Μία διαφορετική ανάγνωση της Μήδειας του Πιερ Πάολο Παζολίνι

«Δυο φορές βάρβαρη η Μήδεια – από καταγωγή κι από έρωτα» - Γιώργος Χειμωνάς
Διαβάστηκε φορες
Η Μήδεια αποτελεί μία από τις πιο γνωστές αρχαίες ελληνικές τραγωδίες και ένα από τα πιο δυνατά ευριπίδεια δράματα. Η δυναμική του κειμένου φαίνεται εκτός από το πρωτότυπο και σε αρκετές αξιόλογες μεταφράσεις. Η αγάπη μου για τον συγκεκριμένο μύθο σε συνδυασμό με την αγάπη μου για την κλασική μουσική με οδήγησαν στην όπερα του Κερουμπίνι, Μήδεια, με τη Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο και, καθώς το ένα έφερε το άλλο, παρακολούθησα τη Μήδεια του Παζολίνι, με μία Μαρία Κάλλας εντελώς διαφορετική.

Το ερώτημα που μου δημιουργήθηκε ήταν αν υπάρχει και ποια η σχέση ανάμεσα στην ταινία και το ευριπίδειο κείμενο, λαμβάνοντας πάντα υπόψη την όπερα του Κερουμπίνι που αποτέλεσε συνδετικό κρίκο μεταξύ τους. Αφού παρακολούθησα την ταινία τρεις φορές και διάβασα σχετικά άρθρα και κεφάλαια, αντιλήφθηκα την περαιτέρω σύνδεσή τους και το πώς είναι ιδωμένη η ιστορία της Μήδειας από τον Παζολίνι, η σύλληψη του οποίου δεν φαίνεται να έγινε ευρέως κατανοητή και κατ’επέκταση αρεστή. Στη συνέχεια αναρωτήθηκα ποια η σημασία της επιλογής της Μαρίας Κάλλας ως Μήδειας, η ερμηνεία της οποίας ήταν εξαιρετικά καλή, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι κλήθηκε να κάνει κάτι εκ διαμέτρου αντίθετο από αυτό που την έχουμε συνηθίσει. Πώς παρουσιάζει, λοιπόν, ο Παζολίνι τη Μήδεια και γιατί επέλεξε τη Μαρία Κάλλας;

Ο Παζολίνι αποφασίζει να παρουσιάσει μία Μήδεια λίγο διαφορετική από το ευριπίδειο κείμενο επισημαίνοντας την εσωτερική της κατάρρευση. Βρίσκεται σε μία συνεχή αναζήτηση για τις καλύτερες συνθήκες υπό τις οποίες θα λάβει χώρα το δημιούργημά του. Αναζητά να ανακαλύψει εκ νέου την απόσταση, αφού αυτή «εξασφαλίζει την αυθεντικότητα, συντελεί στη βύθιση, στη σύλληψη σφαιρικότερων και πρωταρχικών, ουσιωδών δηλαδή καταστάσεων».
Παραφράζοντας τα λεγόμενά του, ο τόπος πρέπει να είναι και όχι να φαίνεται άγριος και έρημος. Ο χρόνος πρέπει να έχει την «άπλα και την απεραντοσύνη του ανήμερου, ο ήλιος πρέπει να στάζει το κάμα του και η μυστηριακή μουσική πρέπει να κυριεύει ολόκληρο το κορμί». Πρέπει να βρεθεί κανείς εκεί που ο τόπος είναι ξένος, άξενος και αφιλόξενος, εκεί που μουσική και λόγος λειτουργούν μυθικά ενώ ο τόπος και ο χρόνος δεν μας θυμίζουν τίποτα.

Επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία από πολύ νωρίς, βασισμένος στη μυθολογία και δείχνοντας την πατρίδα της, την Κολχίδα. Προβάλλει το πολιτισμικό της υπόβαθρο, υπογραμμίζει τις ιδιαιτερότητές του κι έτσι συνδέει τις μετέπειτα πράξεις της περισσότερο με την καταγωγή της απ’ό,τι ο Ευριπίδης. Ωστόσο και στην ταινία τονίζεται περισσότερο η θεϊκή της προέλευση, η οποία δεν επιτρέπει στους υπόλοιπους να αντιληφθούν από ένα σημείο και μετά τον τρόπο σκέψης και δράσης της. Μάλιστα, ενώ στο αρχαίο δράμα η Μήδεια αμφιταλαντεύεται για τον τρόπο εκδίκησής της και προβάλλει μια σειρά από σκέψεις και επιχειρήματα, στην ταινία η απόφασή της έρχεται έπειτα από ένα όνειρο - όραμα - παρακίνηση του Ήλιου. 

Η συναισθηματική της μεταβολή και η ψυχική της ανισορροπία δεν υπογραμμίζονται με τον ίδιο τρόπο. Στην ταινία δεν εξωτερικεύει σε ανάλογο βαθμό τα συναισθήματά της, αλλά παραμένει μία ήρεμη δύναμη, σκληρή, αγέρωχη - τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Μόνο στην τελευταία σκηνή υπερβαίνει τη μέχρι εκείνη τη στιγμή ήρεμη όψη της. 



Η τραγωδία είναι πάντοτε παρούσα στην ταινία. Παρουσιάζοντας την ιστορία από μία διαφορετική οπτική, ο σκηνοθέτης επισημαίνει πως η τραγωδία είναι ακόμη δυνατή. Ο Παζολίνι αποδίδει τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά στη Μήδεια με πολύ κοντινά πλάνα, κυρίως προφίλ, με μειωμένο κατά πολύ το διαλογικό στοιχείο - ιδιαίτερα στην αρχή, οπότε την συστήνει στους θεατές - και με το βλέμμα. Ένα βλέμμα βαθύ, ταραγμένο σε μία όψη σχεδόν ανέκφραστη. Είναι ικανή να εκφράσει μέσα από ένα βλέμμα κάτι πολύ σύνθετο. Ο κόσμος της Μήδειας, όπως επισημαίνει ο ίδιος, υστερεί διαλόγου, επομένως ο σκηνοθέτης επικοινωνεί όσα θέλει μέσω της γλώσσας του σώματος. Πράξεις της μέσα στο ευριπίδειο κείμενο που φανερώνουν τις ψυχολογικές της διακυμάνσεις αποδίδονται παραδείγματος χάριν με ένα μόνο κοντινό πλάνο.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί η μουσική που επιλέχθηκε, για να ντύσει την ταινία, η οποία πολλές φορές αναλαμβάνει να επικοινωνήσει την ένταση κάποιου διαλόγου ή μίας πολύ έντονα φορτισμένης πράξης. Οι Γρηγοριανοί ύμνοι που δεσπόζουν ακούγονται σαν ήχοι που έρχονται μέσα από τη Μήδεια, άλλοτε ακούγονται και σαν «καθαρμός». Πρόκειται για μουσική που «ενσπείρει φόβο, πανικό, που διεγείρει το άγνωστο μες στον άνθρωπο, που δεν γνωρίζεις την ημερομηνία και τον τόπο γέννησής της, που σε περιέχει και δεν την τιθασεύεις. Μυστήριο που σε ξενίζει και σε φιλοξενεί […] Το συναισθητό γεγονός του να σε περιέχει ο κόσμος».

Λαμβάνοντας υπόψη τη σύλληψη του Παζολίνι γύρω από τη δημιουργία της Μήδειας, ο ίδιος φαίνεται να αντιφάσκει με την επιλογή της Μαρίας Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο, τουλάχιστον με μία πρώτη ανάγνωση. Ένας ρόλος - πρόκληση τόσο για τον σκηνοθέτη όσο και για την ερμηνεύτρια, αφού ήταν εκ διαμέτρου αντίθετος από τους ρόλους που είχε κληθεί να ερμηνεύσει επί σκηνής. Γι’αυτό το εγχείρημα ήταν συνάμα και τόσο γοητευτικό. Οι κριτικές ήταν κάθε άλλο παρά διθυραμβικές, ωστόσο δεν είναι λίγο πως ενώ είχε τη φωνή της ως κύριο εκφραστικό μέσο και ήταν εκτεθειμένη σε χιλιάδες κόσμου, στην ταινία έπρεπε να μιλά η όψη της, αναφερόμενη μόνο σε έναν, στον θεατή που βρίσκεται απέναντί της. Η Κάλλας ανταποκρίθηκε πλήρως στις προσδοκίες του σκηνοθέτη, επιβάλλοντας και δικά της στοιχεία, ακόμα κι αν δεν άρεσε στο κοινό, συνέβαλε επιτυχώς στο να υλοποιηθεί η σύλληψη του Παζολίνι. Ο ίδιος της είχε προτείνει στο παρελθόν να πρωταγωνιστήσει και σε άλλες ταινίες, ωστόσο μόνο η Μήδεια της τράβηξε την προσοχή ερχόμενη την κατάλληλη στιγμή να συμπέσει με δικά της βιώματα που την έκαναν να δεχτεί

Αξίζει στο σημείο αυτό να παρατεθούν μερικά αποσπάσματα από τη συνέντευξή της στον Τζιάκομο Γκαμπέτι, μέσα από τα οποία φαίνεται το πώς αντιλαμβάνεται η ίδια τον ρόλο και πώς έφτασε σε αυτό το αποτέλεσμα σε συνδυασμό με τις σκέψεις του Παζολίνι.
Η Μαρία Κάλλας επεσήμανε στη συνέντευξή της αυτή πως υποστήριζε μία Μήδεια όχι επιθετική. «Η Μήδεια του Ευριπίδη είναι μία τραγωδία πολύ βαριά, που διαρκεί δύο ώρες. Ο Παζολίνι είχε μίαν ιδέα εξαιρετική, που μου άρεσε πολύ: υπάρχει μία Μήδεια βάρβαρη και μια Ελληνίδα, υπάρχει το όνειρο και η πραγματικότητα. Στον Κερουμπίνι υπάρχει η τραγωδία και τίποτα άλλο. Αυτή εδώ είναι πιο σύγχρονη. Στην πραγματική στην καθαυτή τραγωδία φτάνεις προοδευτικά, μετά από τη μέση, γιατί υπάρχει ένα ολόκληρο πλαίσιο μύθου και θρύλου πολύ σημαντικό. Από την άλλη μεριά, την ηρωίδα τη διαμορφώσαμε σχεδόν μαζί, σιγά σιγά, για να την προσαρμόσουμε στις απαιτήσεις του σήμερα».

Στην ερώτηση πώς θα είναι στη Μήδεια εκείνη απάντησε: «Με τη Μήδεια ήθελα να τους βοηθήσω όλους, να κάνω καλό στον Παζολίνι, στη Μήδεια, σ’ένα μύθο που ξυπνάει συναισθήματα κάθε άλλο παρά επίπεδα. Πραγματικά, αγαπώ τα «ευγενή» πρόσωπα, ευγενή ως προς τα συναισθήματα, όχι ως προς την κοινωνική τάξη. Ακόμη κι όταν δεν είναι εύκολο, πασχίζω να τους εμφυσήσω ευγενή συναισθήματα. Πιστεύω ότι αυτό ταιριάζει στη φύση μου. Ελπίζω ότι κατόρθωσα όσο ήταν δυνατό να κάνω να αναδυθεί η ανθρωπιά της Μήδειας, ακόμη και αν στον μύθο δεν υπάρχει και πολλή ανθρωπιά, υπάρχει μάλλον κακία…Ίσως και να βρίσκομαι σε αντίθεση με τον Παζολίνι, αλλά εγώ θέλω περισσότερο την καλοσύνη της ηρωίδας, πηγαίνω πιο πέρα από τις αρχέγονες πτυχές της. […] Πιστεύω ότι στη Μήδεια θα μπορέσω κι εγώ να γίνω κατανοητή, γιατί παρουσίασα την ηρωίδα όσο το δυνατόν πιο ανθρώπινη. Μέσα της υπάρχουν όλα τα συναισθήματα, αλλά είναι μια εικόνα με χίλιους αγνώστους […]». 

Όπως, λοιπόν, υποστήριξε, ίσως ήρθε σε αντίθεση με τον Παζολίνι ως προς τον τρόπο προσέγγισης, αφού η ίδια στόχευε σε μία Μήδεια όχι επιθετική. Έπειτα από την παράθεση τόσο των δικών της απόψεων όσο και της γενικότερης οπτικής του Παζολίνι, είναι πιο εύκολο να αντιληφθεί κανείς γιατί συντέθηκε η ταινία κατ΄αυτόν τον τρόπο και τι αποσκοπεί ο σκηνοθέτης να επικοινωνήσει.

Αν, λοιπόν, παρακολουθήσει κάποιος την ταινία έχοντας λάβει υπόψη του τα παραπάνω, μπορεί όχι μόνο να αντιληφθεί την ιδιαίτερη σύλληψη του Παζολίνι, αλλά και να θεωρήσει το εγχείρημά του αυτό ως μία μετάφραση-μεταφορά του ευριπίδειου κειμένου. Εξάλλου, όπως έχει πει ο Ortega y Gasset, και η σιωπή είναι μια μορφή μετάφρασης.


Πηγές που χρησιμοποιήθηκαν:

Παζολίνι, Π.Π. (1989) Ο Κινηματογράφος της ποίησης (μτφ. Μωϋσίδης Β.), Αθήνα.
Παζολίνι, Π.Π. (2005) Οιδίπους Τύραννος- Μήδεια (μτφ.Αρβανιτάκης Δ.), Αθήνα.
Diálogos, Intercultural services. José Ortega y Gasset, The Misery and the Splendour of Translation.
Cerrini, C. (2015) “Ancient Greece According to Pasolini - An Analysis of Pasolini's Greek Films Edipo Re, Medea and Appunti per un' Orestiade Africana”.
Αξιολόγηση
Βαθμολογήστε το άρθρο
10,0 / 10 (σε 2 αξιολογήσεις)
Για να αξιολογήσετε επιλέξτε το επιθυμητό αστέρι

Κωδικός επιβεβαίωσης, γράψτε τους χαρακτήρες που βλέπετε στην εικόνα

Διαβάστε ακόμα