ΚΟΥΝΤΟΥΡΑΚΗΣ

Μιλήσαμε με τον συγγραφέα Γιώργο Κουντουράκη για «Ίντριγκες στο Λούσιο»

..... ένα αστυνομικό μυθιστόρημα είναι διαχρονικό όταν καθηλώνει τον αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος, όταν τον αναγκάζει να μπει ο ίδιος στη θέση του πρωταγωνιστή, όταν η πλοκή του μένει για πάντα στη μνήμη, όταν δεν μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του.

Διαβάστηκε φορες
Ο Γιώργος Κουντουράκης γεννήθηκε το 1979 στην Αλεξανδρούπολη. Ήρθε στην Αθήνα για σπουδές, στη Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Η/Υ του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Το 2006, έκλεισε τον κύκλο του στο Πολυτεχνείο έχοντας αποκτήσει το αντίστοιχο δίπλωµα Μηχανικού, έναν µεταπτυχιακό τίτλο ειδίκευσης και έχοντας εκπονήσει τη διδακτορική του διατριβή.

Είναι λάτρης της αστυνοµικής λογοτεχνίας, ειδικά της παλιάς και του αρέσει να πλάθει και να επεξεργάζεται σενάρια κατά τη διάρκεια προπονήσεων τρεξίµατος µεγάλων αποστάσεων.

Το βιβλίο «Ίντριγκες στο Λούσιο» αποτελεί τη δεύτερη συγγραφική του προσπάθεια. Το πρώτο του έργο είναι το «1352µ. Έγκληµα Στην Κατάρα» (2019) και αυτό από τις Εκδόσεις Πηγή. 

Όταν δύο διαφορετικοί άνθρωποι που ασχολούνται σε βάθος με την αστυνομική λογοτεχνία και τους έχεις εμπιστοσύνη σού συστήνουν το ίδιο συγκεκριμένο βιβλίο, αυτό κάτι σημαίνει. Χρειάστηκα μερικές ώρες κι ένα μεγάλο καφέ για να διαβάσω τις «Ίντριγκες Στο Λούσιο» και πάνω που νόμιζα ότι βρήκα τον κακό της ιστορίας, έκανα λάθος. Ανακάλυψα όμως τον συγγραφέα του βιβλίου, Γιώργο Κουντουράκη κι απ' την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι «ξέρει από εγκλήματα» κι εκεί δεν έκανα λάθος.  

MixGrill: Να σε πάρω απ’ τα μούτρα. Τι δουλειά έχει ένας Ηλεκτρολόγος Μηχανικός με τους φόνους και τα αίματα; Τέτοια πράγματα μαθαίνετε στο Πολυτεχνείο; 

Γιώργος Κουντουράκης: (Χαμογελάει) Ωραίος τρόπος να υποδέχεσαι τον καλεσμένο σου. Δεν πειράζει όμως, θα απαντήσω αναλόγως. Θεωρώ, λοιπόν, την ερώτησή σου κατά το ήμισυ προβοκατόρικη. Για τους φόνους οκ, αλλά αίματα γιατί; Στα βιβλία μου δεν υπάρχουν ακραίες περιγραφές σκηνών εγκλήματος, ούτε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Και σκοπίμως δεν υπάρχουν, δεν βασίζομαι σε αυτά γιατί τα θεωρώ πλάγιους τρόπους να κερδίσεις τον αναγνώστη. Όσο αφορά το Πολυτεχνείο, εκτός από τα επαναστατικά, η πιο σημαντική προσφορά του θεωρώ πως είναι το ότι μας μαθαίνει δομημένο τρόπο σκέψης, έκφρασης και δράσης και μας δίνει όλα τα εφόδια για να μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα σε οποιοδήποτε πεδίο, όσο άσχετο κι αν είναι με το τεχνικό μας αντικείμενο. Ένας καλός μηχανικός μπορεί να κολυμπήσει σε οποιαδήποτε θάλασσα ανεξάρτητα από το πόσο βαθιά είναι τα νερά και πόσο μεγάλα είναι τα κύματα. Έχει για κάθε πρόβλημα τουλάχιστον μία λύση, σε αντίθεση με άλλους επαγγελματικούς κλάδους (για ευνόητους λόγους δεν αναφέρω ποιους) που για κάθε λύση έχουν τουλάχιστον ένα πρόβλημα. Οπότε, ναι, Πολυτεχνείο και φόνοι, γιατί όχι;

MG: Γιατί επέλεξες την αστυνομική λογοτεχνία. Είναι μόδα τελικά να γράφουν όλοι αστυνομικό μυθιστόρημα;

Γ.Κ.: Βλέπω συνεχίζεις στο ίδιο μοτίβο. Πάλι θα ξεκινήσω με μια διαφωνία. Δεν βλέπω μόδα στην Ελλάδα με το αστυνομικό μυθιστόρημα. Μόδα βλέπω σε βιβλία για ερωτικές περιπέτειες, ρομαντικές ιστορίες και ανεκπλήρωτους πόθους. Προσωπικά επέλεξα την αστυνομική λογοτεχνία γιατί είναι το είδος που μου αρέσει ως αναγνώστη και κατ’ επέκταση μπορώ να υποστηρίξω καλύτερα και ως συγγραφέας. Επιπλέον, είναι ένα είδος που δεν απαιτεί ιδιαίτερα εξειδικευμένες γνώσεις, όπως π.χ. το ιστορικό ή το ψυχολογικό μυθιστόρημα, τις οποίες δεν διαθέτω.

MG: Μπορεί να προσφέρει στη λογοτεχνία ένα αστυνομικό έργο; Ο συγγραφέας Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, έλεγε πως το αστυνομικό «είναι μυθιστόρημα βίαιης κοινωνικής παρέμβασης».

Γ.Κ.: Δεν έχω το επιστημονικό υπόβαθρο να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση, ούτε να κρίνω τον Μανσέτ για την άποψή του. Δεν ξέρω αν μπορεί να προσφέρει στη λογοτεχνία ένα αστυνομικό έργο. Σίγουρα όμως μπορεί να προσφέρει μια διέξοδο έκφρασης στον συγγραφέα και μια ενδιαφέρουσα πλοκή στον αναγνώστη που θα προσπαθήσει να αυτοτοποθετηθεί στη θέση του λύτη του μυστηρίου.



MG: Διαβάζοντας τα βιβλία σου «1352μ. Έγκλημα Στην Κατάρα» αλλά και στο πρόσφατο «Ίντριγκες Στο Λούσιο» διακρίνω επιρροές από «old fashioned» συγγραφείς αστυνομικού μυθιστορήματος. Τι έγινε, το σκανδιναβικό κύμα δεν σε επηρέασε;

Γ.Κ.: (Γελάει) Επιτέλους συμφωνούμε! Σωστά διακρίνεις αυτές τις επιρροές, άλλωστε το γράφω και στα εισαγωγικά σημειώματα που έχω στα βιβλία. Πρότυπό μου είναι η Άγκαθα Κρίστι γιατί θεωρώ τα έργα της ως τον ορισμό της αστυνομικής λογοτεχνίας (προσωπική άποψη αυτή, όχι επιστημονική). Είναι βιβλία που «πουλάνε» μια ανατρεπτική πλοκή και είναι χτισμένα γύρω από αυτήν. Η πλοκή είναι, δηλαδή, ο πρωταγωνιστής, σε αντίθεση με πολλά άλλα έργα που η πλοκή είναι το μέσο για να προβληθεί ένα ιστορικό γεγονός, ένα κοινωνικό φαινόμενο κτλ. Όχι ότι δεν έχουν αξία αυτά τα έργα, απλά κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν κατατάσσονται στην αστυνομική λογοτεχνία. Το σκανδιναβικό κύμα δεν μου αρέσει ούτε ως αναγνώστη γιατί βασίζεται σε βασανιστικούς θανάτους, σε βίαιους φόνους, σε υπερβολικά πολύ αίμα. Και όπως είπα και αρχικά, εμένα δεν μου αρέσει αυτό και δεν μπορώ να το ακολουθήσω.

MG: Γιατί τα εγκλήματα στα βιβλία σου συμβαίνουν στην ύπαιθρο. Δεν σε εμπνέει το αστικό περιβάλλον ή στην επαρχία υπάρχουν καλά κρυμμένα μυστικά;

Γ.Κ.: Η αλήθεια είναι ότι, όντως, δεν με εμπνέει το αστικό περιβάλλον. Απεναντίας, με εμπνέει απεριόριστα η φύση. Μπορώ εύκολα να «στήσω» ένα πεδίο δράσης στην ύπαιθρο αλλά όχι στην πόλη. Επίσης, η φύση ως φόντο προσδίδει μια άγρια ομορφιά στο έργο σε αντίθεση με την «ασχήμια» της πόλης. Τέλος, η πόλη «φιλοξενεί» κυρίως οργανωμένο έγκλημα με πολλές προεκτάσεις και πλοκάμια, ενώ εγώ θέλω να κινηθώ προς την κατεύθυνση του εγκλήματος του απλού ανθρώπου, του υπεράνω υποψίας όπου τα κίνητρα δεν είναι προφανή.

MG: Ο «Αρχιεπίσκοπος» δεν είναι λίγο «αντιεμπορικός» για πρωταγωνιστής αστυνομικών μυθιστορημάτων (συνταξιούχος, χωρίς πάθη: γυναίκες, αλκοόλ);

Γ.Κ.: Αν ως «εμπορικός» ορίζεται ο πρωταγωνιστής που νυχτοπερπατάει, μπεκροπίνει όλη τη μέρα, χαρτοπαίζει, η γυναίκα του τον έχει διώξει από το σπίτι και τα παιδιά του δεν θέλουν να τον δούνε, τότε ναι, ο «Αρχιεπίσκοπος» είναι όχι λίγο αλλά πολύ «αντιεμπορικός». Ο Ηρακλής Πουαρώ, όμως, που επίσης δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά είναι, αλήθεια, «αντιεμπορικός»; Σε κάθε περίπτωση, προσωπικά δεν γράφω με γνώμονα την εμπορικότητα αλλά τη δική μου υποκειμενική κρίση και γούστο. Ήθελα τον «Αρχιεπίσκοπο» δραστήριο, νηφάλιο και με διαύγεια πνεύματος που να ξεχωρίζει επειδή σκέφτεται το απίθανο και όχι για την άστατη ζωή του. Τώρα, αν αυτό δεν αρέσει σε κάποιους, τι να κάνω, δεν γίνεται να γράψεις κάτι που να αρέσει στους πάντες. Και θεωρώ μεγάλο λάθος για έναν συγγραφέα να αποκλίνει από το στυλ που τον εκφράζει για χάρη των πωλήσεων.

MG: Θα σε ρωτήσω κάτι και θέλω την άποψη του αναγνώστη κι όχι του συγγραφέα. Τι κάνει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα να θεωρηθεί διαχρονικό;

Γ.Κ.: Μου βάζεις δύσκολα. Θα πρέπει να απαντήσω καθαρά υποκειμενικά γιατί κανονικά η απάντηση είναι προϊόν μελέτης και έρευνας. Στα δικά μου μάτια, λοιπόν, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα είναι διαχρονικό όταν καθηλώνει τον αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος, όταν τον αναγκάζει να μπει ο ίδιος στη θέση του πρωταγωνιστή, όταν η πλοκή του μένει για πάντα στη μνήμη, όταν δεν μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. Πέρα από αυτά, όμως, της διαχρονικότητας, θα πρέπει σίγουρα να προηγηθεί και η αναγνωρισιμότητα, να γίνει το έργο ευρέως γνωστό. Και για να επιτευχθεί αυτό στις μέρες μας, δυστυχώς, δεν είναι συχνά θέμα ποιότητας αλλά άλλων παραγόντων που δεν σχετίζονται με το περιεχόμενο του βιβλίου.

MG: Μια ερώτηση που θα ήθελες να απαντήσεις και που ποτέ δεν έγινε;

Γ.Κ.: Η ερώτηση είναι πολύ έξυπνη και σίγουρα αιφνιδιάζει τον αποδέκτη της. Εδώ, όμως, θα πρέπει να παραδεχτώ ότι «έκλεψα». (Γελάει) Την έχω δει και σε άλλες συνεντεύξεις σου και ήρθα προετοιμασμένος. Οπότε, η εν λόγω ερώτηση είναι: Έχεις φανταστεί τα βιβλία σου σε ταινίες και, αν ναι, ποιος θα ήθελες να ενσαρκώσει τον «Αρχιεπίσκοπο»;

MG: Οπότε λογικά θα σε ρωτήσω, ποιος θα ήθελες να ενσαρκώσει τον «Αρχιεπίσκοπο»; Είμαι σίγουρος πως θες να δεις με σάρκα και οστά τους ήρωές σου.

Γ.Κ.: Μα φυσικά και έχω φανταστεί τα βιβλία μου σε ταινίες. Δεν μπορεί κανείς να μου απαγορεύσει να ονειρεύομαι. Όσο για τον «Αρχιεπίσκοπο», βλέπω στα όνειρά μου τον Κρατερό Κατσούλη να τον ενσαρκώνει. Μη με ρωτήσεις γιατί, δεν ξέρω να σου πω.

MG: Εγώ θα ευχηθώ πάντως να είναι καλοτάξιδο και γιατί όχι; Να το δεις και ζωντανό.

Γ.Κ.: Σ' ευχαριστώ πολύ για την κουβέντα.


Τα βιβλία «Ίντριγκες Στο Λούσιο», «1352µ. Έγκληµα Στην Κατάρα» του Γιώργου Κουντουράκη κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πηγή.

Διαβάστε ακόμα