Η βραδιά ήταν γεμάτη δυναμισμό, κέφι, ένταση. Απολαύσαμε τραγούδια του δημοφιλή δημιουργού σε στίχους και μουσική δικά του, γεμάτα νοήματα και συναισθήματα. Άλλοτε με αφορμή την ανθρώπινη κοινωνία κι άλλοτε σχολιάζοντας και κριτικάροντας το πολιτικό κατεστημένο με στοχαστική διάθεση. Τραγούδια που μέσα τους ελλοχεύει ο ρομαντισμός και η κριτική σκέψη, που όταν αναμειγνύονται υποκινούν το κοινό του ερμηνευτή να θέλει να φωνάξει μέσα από την καρδιά του τα βαθύτερα θέλω και σκέψεις.
Ο Πάνος Βλάχος ανέβηκε στη σκηνή φορώντας ένα μαύρο παντελόνι κι ένα λευκό αμάνικο T-Shirt κι ερμήνευσε πολλά από τα τραγούδια του που έχουν αγαπηθεί όπως ήταν: «Ένα Τυχαίο Γεγονός», «Πρίγκιπας», «Τζέιν», «Ένα Αστείο». Ωστόσο, δεν αρκέστηκε μόνο στο κομμάτι της ερμηνείας του αλλά επεκτάθηκε και σε μικρούς διαλόγους με τον κόσμο που τον «αγκάλιασε» σχολιάζοντας τις σημερινές σχέσεις και το γρήγορο χαρακτήρα που έχουν πάρει.
Δύο πολύ όμορφες μελωδίες που ακούσαμε ήταν το τραγούδι «Όλα Περνάνε», σε στίχους δικούς του και μουσική Αλέξανδρου Κούρου, που σχολιάζει τη σύγχρονη κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις. Ένα τραγούδι από την παράσταση «Δον Ζουάν» του Πάνου Βλάχου και της Λητούς Τριανταφυλλίδου. Μία ακόμη όμορφη μελωδία ήταν το «Πιστεύω», ένα ρομαντικό τραγούδι με κοινωνικό περιεχόμενο και νόημα σε μουσική και στίχους δικούς του, που έχει αγαπηθεί ως ντουέτο με τη Νατάσα Μποφίλιου.

Καθώς περνούσε η ώρα, το κέφι άναβε όλο και περισσότερο και το ρεπερτόριο επεκτάθηκε και σε άλλα κομμάτια που κινούνται σε ρυθμούς λαϊκούς, κάνοντας ένα medley, όπως είναι τα εξής: «Θα ‘Πρεπε Να Ήσουν Εδώ», «Σ’ Έχω Κάνει Θεό», «Σώσε Με», «Ποια Με Καταράστηκε;» και πολλά ακόμη, μέχρι να φύγει ο κόσμος πλήρως ικανοποιημένος και με το χαμόγελο από τα χείλη από τη συναυλία. Το κέφι άναψε τόσο, που κάποιοι άρχισαν τους χορούς, με διαφορετικές ηλικίες να πλαισιώνουν κάποιους κύκλους στο χώρο της Τεχνόπολης.