Fun Lovin' Criminals

Οι «νέοι» Fun Lovin' Criminals κοιτάζουν μόνο μπροστά

Οι Brian "Fast" Leiser και Frank Benbini μάς μίλησαν με αφορμή τον ερχομό τους σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Διαβάστηκε φορες

Οι Fun Lovin' Criminals είναι ένα από τα συγκροτήματα που έγραψε τη δική του ιστορία στα '90s. Ένα συγκρότημα που φλέρταρε για λίγο με το mainstream χωρίς ποτέ να το κατακτήσει ολότελα, ένα συγκρότημα ραδιοφωνικό αλλά και underground μαζί, που εδώ και τριάντα χρόνια περίπου έχει έναν μόνο κανόνα: Να μην ακολουθεί κανόνες. Κάπως έτσι προέκυψε το ιδιαίτερο μίγμα της μουσικής τους, το οποίο συνδυάζει το rap με το rock και το funk με την jazz, σε ένα καθαρά νεοϋορκέζικο ηχόχρωμα.

Εδώ και αρκετά χρόνια τα πράγματα ήταν μάλλον δύσκολα για την μπάντα, με τον τραγουδιστή Huey Morgan να φεύγει από το συγκρότημα το 2021 και να προβαίνει σε μάλλον «βαριές» δηλώσεις για τα άλλα δύο μέλη, τον μπασίστα Brian "Fast" Leiser και τον ντράμερ Frank Benbini.

Σήμερα ο Brian και ο Frank, μαζί με το νέο κιθαρίστα Naim Cortazzi, συνεχίζουν την πορεία των FLC, βγάζοντας νέα μουσική μετά από καιρό και δηλώνοντας έτοιμοι να καλύψουν όλο το χαμένο έδαφος. Ξεκινάν την περιοδεία για τον κλασικό πλέον δίσκο τους "100% Colombian" από τη χώρα μας και, με αφορμή αυτό, κάναμε μια ενδιαφέρουσα κουβέντα μαζί τους.


M.G.: Καλησπέρα και ευχαριστούμε για το χρόνο σας. Θα θέλαμε να ξεκινήσουμε με λίγα λόγια για τα πρώτα χρόνια των Fun Lovin’ Criminals. Πώς ξεκινήσατε να παίζετε μαζί; Μάλλον η γνωριμία του Brian με τον παλιό σας τραγουδιστή, τον Huey, θα έπαιξε κάποιον ρόλο. Δουλεύατε μαζί στο “Limelight”, ένα από τα πιο γνωστά κλαμπ της Νέας Υόρκης, σωστά;

B.L: Πράγματι, δούλευα σε αυτό το κλαμπ και ήταν υπέροχα. Στεγαζόταν σε μια τεράστια παλιά εκκλησία με ένα σωρό διαφορετικά δωμάτια, όπου παιζόταν αλλιώτικη μουσική κάθε βράδυ και ερχόσουν σε επαφή με τόσα διαφορετικά είδη. Εκεί γνώρισα, λοιπόν, τον Huey, ξεκινήσαμε την μπάντα και κάποια στιγμή η τύχη μάς βοήθησε να κλείσουμε συμβόλαιο με δισκογραφική. Ζήσαμε όλο το στερεοτυπικό «όνειρο», με τον εκπρόσωπο της δισκογραφικής να μας δίνει την κάρτα του και να μας προτείνει: «Ας βγάλουμε έναν δίσκο μαζί». Αμ έπος, αμ έργον. Βρεθήκαμε να γυρίζουμε τον κόσμο και να περνάμε τέλεια. Ήμασταν πιτσιρικάδες, γράφαμε μουσικές…

Και κάποια στιγμή, στα τέλη των ‘90s, γνώρισα τον Frank, που ήταν DJ σε ένα πάρτι. Ήταν πολύ κοντά σε μας σαν ψυχοσύνθεση και έτσι ξεκίνησε να συνεργάζεται με τον Mackey, τον προηγούμενο ντράμερ μας. Όταν μας έφυγε ο Mackey, ήταν ξεκάθαρο ότι ο Frank είναι ο ιδανικός να τον αντικαταστήσει. Και είναι πολύ ωραία τώρα που συνεργαζόμαστε μαζί, γιατί με βοηθάει να εξερευνήσω διαφορετικά μουσικά είδη. Το βάθος μουσικών του γνώσεων είναι κάτι που δεν μπορώ να φτάσω και είναι υπέροχο που τώρα έχουμε όλες αυτές τις μουσικές επιρροές από τις οποίες μπορούμε να εμπνευστούμε.

Προφανώς, από το 2010 ως το 2019 οι σχέσεις με τον Huey ήταν τεταμένες. Είχαμε άλλες ιδέες, άλλους στόχους. Ο Huey έφυγε το 2021 και τα τελευταία δύο χρόνια βιώνουμε μια αναγέννηση της μπάντας, για την οποία αισθανόμαστε ευλογημένοι. Βγάζουμε νέα μουσική, κάνουμε συναυλίες, διασκεδάζουμε πολύ, και αυτό είναι το σημαντικότερο.

F.B.: Εγώ και ο Brian είχαμε συνεργαστεί και πριν μπω στο συγκρότημα. Και μετά έγινε το κλικ. Είχαμε πάντα μια πολύ ιδιαίτερη σύνδεση. Γεννηθήκαμε την ίδια χρονιά, έχουμε παρόμοια ανατροφή. Πηγαίναμε πάντα πρώτοι στο στούντιο και φεύγαμε τελευταίοι. Ήδη έχουν περάσει δύο δεκαετίες με τους Fun Lovin’ Criminals και μπορώ να επιβεβαιώσω ότι τα τελευταία δύο χρόνια ήταν τα πιο ιδιαίτερα, γιατί αντί να κυριαρχούν οι διαμάχες, όπως παλιά, κυριάρχησε η δημιουργικότητα. Ηχογραφήσαμε δύο EP,  το “Roosevelt” και το “Capistrano”, και τα κυκλοφορήσαμε σε έναν δίσκο. Είναι σαν ένα μίνι άλμπουμ. Τα νέα κομμάτια είναι από τα καλύτερά μας και με ενθουσιάζει ακόμα περισσότερο το ότι κυκλοφόρησαν σε βινύλιο. Είναι πολύ ξεχωριστή η αίσθηση που σου δίνει η ακρόαση ενός δίσκου σε βινύλιο, με τη βελόνα να πηγαινοέρχεται πάνω στο δίσκο. Είναι πολύ πιο ουσιαστική και οργανική κατάσταση σε σχέση με αυτά τα ανούσια βιντεάκια του Tik Tok, από τα οποία πολλοί ακούν τη μουσική σήμερα.

Ένα από τα πράγματα που επιδιώκουμε συνειδητά στις συναυλίες μας είναι το να μιλάμε με τους ακροατές μας. Όλοι τους βλέπουν τη νέα μας δουλειά με θετική ματιά και αυτό μας κάνει χαρούμενους, ειδικά τώρα που περνάμε μια φάση αλλαγής με τον Brian να αναλαμβάνει χρέη τραγουδιστή.

M.G.: Τέλεια. Προχωρώντας στην επόμενη ερώτηση, σε ποιον βαθμό η πολιτισμική και κοινωνική πραγματικότητα της Νέας Υόρκης παίζει το ρόλο της στον προσωπικό σας ήχο; Αναρωτιόμασταν αν θα χαρακτηρίζατε τη μουσική σας ως μία αναλυτική περιγραφή της ζωής σε μια τέτοια τεράστια μητρόπολη.

B.L: Αν και δεν γράφουμε πια τόσο για τη ζωή στη Νέα Υόρκη, αφού δεν ζούμε εκεί, προφανώς δεχόμαστε ακόμα πολλή έμπνευση από εκείνη. Πάντως, είτε μιλάμε για τη Νέα Υόρκη, είτε για το Λονδίνο, είτε για την Αθήνα, η ζωή στις πόλεις ανά τον κόσμο έχει πολλές ομοιότητες. 

Μεγαλώνοντας στο Brooklyn των ‘80s και των ‘90s, ερχόσουν σε επαφή με άπειρες πολιτισμικές αναφορές, πέρα από τη μουσική. Ήταν μια υπέροχη πόλη για να ζεις τότε. Σήμερα δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να σε εμπνεύσει η Νέα Υόρκη. Πάντως, σίγουρα βοήθησε στο να βρούμε τη φόρμουλά μας σαν Fun Lovin’ Criminals, η οποία συνοψίζεται στο εξής: «Όχι κανόνες». Πολλοί μουσικοί μπήκαν σε μπάντες επειδή ήθελαν να γίνουν σαν τους Nirvana ή τους Soundgarden. Κι εμείς αγαπάμε το grunge, αγαπάμε τη rock, το hip hop, τη funk, τη soul, την jazz, αγαπάμε τη reggae, τα latin… Οπότε, το αφήσαμε τελείως ελεύθερο και κάπως έτσι οι στίχοι και η μουσική μας υπερβαίνουν τα όρια μιας μόνο πόλης.

F.B.: Η Νέα Υόρκη σήμερα είναι πολύ καθαρή, δεν έχει αυτήν την έντονη «αστίλα» που είχε. Φυσικά, παραμένει ένα τέλειο μέρος για να επισκεφτείς και είναι γεμάτο αναμνήσεις για εμάς. Ο “Fast” είναι από εκεί. Εγώ πήγα με μια μπάντα μου πριν από 25 χρόνια και ερωτεύτηκα τα πάντα: το hip hop, τα γκράφιτι, την κουλτούρα του δρόμου, το αστικό της τοπίο… Στο νέο μας EP έχουμε έναν στίχο που αναφέρεται στο “golden hour” της Νέας Υόρκης, σ’ αυτό το μοναδικό φαινόμενο όπου ο ήλιος αντανακλάται στο γυαλί των κτιρίων και χαρίζει ένα μοναδικό χρυσό χρώμα. Πιστεύω ότι πάντα θα αποτίουμε τέτοιους μικρούς φόρους τιμής σε αυτήν την πόλη και πάντα θα τη θεωρούμε υπέροχη, ακόμα και αν έχει γίνει πιο «σοβαρή» πλέον.

B.L: Πάντα ήμασταν «παραμυθάδες», και με τη μουσική μα κυρίως με τους στίχους μας. Τη Νέα Υόρκη τη βίωσαμε και μέσα από το σινεμά. Το νέο μας κομμάτι “Unfinished Business” είναι εμπνευσμένο από την ταινία “Donnie Brasco”. Ο κινηματογράφος μάς δίνει ασταμάτητα ιδέες.

F.B.: Και η ίδια η ζωή μας μας εμπνέει. Για παράδειγμα, το κομμάτι “Double Double” μιλά για το πώς ήταν να κάνουμε περιοδεία στη δυτική Αμερική, να τριγυρνάμε με βαν σαν τον παλιό καλό καιρό, να παίζουμε συναυλίες. Οι ιδέες προκύπτουν οργανικά. Είπαμε, όχι κανόνες.

M.G.: Θα επιστρέψουμε στις κινηματογραφικές επιρροές αλλά προς το παρόν θέλαμε να ρωτήσουμε το εξής: Η σύνθεση της μπάντας άλλαξε μέσα στα χρόνια. Εσείς πώς το βιώσατε αυτό σαν μουσικοί και σαν άνθρωποι;

B.L: Η ουσία είναι ότι εγώ και ο Frank αισθανόμαστε ακόμα παιδιά. Δεν θέλουμε να μεγαλώσουμε. Σαφώς έχουμε τις υποχρεώσεις μας σαν πατεράδες και σύζυγοι, αλλά κρατάμε ακόμα τη μουσική σαν έναν τρόπο για να κάνουμε αυτό που θέλουμε και να περνάμε όμορφα. Αυτό κάνουμε πάντα, από τη δεκαετία του ‘90 μέχρι σήμερα. Αυτό είναι στο οποίο ξεχωρίζουμε και που απολαμβάνουμε. Νομίζω ότι και σε 20 χρόνια από σήμερα θα μπορούμε να γράφουμε ακόμα μουσική, γιατί έχουμε βρει έναν μοναδικό τρόπο για να το κάνουμε αυτό. Ναι, ποτέ δεν γίναμε φίρμες, αλλά δεν μας ένοιαξε κιόλας. Παίζουμε μουσική σε όλο τον κόσμο και οι άνθρωποι που μας ήξεραν ως πιτσιρικάδες στα ‘90s έρχονται τώρα με τα παιδιά τους στις συναυλίες και... ξεβιδώνονται στο χορό! Τώρα ετοιμαζόμαστε για την περιοδεία μας με αφορμή την επέτειο του άλμπουμ “100% Colombian Anniversary Tour”. Χάρη και στον κιθαρίστα μας τον Naim, υποσχόμαστε ότι θα ακούσετε τη μουσική μας όπως δεν την έχετε ακούσει εδώ και δύο δεκαετίες.

Το σημαντικό είναι να μην μετανιώνεις για κάτι και να μαθαίνεις από τα λόγια σου. Ναι, τα πράγματα άλλαξαν αφού έφυγε ο Mackey και ακόμα περισσότερο αφού έφυγε ο Huey πρόπερσι. Όμως, πραγματικά αισθανόμαστε ότι η μπάντα είναι στην καλύτερη φάση της, παίζοντας μουσική, διασκεδάζοντας, ξεχνώντας τα όποια προβλήματα για λίγο. Γεννηθήκαμε για αυτό και οι δρόμοι μας ενώθηκαν με τον Frank για να κάνουμε αυτό. Δεν μετανιώνουμε για τίποτα και ειλικρινά είμαστε χαρούμενοι.

M.G.: Χαιρόμαστε που σας βλέπουμε τόσο ενθουσιασμένους!

B.L: Και πώς να μην είμαστε! Η ζωή είναι πολύ μικρή. Δεν είμαστε νιάτα πια. Για αυτό χαίρομαι που το ζούμε στο έπακρο παρά την τρέλα που μας περιτρυγυρίζει σε τούτο τον πλανήτη. Και αυτό ενθαρρύνουμε να κάνει και ο κόσμος. Απολαύστε τη ζωή σας, όποιο και αν είναι το κόστος για να το πετύχετε.

M.G.: Δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε στο “Scooby Snacks”, ίσως το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι σας. Σε αυτό το τραγούδι χρησιμοποιείτε samples από δύο δημοφιλείς ταινίες του Tarantino, το “Reservoir Dogs” και το “Pulp Fiction”. Πώς προέκυψε αυτό; Επίσης, ο Tarantino αντέδρασε κάπως;

B.L: Το κομμάτι γεννήθηκε όταν βολοδέρναμε ακόμα, πριν κλείσουμε κάποιο συμβόλαιο. Ήμουν στο Brooklyn, έβλεπα το “Reservoir Dogs” σε laserdisc —ο πρόγονος του DVD!— και έγραφα μουσική. Πάντα ήθελα να έχω ένα οπτικό ερέθισμα όταν έγραφα μουσική, είτε καμιά ταινία του Scorcese, καμιά ταινία του Tarantino, επιστημονική φαντασία κτλ. Το δε “Pulp Fiction” παιζόταν στους κινηματογράφους. Τελικά, έχωσα διάφορα samples από αυτές τις ταινίες σε ένα instrumental τραγούδι που έγραφα. Το έστειλα στον Huey και συμφώνησε να το «ντύσουμε» με στίχους.

O Tarantino ήταν ο μόνος θετικά διακείμενος στο να πάρουμε samples από τις ταινίες του. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι όταν θες να εντάξεις κάποιο απόσπασμα ταινίας στη μουσική σου, θα πρέπει να πάρεις άδεια από τον παραγωγό, το σκηνοθέτη, τον ηθοποιό που είπε την ατάκα, το σεναριογράφο. Αυτό τα έκανε όλα πιο δύσκολα. Στα πρώτα μας ακυκλοφόρητα ντέμο είχαμε πάρα πολλα samples από ταινίες. Αν καταφέρναμε να βγάλουμε αυτά τα ντέμο σε κυκλοφορία, θεωρώ ότι θα είχαν αλλάξει πολλά στη δισκογραφία.

Αρχικά, ο Tarantino σκόπευε να σκηνοθετήσει το βιντεοκλίπ του “Scooby Snacks”! Τελικά δεν βρήκε το χρόνο, οπότε πάσαρε το project στο φίλο του τον Robert Rodriguez, που έγινε γνωστός για ταινίες όπως το “From Dusk Till Dawn”. Μετά και εκείνος το παράτησε και τελικά το ανέλαβε ένας δικός μας φίλος, ο Evan Bernard, που έκανε βιντεοκλίπ για τους Beastie Boys και για άλλους. Και κάπως έτσι αυτό το τραγούδι τα ξεκίνησε όλα και του είμαστε ευγνώμονες. 

Πάντως, να πούμε ότι δεν ήταν το τραγούδι καθαυτό που μας οδήγησε στο συμβόλαιο αλλά περισσότερο το γενικό στυλ της μπάντας, που ήταν τελείως διαφορετικό από τον mainstream ήχο της εποχής. Δεν ήταν ούτε Britpop ούτε rock, ούτε trip hop ούτε hip hop. Ήταν κάτι ενδιάμεσο.

M.G.: Έχετε χρησιμοποιήσει και samples από τους Tones On Tail, από το κομμάτι του “Movement Of Fear”, σωστά;

B.L: Φαντάζομαι ξέρετε τους Bauhaus. Όταν κάποια μέλη των Bauhaus αποχώρησαν γιατί σιχάθηκαν ο ένας τον άλλο, ξεκίνησαν τους Tones On Tail, που μετά έγιναν Love And Rockets και έγιναν ιδιαίτερα γνωστοί τη δεκαετία του ‘80. Κάπως έτσι βρήκα εγώ ένα βινύλιό τους και αποφάσισα να το αξιοποιήσω. Το 1997, σε μια συναυλία που κάναμε με τους Porno For Pyros, γνωρίσαμε τον Daniel Ash των Love And Rockets και μας θυμήθηκε: «Α, εσείς ήσασταν που πήρατε εκείνο το κομμάτι από το τραγούδι μου!’’. Μόνο αυτό είπε και έφυγε. Τέλος πάντων, ήταν κι αυτό μια εμπειρία! Όχι το ίδιο καλή με όταν βάφαμε πασχαλινά αυγά με τον Harrison Ford, αλλά εμπειρία!

M.G.: Μάλλον έτσι είναι! Τώρα, έχετε συνεργαστεί με κάποιες πολύ μεγάλες δισκογραφικές. Αναρωτιέμαι αν υπήρχαν περίοδοι που να σας έλειψε η καλλιτεχνική αυτονομία που προσφέρει ένα ανεξάρτητο label. Επιπλέον, πώς θα χαρακτηρίζατε τη συνεργασία σας με τις μεγάλες δισκογραφικές; Ρωτάμε γιατί κάποτε είχατε και μια δικιά σας δισκογραφική, την Kilohertz, σωστά;

B.L: Πάει η Kilohertz! Εδώ και καιρό, μάλιστα. Δεν πήγε πολύ καλά η όλη κατάσταση. Αυτή η εταιρεία μού φέρνει στο μυαλό χρηματιστές που είτε είναι στη φυλακή τώρα είτε κρύβονται κάπου στην Καραϊβική. 

Το να ξεκινήσεις ως καλλιτέχνης σε ένα μεγάλο label, όπως κάναμε με την EMI Chrysalis, είναι ο μόνος τρόπος να εξασφαλίσεις την απαραίτητη υποστήριξη στις παγκόσμιες περιοδείες σου, που θα σου φέρουν ακολούθους. Αν είχαμε υπογράψει με μια ανεξάρτητη δισκογραφική, ίσως δεν ήμασταν σήμερα σε αυτό το σημείο. Η EMI Chrysalis έριξε πολύ χρήμα για να μας κλείσει συναυλίες σε όλο τον κόσμο. Εμείς δεν βγάλαμε ούτε cent, όμως δεν πειράζει, γιατί έτσι μπορέσαμε να πάμε παντού. Είναι πολύ βασικό αυτό και είναι ένας απ’ τους λόγους που είμαστε ακόμα στα πράγματα.

Να πω ακόμα ότι οι ανεξάρτητες δισκογραφικές δεν είναι αρκετά «ανεξάρτητες», και αυτό το καταλάβαμε το 2005-’06 με την Sanctuary. Για να γίνουμε πραγματικά ανεξάρτητοι στο πώς γράφουμε, παράγουμε και διαφημίζουμε το έργο μας, ο μόνος τρόπος είναι να φύγουμε τελείως από την πραγματικότητα της μουσικής βιομηχανίας. 

Πλέον το μόνο που χρειαζόμαστε είναι ένας καλός ατζέντης για τις συναυλίες και μια καλή ομάδα για τα social media. Θέλουμε και στις συναυλίες και στα social media να είμαστε τελείως ο εαυτός μας. Και αυτό θέλουν και οι fans. Χάρη στις εμπειρίες που είχαμε με τις δισκογραφικές, τώρα πια ξέρουμε ότι δεν χρειαζόμαστε κάτι άλλο για να παραμένουμε στα πράγματα. Άντε, και έναν καλό λογιστή και έναν καλό δικηγόρο —πολύ σημαντικό! Και φυσικά, ένα καλό touring crew. Γιατί μπάντες του δικού μας μεγέθους από αυτό βγάζουν κυρίως το προς το ζην: τις περιοδείες.

M.G.: Θα θέλαμε να μιλήσουμε λίγο τώρα για τη συνεργασία που είχατε με τον Βρετανό ράπερ Roots Manuva.

B.L: Ωωωω ναι! Ήθελα να μιλήσουμε για αυτόν. Όταν ο Frank μπήκε στο συγκρότημα, μας έφερε σε άμεση επαφή με τη βρετανική σκηνή και μας τον πρότεινε. «Πώς μπορεί να αγαπάτε το hip hop και να μην τον ξέρετε;» είπε.

F.B.: Ο Rodney [σ.σ. Rodney Hylton Smith είναι το πραγματικό όνομα του Roots Manuva] είναι καλός φίλος που τον ξέρω από την πόλη μου, το Leicester. Κάποια στιγμή οι Fun Lovin’ Criminals βρεθήκαμε στα θρυλικά Mayfair Studios, εκεί όπου ηχογράφησε η Tina Turner και τόσοι άλλοι καλλιτέχνες. Είχε βραδιάσει. Αρχίσαμε να μαζεύουμε τα όργανα άπραγοι, χωρίς να έχει έρθει καμιά καλή ιδέα. Εγώ πήγα για λίγο στην τουαλέτα και όταν επέστρεψα, πήγα στο αρμόνιο και άρχισα να αυτοσχεδιάζω, πιο πολύ σαν παιχνίδι. Κάποια στιγμή παίζω μια μελωδία και ο “Fast” πετάχτηκε: «Ωπ, ωπ! Παίξ’ το πάλι αυτό!». Είχαμε μόλις βρει την όμορφη μελωδία που ψάχναμε όλη μέρα.

Μια εβδομάδα αργότερα ήρθε ο Roots Manuva στο στούντιο. Μας ζήτησε να του παίξουμε τη μελωδία και μετά έπεσε να κοιμηθεί για καμιά ωρίτσα! Εγώ με τον Brian κοιταζόμασταν: «Τι φάση ο τύπος;». Κάποια στιγμή σηκώθηκε, ζήτησε ένα ποτήρι ουίσκι και τελικά κάθισε μπροστά στο μικρόφωνο και απλά έσκισε! Με αφορμή αυτό το κομμάτι, κάναμε και ένα ολόκληρο session στα στούντιο του BBC στο Maida Vale.

B.L: Όπως είπε και ο Frank, ο τύπος είναι εκπληκτικός. Ο βασικός σκοπός του session ήταν να κάνουμε μία dub, reggae εκδοχή του “Scooby Snacks” με τη συμμετοχή του. Κάποια μέρα θα κάνουμε tour μαζί του. Έχουμε πολλά πλάνα για τους Fun Lovin’ Criminals και αυτό είναι ένα από αυτά.

M.G.: Το “Roosevelt Sessions EP” και το “Capistrano EP” είναι οι πρώτες νέες σας κυκλοφορίες εδώ και πάρα πολύ καιρό. Πώς είναι το να κυκλοφορείτε μουσική μετά από τόσο καιρό; Και γιατί σας πήρε τόσο καιρό, βασικά;

F.B.: Προφανώς, ήταν παράξενες οι σχέσεις μας με τον Huey. Εκείνος δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τίποτα πέρα από αυτά που ήθελε να κάνει. Το να γράψουμε νέα μουσική δεν ήταν προτεραιότητα για εκείνον, όπως ήταν για μένα και τον “Fast”. Οπότε, όταν μας δόθηκε η ευκαιρία με την αποχώρησή του, την αρπάξαμε και αρχίσαμε να δουλεύουμε σε νέο υλικό με βάση παλιότερες ιδέες. Μετά προέκυψαν μερικοί πολύ ωραίοι, κατά τη γνώμη μου, στίχοι, τους οποίους πλέον ερμηνεύει ο “Fast” ως τραγουδιστής. Όλο προέκυψε πολύ φυσικά και χαιρόμαστε που οι fans ανταποκρίθηκαν θετικά και αγάπησαν τα δύο EP.

Περάσαμε φανταστικά με την επιστροφή μας στο στούντιο. Εγώ και ο “Brian” είχαμε γίνει σαν τυφλοπόντικες! Πηγαίναμε στο στούντιο πολύ νωρίς ή ξεμέναμε μέχρι αργά. Το αστείο είναι ότι το “Roosevelt” μού βγάζει την αίσθηση του “100% Colombian” και το “Capistrano” μού θυμίζει το “Come Find Yourself”, με αυτήν την πιο ξεσηκωτική αύρα που έχει. Άρα, τα δύο EP συνδυάζονται πολύ καλά μεταξύ τους αλλά και με το παρελθόν της μπάντας. Πάντως, ναι, είμαστε πολύ χαρούμενοι που γυρίσαμε στο στούντιο και βγάλαμε αυτά τα δύο EP.

B.L: Σε αυτά τα δύο EP υπάρχουν κομμάτια που γράψαμε την περασμένη δεκαετία. Θέλαμε ήδη από το 2016 να κυκλοφορήσουμε ένα νέο άλμπουμ, όμως αυτό δεν έγινε και οι σχέσεις με τον Huey βρίσκονταν ήδη σε κρίση δυστυχώς. Ένα κομμάτι μου εύχεται να μην ήταν έτσι, γιατί σκέφτομαι πόσα πολλά θα είχαμε καταφέρει αν δουλεύαμε ενωμένοι από την αρχή. Όμως, ήταν ξεκάθαρο ότι δεν ήμασταν όλοι στην ίδια φάση. Και έτσι, βγάλαμε το 2019 ένα άλμπουμ με διασκευές, το “Another Mimosa”, που είναι πολύ ωραίο αλλά δεν ήταν κάτι τελείως καινούργιο.

Συνεπώς, ήταν ευλογία που ο Huey έφυγε, ακόμα και αν μας πόνεσε η αποχώρησή του. Μπήκαμε με τον Frank στο στούντιο και δουλέψαμε γρήγορα και με συγκεκριμένους στόχους ως προς το καλλιτεχνικό στίγμα που θέλαμε να δείξουμε. Δεν μας αρέσει να περιαυτολογούμε, αλλά νομίζω ότι εμείς οι δύο και ο Naim μπορούμε να γράψουμε μουσική σε όποιο στυλ θέλουμε. Είμαστε καλοί μουσικοί! Ξέρουμε τι κάνουμε. Όταν έφυγε ο Huey, είχαμε δικαιολογημένα άγχος, γιατί έπρεπε να αποδείξουμε ότι είμαστε άξιοι συνεχιστές των Fun Lovin’ Criminals. Τα καταφέραμε και νιώσαμε όμορφα όσο ποτέ ξανά.

Το “Capistrano” γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της περιοδείας μας στις δυτικές ακτές των ΗΠΑ, την οποία περάσαμε με το crew και με την οικογένειά μας. Ήταν υπέροχες οι στιγμές που ζήσαμε και αυτές ενέπνευσαν το δίσκο. Μπορεί κανείς να καταλάβει ότι ήμασταν χαρούμενοι όταν τον γράφαμε. Θέλαμε να παρτάρουμε, να περάσουμε καλά, και αυτό έλειπε για πάρα πολύ καιρό από την μπάντα. Προχωράμε, λοιπόν, και δεν κοιτάμε πίσω. Αν οι ακροατές θέλουν να μας δώσουν μια ευκαιρία, ας το κάνουν. Όσοι δεν θέλουν, κανένα πρόβλημα. Ίσως πολλοί είπαν ότι τα νέα EP θα ακούγονται χάλια χωρίς τον Huey και όταν τα άκουσαν συνειδητοποίησαν ότι είμαστε ακόμα οι Fun Lovin’ Criminals που ξέρουν.

Με τον Frank έχουμε και άλλες ιδέες, αλλά θα τις ξαναδούμε αφού τελειώσει το tour, από την άνοιξη και μετά.

F.B.: Αυτή η περιοδεία θα είναι η μεγαλύτερη για μας ως τώρα.

B.L: Χάρη στον ατζέντη μας τον Peter κλείνουμε live σχεδόν παντού. Θα πάμε Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία. Προσπαθούμε να πάμε στη Νότια Αμερική. Υπάρχουν χώρες στην Ευρώπη που, αν και περάσαμε τέλεια, δεν επιστρέψαμε ποτέ εδώ και 10-15 χρόνια. Δεν βγάζει πολύ νόημα αυτό.

M.G.: Έχουμε μια τελευταία ερώτηση για εσάς, αν και ήδη μας απαντήσατε έμμεσα. Τώρα που έχουμε αυτό το νέο lineup, αυτό το νέο EP, τη νέα μπορούμε να περιμένουμε σε αυτήν τη νέα φάση Fun Lovin’ Criminals αλλά και στις συναυλίες σας;

F.B.: Περάσαμε μια περίοδο που εγώ και ο Brian δεν μπορούσαμε να κάνουμε αυτό που λατρεύουμε, δηλαδή το να παίζουμε live, γιατί πάντα περιοριζόμασταν από την απροθυμία του Huey. Αυτό δεν ισχύει πια, άρα πρέπει να κερδίσουμε το χαμένο έδαφος. Αυτό είναι το κυριότερο τώρα. Έχουμε δύο νέες κυκλοφορίες και μας καίει το να τις παρουσιάσουμε ζωντανά σε όλα αυτά τα μέρη που δεν μπορούσαμε να παίξουμε παλιά. Όπως είπε και ο “Fast”, θέλουμε να πάει στη Νότια Αμερική, θέλουμε να πάμε στην Ιαπωνία, εδώ, εκεί. Και φυσικά, ο μεγάλος στόχος για το 2024 είναι τα μεγάλα φεστιβάλ. Έχουμε άπειρα κομμάτια που δεν μπορούσαμε να παίξουμε για χρόνια. Τώρα μπορούμε και αυτό θα κάνουμε.

Μετά, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, εγώ και ο Brian θα μπούμε στο στούντιο ή, ακόμα καλύτερα, θα αποσυρθούμε σε καμιά παραλία, να χαλαρώσουμε και να γράψουμε το επόμενο… 

B.L: Πάμε Τζαμάικα! Το λέω εδώ και χρόνια. Ή στη Φλόριντα. Μου αρέσει, για να ‘μαι ειλικρινής. Έχει ζέστη, ήλιο και μια «αμερικανίλα» πολύ καλή και πολύ κακή ταυτόχρονα. Και υπάρχουν άπειρα στούντιο εκεί.

Συμφωνώ ότι οι συναυλίες είναι το βασικότερο αυτήν τη στιγμή, όχι μόνο επεδή είναι πηγή εσόδων για εμάς. Θέλουμε να παίξουμε σε ανθρώπους που δεν έχουν ακούσει τη μουσική μας. Αυτό θα κάνουμε με το “100% Colombian Tour” τους επόμενους τρεις-τέσσερις μήνες. Μας αρέσει πολύ που θα παίξουμε ολόκληρο το άλμπουμ από την αρχή μέχρι το τέλος. Το είχαμε κάνει με το “Come Find Yourself” και περάσαμε τέλεια. Τώρα θα το κάνουμε και με το δεύτερο άλμπουμ μας. Μετά θα βγάλουμε νέα μουσική, θα παίξουμε σε καλοκαιρινά φεστιβάλ. Έχουμε άπειρα πράγματα να κάνουμε.

Νομίζω ότι δεν υπάρχει καλύτερο μέρος για να αρχίσει αυτή η περιοδεία από την Ελλάδα. Ήρθαμε και πέρσι εδώ για το Street Mode Festival και περάσαμε υπέροχα. Ακόμα γελάμε με μια φάση, όπου στη μέση της συναυλίας ανέβηκε ένας τύπος στη σκηνή και άρχισε να φωνάζει κάτι στα ελληνικά. Μετά μάθαμε ότι έδινε οδηγίες ασφαλείας στο κοινό, όπως ήταν υποχρεωμένος να κάνει σε όλες τις συναυλίες του φεστιβάλ. Εμείς, όμως, δεν το είχαμε καταλάβει και λέγαμε: «Τι σκατά συμβαίνει;!». Και το κοινό από κάτω γελούσε ασταμάτητα. Ο κόσμος στην Ελλάδα θέλει να περνάει καλά, να διασκεδάζει. Για αυτό και ξεκινάμε την περιοδεία μας μαζί σας!

M.G.: Ελπίζουμε να δικαιώσουμε τις προσδοκίες σας! Σας ευχαριστούμε πολύ και θα σας δούμε στις συναυλίες σας, λοιπόν.


Οι Fun Lovin' Criminals θα εμφανιστούν ζωντανά στη Θεσσαλονίκη (Principal Club Theater, Παρασκευή 10 Νοεμβρίου, με support act τους NASA Funk) και στην Αθήνα (Gazarte, Σάββατο 11 Νοεμβρίου). Περισσότερες πληροφορίες και εισιτήρια εδώ.

Διαβάστε ακόμα