«Οι Δούλες» του Τέχνης αξίζουν προσοχής

Διαβάστηκε
Την πρώτη μου επαφή με το Ζαν Ζενέ και το συγγραφικό έργο του την είχα μόλις πέρσι, ακριβώς εξαιτίας της συγκεκριμένης παράστασης. Πρόσφατα, σε μια πολύωρη συζήτηση περί του συγγραφέα, οι γνώσεις μου εμπλουτίστηκαν ως προς την πολυτάραχη και, για τους πιο ανοιχτόμυαλους, αξιοζήλευτη ζωή του. Επιπλέον, πληροφορήθηκα πως «Οι Δούλες» και το κείμενό τους, πολύ συχνά χρησιμοποιείται από νεαρές κοπέλες που προσπαθούν να κατακτήσουν θέση σε κάποια εκ των ανώτερων δραματικών σχολών της χώρας. Τέλος, στην παράστασή της, η Μαριάννα Κάλμπαρη, σκηνοθέτης και ηθοποιός στον ρόλο της Κυρίας του σπιτιού, προτού οι Κάτια Γέρου και Κωνσταντίνα Τάκαλου φορέσουν τις μαύρες αμφιέσεις, τις ψηλές μέχρι το γόνατο κάλτσες και τα θαμπά τους παπούτσια, ενημέρωνε το κοινό πως ενώ ο τίτλος του έργου στη Γαλλία ήταν «Οι Υπηρέτριες», στη χώρα μας έχαιρε της ατυχούς μετάφρασης «Οι Δούλες». Σίγουρα, κάποιοι θα τρέψουν να αθωώσουν τον Οδυσσέα Ελύτη που επιμελήθηκε τη μετάφραση προ πεντηκονταετίας, άλλοι πάλι, ελαφρώς κακοπροαίρετοι, θα αναφερθούν στην κοινωνικοπολιτική κατάσταση της Ελλάδας την τότε εποχή, καθώς και της παρείσφρησης, ακόμη και με αυτό τον τόσο καλά καλυμμένο τρόπο, του ρατσισμού και των κοινωνικών κατηγοριοποιήσεων του λαού σε προεξέχουσα και μη τάξη. Μη ξεχνάμε πως μπορεί το θέατρο να ξεκίνησε ως μορφή εκπαίδευσης του όχλου, αλλά για πολλά χρόνια, από το Διαφωτισμό και μετά, το θέατρο απευθυνόταν στους έχοντες.



Προσωπικά, στην παράσταση του Υπογείου του Θεάτρου Τέχνης πήγα κάπως κακοπροαίρετος έχοντας δει το καλοκαίρι την προηγούμενη δουλειά της σκηνοθέτιδας της παράστασης και καλλιτεχνικής διευθύντριας του θεάτρου. Όμως, σε αντίθεση με τη «Μήδεια» που το εκσυγχρονισμένο στυλ της και η εκμοντερνισμένη παρουσίαση ενός μύθου βαθιά ριζωμένου στην ψυχή και την ταυτότητα της παγκόσμιας Τέχνης, δυσαρέστησε, ξένισε και απέστρεψε το βλέμμα πλήθους κόσμου, «Οι Δούλες» αναδύθηκαν από ένα διαφορετικό Σύμπαν. Με εξαιρετικά λεπτομερειακή προσέγγιση στην εκφορά του λόγου των δύο πρωταγωνιστριών, εμφανέστατη χημεία μεταξύ τους και έξυπνα δομημένη κλιμάκωση του δράματος, η Κάτια Γέρου ως η μεγάλη αδελφή Σολάνς και η Κωνσταντίνα Τάκαλου ως η μικρότερη Κλαιρ, πέρα από μαθήματα υποκριτικής για κάθε νέο/α ηθοποιό, ανατρίχιασαν, χωρίς υπερβολές, το κοινό με τις ερμηνείες τους. Την ατμόσφαιρα συμπλήρωνε η πληθωρική σκηνοθέτιδα που, εμφανιζόμενη στη σκηνή, έμοιαζε περισσότερο να την κατακτά, σβήνοντας από το προσκήνιο τις δύο άλλες γυναίκες, παρά να ανεβαίνει για να πει μερικές ατάκες με δυναμισμό και ένταση.

Η ιστορία των δύο αδελφών, της Κλαιρ και της Σολάνς, συλλήφθηκε απ’ το Ζενέ όταν εκείνη τη χρονική περίοδο είχε γνωστοποιηθεί πως στο Λε Μαν του 1933, δύο υπηρέτριες, οι αδελφές Κριστίν και Λέα Παπέν, σκότωσαν την εργοδότρια τους. Ο συγγραφέας, λοιπόν, τοποθετεί τις δικές του πρωταγωνίστριες στο σπίτι μιας πλούσιας κυρίας και του καταπιεστικού εραστή της, που εξαιτίας της δημοσιοποίησης αποσπασμάτων από την αλληλογραφία της κυρίας, που έδιναν στοιχεία για παράνομες δραστηριότητες του συγκεκριμένου άντρα, εκείνος προφυλακίστηκε. Αυτό, όμως, που σύντομα γίνεται γνωστό είναι πως οι δύο αδελφές ευθύνονται για τη διαρροή των γραμμάτων, γεγονός που αν μαθευόταν από την εργοδότριά τους, δε θα είχε καθόλου καλή κατάληξη για τις δυο γυναίκες. Εκείνες, προσπαθώντας να αποδιεγείρουν το θυμό τους για την καταπίεση που υφίστανται, κάθε βράδυ οργανώνουν το δικό τους, εσωτερικό, παιχνίδι, επιδιδόμενες σε μια αναπαράσταση της δολοφονίας της κυρίας τους, πράξη που θα τις έφερνε πιο κοντά στην ελευθερία τους, ειδικά τώρα που ο εραστής είχε εκδιωχτεί. Όμως, τα σχέδιά τους χαλάνε, ο άντρας αφήνεται ελεύθερος και, γεμάτος νεύρα, επρόκειτο να ψάξει και να εκδικηθεί τους πληροφοριοδότες. Αυτό γεμίζει φόβο τις αδελφές, οι οποίες προσπαθούν να επιταχύνουν τη διαδικασία δολοφονίας της κυρίας τους, αλλά, αποτυγχάνοντας, τελικά, η μία εκ των δυο βρίσκει τραγικό τέλος, αυτοκτονώντας.



Η Κάλμπαρη προσέγγισε τους δυο ρόλους των υπηρετριών σε ένα πλαίσιο με έντονες και εμφανείς αντιθέσεις μεταξύ τους. Αιτιολογώντας, υφολογικά κυρίως, το συσχετισμό μεγάλης και μικρής αδελφής, δημιούργησε ένα αυτοτελές Σύμπαν για τις δύο γυναίκες, αποστασιοποιώντας τες απ’ το χωρόχρονο του θεάτρου. Η Κλαιρ και η Σολάνς βίωσαν την ιστορία τους σα να συνέβαινε τη στιγμή της παράστασης, ενώ η οπτική τους ομοιότητα ως προς το ύψος, τα κιλά, το κοντό, καρέ μαλλί, το ελαφρύ βάψιμο, τις ολόιδιες φορεσιές και την παραπλήσια ηλικία συνετέλεσαν στην εξωτερίκευση ενός δυισμού που πολύ εύκολα θα μπορούσε να αποτελεί ταυτοπροσωπία. Οι δυο γυναίκες συμπλήρωναν, βοηθούσαν και κατέκριναν τόσο πολύ η μία την άλλη που έμοιαζαν σα μια οντότητα, διαχωρισμένη σε δύο σώματα. Κάτι παρόμοιο, ούτως ή άλλως, είχε δημιουργήσει η σκηνοθέτιδα και στη «Μήδειά» της, διαχωρίζοντας τον θυμικό και γεμάτο ορμές χαρακτήρα από τον άλλο, τον πιο μητρικό και ανθρώπινο. Τέλος, το πλαίσιο αυτό ολοκληρωνόταν με τη χρήση καθρεφτών σε κάθε σημείο της σκηνής, αφού είχε επιλεγεί μια αντανακλούσα μοκέτα και ένα λείο, μεταλλικό τραπέζι ως σκηνική ατμόσφαιρα, απεικονίζονταν ακόμη πιο έντονα την ιδέα πως τελικά οι δύο αυτές γυναίκες ήταν έγκλειστες του ίδιου τους του εαυτού.

Σε μία από τις πιο εντυπωσιακές σκηνές της παράστασης, η κυρία δώρισε στη μία εκ των αδελφών, ένα από τα καλύτερα φορέματά της πολύ μεγάλης αξίας, προσπαθώντας υλιστικά να δείξει την αγάπη της προς εκείνες. «Έχω τις πιο πιστές υπηρέτριες του κόσμου!» φώναζε, με το κοινό να βγάζει ένα πνιχτό γέλιο γνωρίζοντας τις δολοπλοκίες και τα σχέδια των δύο υπηρετριών. Αποκαλύπτοντας, λοιπόν, το πίσω μέρος της σκηνής, με το δικό του, ανεξάρτητο φωτισμό, παρουσιάστηκε το μεγαλοπρεπές φόρεμα να δεσπόζει, χρυσοποίκιλτο και εντυπωσιακό. Πάντως, ίσως η πιο εντυπωσιακή σκηνή να υπήρξε εκείνη του μονολόγου της Σολάνς, η οποία, έχοντας, θεατρικά, σκοτώσει την Κλαιρ, στα πλαίσια του παιχνιδιού τους, και βρισκόμενη σε συναισθηματικό ντελίριο, φωνάζει, χλευάζει, αναπολεί και αναρωτιέται για ποιο λόγο πρέπει να ζήσει μια τέτοια ζωή. Με ένα γαλλικό μουσικό κομμάτι να συμπληρώνει τη στιγμή αυτή, η Κάτια Γέρου ήταν πραγματικά συγκλονιστική, φτάνοντας σ’ αυτό το εκρηκτικό της ζενίθ διαμέσου μιας εσωτερικής πορείας, γλαφυρά απεικονισμένες σ’ ολόκληρο το εύρος του κειμένου, αλλά και στα λόγια του χαρακτήρα της, ευφυώς γραμμένα απ’ το Ζενέ. Το να επιτυγχάνεις μια θεατρική κορύφωση δε αποτελεί κάτι το τόσο δύσκολο σε σχέση με τη συνέπεια στη διαδρομή μέχρι εκεί, γεγονός που χρειάζεται σίγουρα εμπειρία και άρτια τεχνικής, στοιχεία που σίγουρα διαθέτει η πολύπειρη ηθοποιός.



Κλείνοντας, «Οι Δούλες» του Ζαν Ζενέ στο Υπόγειο του θεάτρου Τέχνης σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη, αποτελεί μια παράσταση που προτείνω ανεπιφύλακτα να την προσθέσετε στο πρόγραμμά σας. Προσεγμένο και με ένα κάποιο δέος προσεγγισμένο από τη σκηνοθέτιδα και τις πρωταγωνίστριές της, το συγκεκριμένο έργο-σταθμός στη σύγχρονη θεατρική δραματουργία κατέχει περίοπτη θέση στο είδος του. Επίσης, αποτελεί «ύμνο» σ’ όλες εκείνες τις καταπιεσμένες γυναίκες που αγωνιούν να σπάσουν τα δεσμά τους και να αναπνεύσουν ελεύθερες επιτείνοντας το ανάστημά τους σε οποιοδήποτε «αφεντικό». Δεν ήταν τυχαίο πως τη μέρα που παρευρέθηκα στο θέατρο της Στοάς Πεσμαζόγλου, το κοινό κατά τη μεγάλη πλειονότητά του απαρτιζόταν από γυναίκες. Πάντως, μια πολύ όμορφη λεπτομέρεια υπήρξε η επιλογή της έναρξης να γίνει με τις δυο ηθοποιούς να εμφανίζονται χαλαρές και άντυτες στη σκηνή, χαιρετώντας ακόμη και άτομα από το κοινό, ενώ στο τέλος, με τη σκηνή να αδειάζει απόλυτα από τους σπουδαστές της Σχολής/βοηθητικούς συντελεστές της παράστασης και τις δύο γυναίκες να αγκαλιάζονται σφιχτά, να κάθονται κάτω για μερικά δευτερόλεπτα ενόσω περιμένουν τη σκηνοθέτιδα για την υπόκλιση και να δείχνει για μια ακόμη φορά πόσο «μαζί» ήταν οι δύο τους. Ειλικρινά, λάτρεψα αυτά τα δύο σημεία καθώς μου πρόσφεραν μια αίσθηση πως όλοι είμαστε μια παρέα, με τις δυο γυναίκες, από εκεί που ήταν φίλες μας, να «μπαίνουν» στους ρόλους τους, να μας παρουσιάζουν τη δουλειά τους και τελικά να επιστρέφουμε πάλι στο παρεΐστικο κλίμα, μόλις το έργο ολοκληρωθεί.

Συντελεστές Παράστασης

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη
Συνεργάτης στη Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου
Δραματολόγος παράστασης: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Χριστίνα Κάλμπαρη
Μουσική επιμέλεια: Νέστωρ Κοψιδάς
Επιμέλεια κίνησης: Βάλια Παπαχρήστου
Σχεδιασμός φωτισμού: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός σκηνοθέτη- Εκτέλεση παραγωγής: Μαριλένα Μόσχου
Επεξεργασία ήχου- Β βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Ευστρατίου
Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου

Παίζουν: Κάτια Γέρου, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Μαριάννα Κάλμπαρη

Παραστάσεις έως 1.4.2018:

Μέρες & ώρες παραστάσεων: Τετάρτη και Κυριακή 8μμ, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο 9.15μμ
Τιμές εισιτηρίων: Τετάρτη και Παρασκευή 15 ευρώ/10 ευρώ μειωμένο/8 ανέργων
Πέμπτη: 10 ευρώ γενική είσοδος
Σάββατο-Κυριακή: 16 ευρώ/ 12 ευρώ μειωμένο και ανέργων

Από
Αξιολόγηση Θεατρικής Παράστασης
Το έργο (απόδοση, διάρκεια κτλ.)
Οι ηθοποιοί
Η σκηνοθεσία
Τα σκηνικά (κοστούμια κτλ.)
Η μουσική
Το κοινό
Βαθμός Παράστασης/10 ()
Πες μας την γνώμη σου!
Για να αξιολογήσετε επιλέξτε το επιθυμητό αστέρι

Κωδικός επιβεβαίωσης, γράψτε τους χαρακτήρες που βλέπετε στην εικόνα

Σχετικά Άρθρα για σένα
Το Mix Grill σας προτείνει
Mix Grill Agenda
// NEWSLETTER

×

×
×
×
e-mail
Όνομα χρήστη
Όνομα
Επώνυμο
Ψευδώνυμο
Λίγα λόγια
×
Τρέχον συνθηματικό
Νέο συνθηματικό
Επαλήθευση νέου συνθηματικού
×
e-mail
Όνομα χρήστη
Συνθηματικό
Επαλήθευση συνθηματικού
Όνομα
Επώνυμο
Ψευδώνυμο
Λίγα λόγια