Δημήτρης Κατσουρίνης

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Κατσουρίνη με αφορμή το πρώτο του βιβλίο «Φτηνά Μαργαριτάρια»

Συνομιλήσαμε με τον Δημήτρη Κατσουρίνη για τη διαδικασία συγγραφής του βιβλίου του, τη μουσική, τη λογοτεχνία και πολλά ακόμα.
Διαβάστηκε φορες
ftina cover
Ο Δημήτρης Κατσουρίνης αποτέλεσε ένα από τα σημεία αναφοράς του Mix Grill, με το οποίο συνεργάστηκε από το 2010 ως το 2014. Η στήλη του "Record Shuffle" παρουσίαζε κυρίως νέες soul και funk κυκλοφορίες, αλλά και αγαπημένες ηχογραφήσεις του παρελθόντος. Ενδεχομένως να έχετε διαβάσει κείμενά του και σε μουσικά περιοδικά και ιστοσελίδες, όπως τα Fractal Press, Jazz & Τζαζ και mixtape.gr, ενώ έχει φιλοξενηθεί στις διαδικτυακές ιστοσελίδες και ραδιοφωνικές συχνότητες των intersonik.net, mindradio.gr και Rock FM. Πριν από περίπου έναν χρόνο ο Δημήτρης παρουσίασε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Φτηνά Μαργαριτάρια» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οκτώ. Σε αυτό παρακολουθούμε τον Τζακ Πάλας, τραγουδιστή του πάλαι ποτέ εμβληματικού μουσικού συγκροτήματος «Φτηνά Μαργαριτάρια». Το συγκρότημα αποτελεί εδώ και χρόνια παρελθόν και ο Πάλας ζει απομονωμένος και εγκλωβισμένος στις αναμνήσεις του. Όμως, 25 χρόνια μετά όλα θα ζωντανέψουν όταν τα «Φτηνά Μαργαριτάρια» θα τραβήξουν ξανά τα φώτα της δημοσιότητας. Ο Πάλας θα κληθεί να αναμετρηθεί με τους φόβους και τις χίμαιρες μιας ζωής. Με αφορμή τα «Φτηνά Μαργαριτάρια» συνομιλήσαμε με τον Δημήτρη Κατσουρίνη για τη διαδικασία συγγραφής του βιβλίου του, τη μουσική, τη λογοτεχνία και πολλά ακόμα.

- Στο εισαγωγικό σου σημείωμα διαβάζουμε ότι το βιβλίο γράφτηκε μεταξύ 2011 και 2015 στην Αθήνα. Η ιστορία των «Φτηνών Μαργαριταριών» γράφτηκε εξαρχής με σκοπό να εκδοθεί σε βιβλίο; Πόσο σημαντική υπήρξε η υποστήριξη της οικογένειάς σου για να γίνει τελικά αυτό το βήμα;

Ναι, από πολύ νωρίς, από τα πρώτα κιόλας κείμενα, η ιδέα ήταν να γράψω ένα βιβλίο, ωστόσο ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ότι τελικά θα τα καταφέρεις. Αφήνεσαι στην ιστορία και περιμένεις να δεις αν θα σε οδηγήσει κάπου. Πέρασαν τουλάχιστον δύο χρόνια για να νιώσω ότι οι σελίδες που συσσωρεύονταν θα μπορούσαν να αποκτήσουν αρχή, μέση, τέλος, συγκεκριμένο προσανατολισμό και σαφείς στόχους. Έπρεπε να φτάσω στο 70-80% του κειμένου για να πω, ναι, τώρα βλέπω φως στην άκρη του τούνελ και καταλαβαίνω ακριβώς τι θέλω να πω.
Η υποστήριξη της οικογένειας μου ήταν σημαντική γιατί ένα τέτοιο εγχείρημα, εφόσον δεν αποτελεί κύρια απασχόληση, καταλαμβάνει τον ελεύθερο σου χρόνο και σε σπρώχνει στην εσωστρέφεια, τη στιγμή που οι άλλοι περιμένουν να είσαι εκεί. Άρα λοιπόν χρειάζεται υπομονή και ανοχή, την οποία και ευτύχησα να έχω, ιδιαίτερα από τη σύντροφο μου. Να σταθώ και στη σημαντική συμβολή της μητέρας μου, η οποία γράφει και η ίδια, αλλά εξαιτίας μιας χρονίζουσας συστολής εξακολουθεί να μην έχει εκδώσει. Διάβαζε το κείμενο στην εξέλιξή του και πέρα από την διαρκή ενθάρρυνση και παρακίνηση, είχε πάντα μια χρήσιμη συμβουλή να μου δώσει.

- Οι εκδόσεις Οκτώ στεγάζουν κυρίως δοκίμια και πραγματείες. Πώς προέκυψε η συνεργασία σου με τον εκδοτικό οίκο;

Βρέθηκα σε κάποιες παρουσιάσεις βιβλίων των Εκδόσεων Οκτώ, όπου διαπίστωσα ότι δεν εκδίδουν μόνο δοκίμια, αλλά έχουν τα μάτια τους στραμμένα και στη λογοτεχνία. Έστειλα το κείμενο και λίγες εβδομάδες αργότερα έλαβα θετική απάντηση. Θέλω να ευχαριστήσω τον Αλέξανδρο και τη Θάλεια, γιατί πίστεψαν στο κείμενο, του έδωσαν μορφή και υπόσταση και με μετέτρεψαν από κάποιον που γράφει σε κάποιον που εκδόθηκε. Έγραψα από την ψυχή και το μυαλό μου, με πλήρη και συνειδητή «άγνοια κινδύνου» περί των εκδοτικών και της όποιας εμπορικής διάστασης θα μπορούσε να έχει ένα τέτοιο εγχείρημα και θα εκτιμώ πάντα το ότι βρέθηκε κάποιος να το υποστηρίξει.

- Επέλεξες να τοποθετήσεις την υπόθεση του βιβλίου στην αγγλική μουσική σκηνή, κάτι που γίνεται σαφές προς το τέλος του. Ένιωσα ότι το γεγονός αυτό προσδίδει έναν τόνο ρεαλισμού, καθώς οι αναφορές της ιστορίας υποδεικνύουν τη Μεγάλη Βρετανία. Από την άλλη, το όνομα του συγκροτήματος «Φτηνά Μαργαριτάρια» και ο τίτλος του δίσκου, «Παλάτια στην άμμο», είναι ιδιαιτέρως εύηχα στα ελληνικά. Το πρωτότυπο θα ήταν “Cheap/Worthless Pearls”, που ομολογώ ότι δε με ενθουσιάζει. Μπήκες στον πειρασμό να τοποθετήσεις την ιστορία στην Ελλάδα;

Όντως, η Μεγάλη Βρετανία εμφανίζεται διακριτικά, μιας και δεν ήθελα το συγκεκριμένο γεωγραφικό πλαίσιο να μπει ανάμεσα στον αναγνώστη και τον πυρήνα της αφήγησης, εκεί όπου τουλάχιστον για εμένα βρίσκεται ο εσωτερικός κόσμος των ηρώων και κυρίως του Τζακ Πάλας. Στο μυαλό μου, ο καθένας μας μπορεί να ταυτιστεί με τις σκέψεις και τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών του βιβλίου, άσχετα από το αν έχει να επιδείξει μουσική καριέρα ή αντίστοιχες φιλοδοξίες. Εφόσον εξαρχής και αυθόρμητα επέλεξα να επενδύσω τα «Μαργαριτάρια» με τις συγκεκριμένες μουσικές της δεκαετίας του ‘80, όχι, δεν μπήκα στον πειρασμό να τοποθετήσω τη βάση της ιστορίας στην Ελλάδα, παρά μόνο κάποια πολύ συγκεκριμένα κεφάλαιά της προς το τέλος του βιβλίου.

Δημήτρης Κατσουρίνης

- Στο βιβλίο υπάρχουν αρκετά αναλυτικές περιγραφές τόσο του συγκροτήματος και των μελών του, όσο και ορισμένων δίσκων και τραγουδιών. Μάλιστα σκηνοθετείς και το βίντεο κλιπ της μεγάλης του επιτυχίας. Ποια μουσική άκουγες στο μυαλό σου, ποια συγκροτήματα σκεφτόσουν όταν έγραφες την ιστορία;

Ένα από τα πιο απολαυστικά κομμάτια της συγγραφής του βιβλίου ήταν ακριβώς αυτό, να δημιουργήσω ένα φανταστικό μουσικό group με μέλη, δισκογραφία και βίντεο κλιπ. «Χτίζοντας» το σύμπαν των «Μαργαριταριών» έζησα προσωρινά με τη γλυκιά ψευδαίσθηση ότι είμαι κι εγώ ένα κομμάτι του. Μέσω των μικρών αυτών αποδράσεων ουσιαστικά «στέγασα» μουσικές εμμονές και απωθημένα. Στο μυαλό μου έπαιζαν αγαπημένα ονόματα της δεκαετίας του ’80 (και λίγο του ‘90) και τα «Μαργαριτάρια» προέκυψαν ως μια ενστικτώδης συνισταμένη αυτών. Από τους Simple Minds και τους Talk Talk, στους Blue Nile και τους Tears For Fears και από τους Stone Roses, τους The Go-Betweens και τους Sound, στους Duran Duran και τους Ultravox.

- Δίνεις μεγάλη έμφαση στο ψυχαναλυτικό προφίλ των ηρώων σου. Μήπως η μουσική είναι απλώς η αφορμή για να πραγματευτείς θέματα αυτογνωσίας, διαχείρισης της επιτυχίας και γενικότερα ψυχισμού;

Το βιβλίο δεν αποτελεί μόνο το ερωτικό γράμμα που απευθύνω στη μουσική με την οποία μεγάλωσα, τη μουσική που αγάπησα και εξακολουθώ να αγαπώ. Ήθελα να στέκεται και ως αυθύπαρκτο μυθιστόρημα. Στα μυθιστορήματα που συνήθως με συνεπαίρνουν συναντώ χαρακτήρες με βάθος, χαρακτήρες ο ψυχισμός των οποίων είναι τελικά εκείνος που καθορίζει τις επιλογές τους. Ήθελα τα «Φτηνά Μαργαριτάρια» να διαθέτουν αυτή τη φιλοδοξία και ναι, έχεις απόλυτο δίκιο, η μουσική αποτέλεσε όχι μόνο τον στόχο, αλλά και την αφορμή για να καταπιαστώ με κάποια από τα αδιέξοδα που βρίσκουμε μπροστά μας μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας. Έννοιες όπως η αυτογνωσία, οι ψευδαισθήσεις, οι εμμονές, τα όνειρα και οι προσδοκίες που συχνά ματαιώνονται, οι ιδέες και η (ενδεχόμενη) απομυθοποίηση τους βρίσκονται στο επίκεντρο του βιβλίου.

- Μπορείς να μας καταθέσεις το προσωπικό σου top-3 επανασυνδέσεων μουσικών συγκροτημάτων; Παρακολούθησες κάποια από αυτές και αν ναι, ποια συναισθήματα σου δημιούργησε; Ποια φανταστική επανένωση θα ήθελες να ζήσεις, ακόμα και αν βρίσκεται μόνο στη σφαίρα του ανέφικτου (π.χ. Nirvana);

Όσο και να αντιλαμβάνομαι ότι η κυνική και πραγματιστική πλευρά πολλών επανασυνδέσεων δεν μπορεί να αγνοηθεί, εξακολουθώ να γοητεύομαι από την ανθρώπινη διάσταση και σε αυτήν θέλησα να εστιάσω γράφοντας. Ποιοι είναι οι άνθρωποι πίσω από τα εφηβικά μας πόστερ; Τι κάνεις όταν στα τριάντα σου θεωρείσαι ήδη ξοφλημένος και χθεσινά, μπαγιάτικα νέα; Από ποια ψυχολογικά στάδια περνάς; Πόσο εύκολο είναι να προσεγγίσεις μια κατάσταση εσωτερικής ηρεμίας και να επαναπροσδιορίσεις τους στόχους σου; Η πιο γλυκιά επανένωση των τελευταίων χρόνων που μπορώ να σκεφτώ είναι των Slowdive.  Δεν γνώρισαν ποτέ ιδιαίτερη επιτυχία, διαλύθηκαν γιατί η (τότε) εποχή φάνηκε να τους ξεπερνά, γλίστρησαν στην αφάνεια, χλευάστηκαν από κάποιους κριτικούς και ξαφνικά, πάνω από είκοσι χρόνια μετά, θεωρούνται σπουδαίοι, διαχρονικοί, επιδραστικοί. Δεν περιορίστηκαν μάλιστα στις συναυλίες, αλλά φέτος κυκλοφόρησαν και ένα εξαιρετικό album.
Άλλη μια επανένωση που στριφογύριζε στο μυαλό μου γράφοντας τα «Μαργαριτάρια» ήταν αυτή των The The, αναγνωρίζοντας βέβαια πώς η μπάντα αποτελεί ουσιαστικά το προσωπικό όχημα του Matt Johnson. Να λοιπόν, που και αυτό το comeback είναι έτοιμο να συμβεί μιας και οι The The θα δώσουν το ερχόμενο καλοκαίρι, έπειτα από πολλά χρόνια, συναυλίες στην Αγγλία και τη Σκωτία! Δυστυχώς, δεν θα καταφέρω να τους δω από κοντά, συνεχίζω όμως να παρακολουθώ από κοντά τα βήματα τους.
Τώρα στο πλαίσιο της δεκαετίας του ’80 (με λίγο από 90’s) θα ήθελα πάρα πολύ να γινόταν κάτι με τους Talk Talk. Δύσκολο πάντως μιας και ο Mark Hollis δείχνει να παραμένει αμετανόητα απομονωμένος!

- Το βιβλίο σου βρίθει μουσικών αναφορών, καθώς εκτός από τη θεματική του έχεις τιτλοφορήσει τα κεφάλαιά του με τίτλους τραγουδιών. Ας σταθούμε όμως λίγο και στη λογοτεχνία. Παραθέτεις αποσπάσματα από έργα των Francis Scott Fitzgerald και Jonathan Franzen. Επιλέχθηκαν άραγε για να ταιριάζουν στην ιστορία ή μήπως την καθόρισαν; Ποιους συγγραφείς απολαμβάνεις να διαβάζεις;

Stoner by John WilliamsΔιαβάζοντας, συνήθως σημειώνω με το μολύβι φράσεις που μου αρέσουν πολύ. Κάποιες εγγράφονται και στο υποσυνείδητο, χωρίς να το καταλάβω ή να το κάνω επίτηδες, για να εμφανιστούν ξαφνικά, εκεί που δεν τις περιμένω. Κάτι τέτοιο συνέβη και με τα αποσπάσματα  από τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ» και την «Ελευθερία» που παραθέτω στο βιβλίο. Λατρεύω τα βιβλία του Fitzgerald και του Franzen. Η διεισδυτική τους πένα έχει αφήσει τα σημάδια της μέσα μου, διευρύνοντας τον τρόπο σκέψης και την οπτική μου γωνία. Γράφοντας έφτασα σε ένα σημείο όπου συνειδητοποίησα ότι τα συγκεκριμένα αποσπάσματα και ταίριαζαν στην ιστορία, αλλά και με έναν αδιόρατο τρόπο επηρέασαν κάποιες πτυχές της.
Από εκεί και πέρα, το  τελευταίο βιβλίο που πραγματικά με συγκλόνισε ήταν το «Ο Στόουνερ» του John Williams. Πρόκειται για ένα απαισιόδοξο, μα βαθιά ρεαλιστικό αριστούργημα. Ανάμεσα στους συγγραφείς που απολαμβάνω να διαβάζω είναι και οι Henry James, Graham Greene, Aldous Huxley, Philip Roth, Paul Auster.

- Σε ορισμένα σημεία οι ήρωες σου περιγράφουν τη μουσική βιομηχανία με ιδιαίτερα μελανά χρώματα. Ποια είναι η γνώμη σου; Είναι ένα αναγκαίο κακό;

Θα ήταν μη ρεαλιστικό ένας καλλιτέχνης με την πορεία, τη διαδρομή, αλλά και το «εγώ» του Τζακ Πάλας να μην εκφράζει πικρία ή και οργή για τη μουσική βιομηχανία. Συνειδητοποιεί όμως και ο ίδιος, ότι οι μηχανισμοί που τον έκαναν στην άκρη, όταν η λάμψη του άστρου του ξεθώριασε, ήταν εκείνοι που αρχικά τον ανέδειξαν. Μέσα σε πέντε χρόνια βρέθηκε από την κορυφή στο πουθενά, από τις ιαχές των θαυμαστών του στην εκκωφαντική σιωπή, έζησε καταστάσεις που τον στιγμάτισαν και τον αποπροσανατόλισαν. Τώρα, έστω και με κάποια χρόνια καθυστέρηση, καταλαβαίνει ότι είναι πρωτίστως δικό του θέμα να ξαναβάλει τη ζωή του στις ράγες του χρόνου.

- Υπάρχουν γωνιές στην Αθήνα με κάτι από τη γοητεία του «Τούνελ της Τζαζ» ή του μπαρ «Buckley»;

Η μυθολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω από τα bar προέρχεται από την εσωτερική μας ανάγκη να χτίζουμε τα φρούρια των αποδράσεων μας, να οχυρωνόμαστε πίσω από τα τείχη τους και να βρίσκουμε τη γωνίτσα μας μέσα σε αυτά. Κάπως έτσι το θέτει και ο Μουρακάμι στο «Νότια των Συνόρων, Δυτικά του Ήλιου». Αυτή για μένα είναι η γοητεία τους και είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πολλά μέρη στην Αθήνα που δημιουργούν στους θαμώνες τους αυτήν ακριβώς την γλυκιά αίσθηση οικειότητας και θαλπωρής που προσπάθησα να προσδώσω στο «Τούνελ της Τζαζ» και στο «Buckley». Προσωπικά μιλώντας, ο κατάλληλος συνδυασμός καλής μουσικής και ωραίας κουβέντας πάντα βοηθά!

- Ανήκεις στο εργαστηριακό και διδακτικό προσωπικό του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Ποια μουσική ταιριάζει στα εργαστήρια όπου κυκλοφορείς; Υπάρχει κάποιο τραγούδι που να περιγράφει την κατάσταση της ελληνικής εκπαίδευσης και έρευνας; Είσαι αισιόδοξος για το μέλλον;

Kraftwerk
Όταν περνάς το μεγαλύτερο της ημέρας σου σε έναν χώρο, προσπαθώντας να δίνεις τον καλύτερο σου εαυτό λειτουργώντας δημιουργικά, οφείλεις να παραμένεις αισιόδοξος. Αλλιώς, αναπόφευκτα, τα υπαρξιακά θα έρθουν να σου χτυπήσουν επιτακτικά την πόρτα. Μιλώντας για εργαστήρια, θα έλεγα πώς η μουσική που ιδανικά τους ταιριάζει είναι αυτή των Kraftwerk. Ακριβής, αποτελεσματική, με βάθος και προσοχή στη λεπτομέρεια, πάντα δημιουργική και καινοτόμος. Με το συναίσθημα να υποδηλώνει διακριτικά την παρουσία του, πίσω από το κάπως πιο αυστηρό τεχνοκρατικό περίβλημα.

- Το βιβλίο σου διαπνέεται από ένα αίσθημα νοσταλγίας για το μουσικό παρελθόν. Δεν είναι σπάνιο να αναπολούμε μουσικούς και γενικότερα καλλιτέχνες περασμένων εποχών, αλλά μήπως έτσι υποβαθμίζουμε τη νεότερη γενιά; Πιστεύεις στη σύγχρονη μουσική;

Ξεκινώντας να γράφω, γαντζώθηκα από μια εικόνα, ένα συναίσθημα, μια ιδέα που με έκανε να νιώσω κάτι πολύ ιδιαίτερο. Ο συνδυασμός της pop της δεκαετίας του ’80 με μια μαγευτική, ερημική παραλία σε κάποιο νησί του Αιγαίου. Ολοκληρώνοντας τα «Μαργαριτάρια» συνειδητοποίησα ότι κατά κάποιο τρόπο το βιβλίο μιλά για τον χρόνο και τα σημάδια που στο πέρασμα του αφήνει πάνω και γύρω μας, χωρίς όμως τη διάθεση να προβάλλει νοσταλγικά ένα μυθοποιημένο παρελθόν έναντι ενός, υποτίθεται, άχαρου παρόντος. Μόνο που κακά τα ψέματα, όπως όλοι έτσι και οι ήρωες του βιβλίου είναι λίγο-πολύ παιδιά της εποχής τους και μεγαλώνοντας χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια και αυτεπίγνωση για να προσαρμοστούν στα σημερινά δεδομένα. Από εκεί και πέρα, ναι, πάντα υπάρχει χώρος για μια μικρή δόση νοσταλγίας, όχι μόνο για την ίδια τη μουσική, αλλά και για τον τρόπο πρόσληψης της. Τα περιοδικά, το καλό μουσικό ραδιόφωνο, οι τηλεοπτικές εκπομπές με τα βίντεο κλιπ, η αδημονία για την ημερομηνία κυκλοφορίας ενός καινούριου δίσκου και η μαγική στιγμή που επιτέλους καταφέρνεις να τον κρατήσεις στα χέρια σου. Εννοείται πάντως ότι η μουσική συνεχίζει και θα συνεχίσει να υπάρχει και πάντα θα συναντάμε νέους (και όχι μόνο) ανθρώπους που κάνουν καταπληκτικά πράγματα. Προσωπικά μιλώντας, το να παρακολουθώ τη σύγχρονη μουσική αποτελεί δραστηριότητα ζωτικής σημασίας. Είναι ένα από τα παράθυρα από τα οποία επιλέγω να βλέπω το σήμερα.

- Ποια θέση έχει η μουσική στη ζωή σου και ποια θεωρείς ότι πρέπει να έχει γενικότερα στη σύγχρονη εποχή; Είναι μήπως «ο λαμπρός ήλιος που ακτινοβολεί πάνω από τις πόλεις τα καλοκαίρια», όπως ήλπιζε ο πρωταγωνιστής σου, Τζακ Πάλας;

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό και τη ζωή μου χωρίς τη μουσική. Διαισθάνομαι όμως ότι στην εποχή μας η ασταμάτητη ροή πληροφορίας και η παρέλαση των gadget παραγκωνίζουν το περιεχόμενο. Η καλή μουσική ωστόσο εξακολουθεί να κυκλοφορεί εκεί έξω και μας περιμένει. Το στοίχημα πλέον δεν είναι να την ανακαλύψουμε, αυτό γίνεται ευκολότερα (γεγονός αναμφισβήτητα θετικό), αλλά μέσα από τον καταιγισμό να ξεχωρίσουμε τα ακούσματα που μας ταιριάζουν και να τους δώσουμε τον χρόνο που τους αξίζει για να γίνουν ο πολύτιμος σύντροφος μας. Και ναι, η μουσική μπορεί να είναι «ο λαμπρός ήλιος που ακτινοβολεί πάνω από τις πόλεις τα καλοκαίρια». Από τη μια όμως υπάρχουν και οι συννεφιασμένες μέρες κι από την άλλη αν κοιτάς συνέχεια κατάματα τον ήλιο χωρίς να κάνεις τίποτα άλλο, ε, ένα μικρό τσούξιμο στα μάτια θα το νιώσεις. Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων έπαθαν κάποιοι από τους κεντρικούς μας ήρωες.

- Τι προτιμάς για να ακούς μουσική: βινύλιο, cd, mp3 ή spotify; Με αφορμή αυτή τη συνέντευξη, ποιους δίσκους θα έβγαζες από τη δισκοθήκη σου για να μας τους συστήσεις ή υπενθυμίσεις;

Επιλέγω και τους τέσσερις τρόπους ανάλογα με την ώρα, τη στιγμή και το μέρος. Εφόσον η εποχή και η τεχνολογία μου δίνει τη δυνατότητα μέσω spotify να έχω στη διάθεση μου για ακρόαση όποια νέα και παλαιότερη κυκλοφορία θέλω, θα την αξιοποιήσω. Εφόσον στα διαδικτυακά ραδιόφωνα κυκλοφορούν πολλές αξιόλογες εκπομπές, θα τις ψάξω και θα ακούσω όσες περισσότερες μπορώ. Εννοείται επίσης πως τροφοδοτώ τακτικά το κινητό μου με mp3 για να ακούω στο δρόμο. Πάντα όμως θα αγαπώ και θα προτιμώ το χειροπιαστό: το βινύλιο και το cd. Έμαθα από μικρός να συνδέω τη συνολική μουσική εμπειρία και με το εξώφυλλο, το οπισθόφυλλο, τις σημειώσεις και τα credits ενός δίσκου και ομολογώ ότι τώρα είναι πολύ αργά τώρα για να αλλάξω.

Cocteau Twins – Head Over Heels (1983)
Χθες άκουσα τους παρακάτω δίσκους. Συμπτωματικά όλοι κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του ’80, είναι όμως αρκετά διαφορετικοί μεταξύ τους. Δεν είναι απαραίτητα οι αγαπημένοι μου όλων των εποχών, ήταν όμως αυτοί που ήθελα να ακούσω χθες.
Nick Heyward – North of a Miracle (1983)
Ένα ντελικάτο και παραγνωρισμένο pop κομψοτέχνημα από τον τραγουδιστή των Haircut 100.
Green οn Red – Gas Food Lodging (1985)
Μια διαφορετική αλλά εξίσου γοητευτική ενότητα της μουσικής των 80’s. 
Cocteau Twins – Head Over Heels (1983)
Έχω κολλήσει τον τελευταίο καιρό και τους ανακαλύπτω ξανά album προς album. 
Επίσης, το τραγούδι του 2017 που δεν χορταίνω είναι το "Pain" των War On Drugs. Πρόκειται για ένα πολύ γενναιόδωρο, μελωδικά, τραγούδι.  Νομίζω ότι και ο Τζακ Πάλας θα το ζήλευε!

- Πόσο πιθανό είναι να συζητάμε ξανά σε τρία χρόνια για το δεύτερο βιβλίο σου;

Ξέρεις, πέρασα τόσο χρόνο με τον Τζακ, τη Λίντα, τον Τζόννυ, τον Νικ και τον Τζεφ, που για καιρό μετά το τέλος της συγγραφής του βιβλίου μού ήταν δύσκολο να αφοσιωθώ σε έναν νέο χαρακτήρα ή μια νέα υπόθεση. Πλέον αισθάνομαι πιο έτοιμος. Μόνο που η ζωή μου έχει αλλάξει ριζικά από την εποχή που έγραφα τα «Μαργαριτάρια» και προς το παρόν προσπαθώ να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα. Η πρόθεση, η εσωτερική ανάγκη και οι ιδέες υπάρχουν. Ο ελεύθερος χρόνος όμως λείπει και τον ψάχνω. Το ελπίζω, το εύχομαι, δεν θέλω ούτε να σκέφτομαι ότι δεν θα υπάρξει επόμενο βιβλίο, αλλά θα δούμε! Ούτως ή άλλως, αν έχω κάτι μάθει σε αυτή τη ζωή είναι ότι ποτέ δεν μπορείς να μιλάς με βεβαιότητες. Ή αν προτιμάς, αυτή είναι η μοναδική βεβαιότητα που επιτρέπω στον εαυτό μου.

Εκδόσεις Οκτώ
Πρώτη Έκδοση: Νοέμβριος 2016

Μπορείτε να ακούτε την μουσική εκπομπή Off the record του Δημήτρη Κατσουρίνη στο Intersonik.net. Ακολουθήστε επίσης τη σελίδα του στο mixcloud και

Αξιολόγηση
Βαθμολογήστε το άρθρο
Για να αξιολογήσετε επιλέξτε το επιθυμητό αστέρι

Κωδικός επιβεβαίωσης, γράψτε τους χαρακτήρες που βλέπετε στην εικόνα

Διαβάστε ακόμα