Έκτορας Κακναβάτος

Radio Propaganda: Ποίηση ακαταπαύστως

Φράση ακαραία και φράση πολύσημη, πολυσήμαντη, πολύτιμη. Ποίηση ακαταπαύστως. Φράση που αποτελεί εφαλτήριο πράξης. Φράση έλλογη και συνάμα παράφορη. Φράση του Έκτορα Κακναβάτου...
Διαβάστηκε φορες

Έκτορας Κακναβάτος

Φράση ακαραία και φράση πολύσημη, πολυσήμαντη, πολύτιμη. Ποίηση ακαταπαύστως. Φράση που αποτελεί εφαλτήριο πράξης. Φράση έλλογη και συνάμα παράφορη. Φράση του Έκτορα Κακναβάτου, του ποιητή. Ποίηση ακαταπαύστως. Δυο λέξεις, μύριες και άλλες μύριες και ακόμα πιο πολλές μύριες σημασίες. Ποίηση ακαταπαύστως. Έκτωρ Κακναβάτος. Άλλο δεν έκανε στη ζωή του, παρά ποίηση ακαταπαύστως. Γεννημένος πριν από εννέα δεκαετίες, το 1920, στον Πειραιά, ο Έκτωρ Κακναβάτος δόθηκε στην Ποίηση ολόψυχα, και μας έδωσε Ποίηση όλο ψυχή και ψίχα. Η Ψίχα της Ψυχής, η Ποίηση του Έκτορα Κακναβάτου.

Σπούδασε Μαθηματικά, από το 1937 έως το 1941, και, όπως θα έλεγε ο William S. Burroughs, καταπιάστηκε με την Άλγεβρα της Ανάγκης, καταπιάστηκε με την Ποίηση που ο ίδιος τη χαρακτηρίζει «το μεγάλο άθλημα της γλώσσας». Οι τότε κρατούντες δεν του επέτρεψαν να διδάξει στη Δημόσια Εκπαίδευση. Ήταν, βλέπεις, πεπεισμένα ενάντιος, σαν τα άνθη που ζωγράφιζε ο φίλος του, ο Νίκος Καρούζος. Εξορίστηκε, και αυτός, στην Ικαρία και στη Μακρόνησο.

Θυμίζω τι έγραψε για τον Έκτορα Κακναβάτο ο ποιητής Μάριος Μαρκίδης, στο περιοδικό Μανδραγόρας, το 1994: «Ο Έκτωρ Κακναβάτος και η “Fuga” του, που κάποιοι θηριοδαμαστές θαυμαστές είδα τελευταία να τη χαρακτηρίζουν εν πλήρει αθωότητι “πρωτόλεια”, είναι μεν ανυπότακτα υπερρεαλιστές, με την έννοια όμως που είναι ως εκ της φύσεώς του υπερρεαλιστικός ο ελληνικός λόγος, υπερρεαλιστικό το ελληνικό κλίμα κι η ελληνική θάλασσα με τα φύκια της που δεν έμεινε “μενουέτο θαλασσινό” να μην το χορεύουνε. Και με την έννοια επίσης που όλες οι “περιπολίες του ονείρου”, όπως μας λέει σε μιαν επόμενη συλλογή, τη “Διασπορά”, παραδίδουν “τα κλειστά τους παράθυρα στον όρθρο”. Αυτά τα θεωρώ εγώ ωραίες πρωτοβουλίες της ποιήσεως, ουσιώδη τεχνάσματα με τα οποία η ποίηση υποστυλώνει τη ζωή, καίρια σύναξη λέξεων δια της οποίας η ποιητική τέχνη υπηρετεί τον πατροπαράδοτο ρόλο της: να συμπαρίσταται στον “πόνο των πραγμάτων”, να σηκώνει το πένθος, να αναλαμβάνει με την ιαματική ηδύτητά της το μετερίζι που αφήνει πίσω της φεύγοντας απ’ τα ανθρώπινα υποκείμενα η ωμή ύλη κι εγκαταλείποντάς τα στο έλεος της γλώσσας… Στίχους όπως “Που είναι μια φλόγα/ να μας χαρίσει/ την ησυχία της τέφρας!”, τους θεωρώ άσο στο μανίκι του πανδαμάτορος λόγου, του λόγου που εκμεταλλεύεται για λογαριασμό της υποκειμενικότητας την εφεύρεση της γλώσσας».