινάει και τελειώνει η ταινία, εκτός  του ότι είναι ένα από τα πιο δημοφιλή δημοτικά μας τραγούδια, προκαλεί ένα ρίγος και μια βαθιά μελαγχολία. Όμως θα μπορούςε αυτό, μαζί με άλλα, πολύ σημαντικά δημοτικά τραγούδια και ποιήματα της πατρίδας μας, να ενέπνευσαν τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τόσο στην προσέγγισή του στη θεματική της ταινίας, όσο και στα ποιητικά πλάνα.
Διαβάστε ακόμα