CineGrill: Ταινίες εβδομάδας 4/11 Α' Μέρος (+Bonus)

Οι κοινοί γνωστοί που είχαν κανονίσει εκείνο το ραντεβού σκοτώνονται σε αυτοκινητικό δυστύχημα & με ειδικό όρο στη διαθήκη τους αφήνουν την κηδεμονία του 12 μηνών παιδιού τους στο αταίριαστο ντουέτο.
Διαβάστηκε φορες


Η ζωή όπως την ξέρουμε / Life as we know it
(2010)
Σκηνοθεσία: Greg Berlanti
Σενάριο: Ian Deitchman, Kristin Rusk Robinson
Παίζουν: Katherine Heigl, Josh Duhamel, Josh Lucas
Διάρκεια: 114 λεπτά


Περπατημένος γκομενιάρης με μηχανή (σπάνιο το δίκυκλο στις ΗΠΑ) εμφανίζεται σαν τουρίστας για ραντεβού – στον ορισμό του αποτυχημένου πρώτου ραντεβού που στήθηκε μέσω κοινών γνωστών –  με γλυκόξινη σνομπ που γράφει στο κούτελο «θέλω να παντρευτώ τον κατάλληλο». Σε μια πολύ αστεία πρώτη σκηνή, μέσα σε 5 λεπτά, οι δυο τους έχουν αλληλομισηθεί και χαράξει αποκλίνουσες πορείες για να καλύψουν μια προφανή, και αμοιβαία, σεξουαλική έλξη. Η ιστορία λοιπόν γίνεται λίαν ενδιαφέρουσα: Οι κοινοί γνωστοί που είχαν κανονίσει εκείνο το ραντεβού σκοτώνονται σε αυτοκινητικό δυστύχημα (σημειωτέον το δυστύχημα ξεχνιέται ακαριαία) και με ειδικό όρο στη διαθήκη τους αφήνουν την κηδεμονία του 12 μηνών παιδιού τους στο αταίριαστο ντουέτο.

Ο μεν δεν χωνεύει τη δε και τούμπαλιν αλλά για χάρη της μικρής κάνουν τις σχετικές υποχωρήσεις και συγκατοικούν στο σπίτι του παιδιού. Το φιλμ έχει αδυναμίες, λογικά άλματα, τηλεοπτική κινηματογράφηση, άνιση ανάπτυξη χαρακτήρων και ό,τι εν τέλει μπορεί να συμπληρώσει κάνεις στη στήλη «μειονεκτήματα κλισέ χολιγουντιανής κομεντί», εντούτοις, αυτή εδώ στηρίζει τα στοιχειώδη στην πραγματικότητα (γιατί να είναι κακό οι πρωταγωνιστές του Χόλιγουντ να έχουν δουλειές που τις βλέπουμε;), ποντάρει σε δύο άγουρες για τον κινηματογράφο μούρες και πετυχαίνει, προκαλεί αυθόρμητα γέλια στο τρίγωνο ο νεαρός, η νεαρή και το παιδί και δικαιώνει αυτόν/η που διαβάζει τώρα την κριτική και αποφασίζει (δηλαδή, είναι διατεθειμένος/η) να κεράσει το έτερον ήμισυ σινεμά για να του/της δείξει κοίτα τι ωραία που περνούν κι αυτοί κουρκουμπινάκι μου και τι ωραίο μωράκι μωρέ είν' αυτό.

Στο περιθώριο βέβαια να σημειωθεί ότι το Χόλιγουντ επανέρχεται (έστω από απόσταση), μέσα στο ίδιο εξάμηνο, στη σχέση του παιδιού με τους φυσικούς ή μη γονείς του και στο πού οδηγείται η οικογένεια με πυξίδες κατασκευής 2010 (χωρίς να τίθεται ζήτημα σύγκρισης αναφέρεται το The Kids are Alright και το Mother and Child) ενώ, τέλος, είναι προφανές πια ότι τα τηλεοπτικά σεξουαλικά πρότυπα όπως διαμορφώνονται εδώ και καιρό από τις αμερικανικές σειρές και περνούν κατ’ αυτόν τον τρόπο στο πανί, ρυθμίζονται από τις θερμοκρασίες ψυχρών, απότομων, ανταγωνιστικών και υπερτροφικών Εγώ που απέκτησαν το δικαίωμα και ταυτόχρονα την υποχρέωση να πετούν στη μούρη του άλλου ό,τι αγένεια βρίσκουν εύκαιρη είτε επειδή έτσι τους είπε ο ψυχαναλυτής ότι θα προστατεύσουν την υγεία τους είτε επειδή «έτσι είναι». Ειδικά αυτό το τελευταίο. Με λίγα λόγια: Κλασική περίπτωση ρομαντικής κομεντί.

Red (2010)
Σκηνοθεσία: Robert Schwentke
Σενάριο: Jon Hoeber, Erich Hoeber, Warren Ellis, Cully Hamner (κόμιξ)
Παίζουν: Bruce Willis, Morgan Freeman, Helen Mirren, John Malkovich, Mary-Louise Parker
Διάρκεια: 111 λεπτά


Σκοτεινές μυστικές υπηρεσίες αποφάσισαν να εξαφανίσουν συνταξιούχους της CIA⋅ φυσικά, οι παλιοί δίνουν τον αγώνα τον καλό και οι νέοι είναι φλούφληδες. Η πρωταγωνιστική τετράδα – στην οποία αθροιστικά οι ηλικίες κάνουν σούμα πάνω από διακόσια – επανασυνδέεται ύστερα από μακρά περίοδο αδράνειας και «φυσιολογικής» ζωής για μια τελευταία αποστολή: να βρουν ποιοι τους θέλουν νεκρούς και γιατί, και επί τη ευκαιρία να μπουμπουνίσουν και κανέναν που τόσο τους έχει λείψει η αδρεναλίνη. Μισοδουλεμένη πλοκή, μισοδουλεμένοι διάλογοι, κωλοτούμπες και πυροβολισμοί που τους έχουμε ξαναδεί, μ’ έναν μειλίχιο, κουρασμένο από τη ζωή και με πλυμένες επιτέλους τις φανέλες του πολύ-σκληρό-για-να-πεθάνει να κάνει ατάραχος τα πιο μάγκικα δήθεν πρακτοριλίκια.

Την παρτίδα σώζουν κωμικά καρυκεύματα όπως ο Malkovich που παίζει έναν πρώην πράκτορα σαλεμένο απ’ το LSD και η απολαυστική Mary-Louise Parker (η οποία βάζει τα γυαλιά και στους 4 βετεράνους), αλατοπίπερο που νοστιμεύει μια ταινία που χωρίστηκε στα τρία: κωμωδία, δράση, ρομάντζο. Πουλώντας πολλές μπουνιές, ούζι και πεντέξι τηλεοπτικά αστεία με εξυπνακίστικο ύφος σκηνοθεσίας και γραφής, το Red μπαίνει πάνω-κάτω στην ίδια κατηγορία με το Kick-Ass, το Hot Fuzz και άλλα παρόμοια, στο ράφι με τα νεο-τουρλού που παίζεται ποιον ακριβώς προσπαθούν να κάνουν να περάσει καλά. Πιθανόν μια γενιά κάτω των εικοσιπέντε που μεγαλώνει με επιληπτικούς ρυθμούς εναλλαγής, ή διεμπλοκής, δύο ή περισσοτέρων διαθέσεων, ανάλογα με το τρίλεπτο youtube που «τρέχει» στο λάπτοπ. Με λίγα λόγια: Χαβαλές παρέας.

Somewhere (2010)
Σκηνοθεσία: Sofia Coppola
Σενάριο: Sofia Coppola
Παίζουν: Stephen Dorff, Elle Fanning
Διάρκεια: 98 λεπτά


Johnny Marco (Stephen Dorff): χολιγουντιανός αστέρας σε κρίση. Τη ζωή του θα ταρακουνήσει η κόρη του (Elle Fanning) όταν έρχεται να μείνει μαζί του σε υπερπολυτελές ξενοδοχείο στην Sunset Blvd εις LA. Η Sophia Coppola προφανώς μεγάλωσε τρώγοντας παγωτό στα καλύτερα ξενοδοχεία του πλανήτη ανάμεσα σε ξεβράκωτες στάρλετ και στον καναπέ του πατρικού της δίπλα στον Marlon Brando ή στον Al Pacino, έτσι υποθέτουμε ότι γνωρίζει από πρώτο χέρι το πώς η βιομηχανία του θεάματος εγκλωβίζει, καταπίνει και απομονώνει τους κατά καιρούς Johnny. 

Το ζήτημα όμως είναι ότι αντί να διαβάσουμε την ιστορία από την πλευρά της κόρης, τρώμε στη μάπα  την ανάγνωση του Johnny. Η ταινία σε μια πρόταση είναι το αδιάφορο βάδισμα του αδιάφορου Johnny σε αδιάφορα πλάνα που ντύνονται με αξιόλογη μουσική αλλά τα κενά γεμίζουν με αδιάφορους διαλόγους. Η σοβαροφάνεια με την οποία η σκηνοθέτις αντιμετωπίζει την ιστορία ανοίγει αμήχανες συναισθηματικές παύσεις στο πανί, στους ηθοποιούς και στους θεατές, παύσεις που αποκαλύπτουν το 100% τουριστικό βλέμμα της Coppola, ένα βλέμμα καρφωμένο στο πουθενά. Ο χαρακτήρας Bob Harris (Bill Murray) του ‘Χαμένοι στην μετάφραση’ επιστρέφει χωρίς τον Bill Murray, μένει πάλι σε χλιδάτο ξενοδοχείο, χοροπηδάει παίζοντας Nintendo wii, χάνεται μέσα στο ίδιο το Los Angeles και η Sophia Coppola θέλει να τον λυπηθούμε χωρίς να ’χει βρει ούτε το πώς, ούτε το γιατί.  Με λίγα λόγια: Σαν μεσημεριανή εκπομπή, σαν κρυφοκοίταγμα στη ζωή ενός διάσημου πασπαλισμένο με καλή ανατροφή, φράγκα και μπαμπά μεγαθήριο.

ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

BARA PRATA LITE / TALK (1997)
O Lukas Moodyson  στην τελευταία του μικρού μήκους, ένα χρόνο πριν από το εξαιρετικό Fucking Amal.



Επιμέλεια:
Ίων Παπασπύρου / Ζήσης Κοκκινίδης

Διαβάστε ακόμα