Barry Ashworth

Barry Ashworth: Ένας Dub πιστολέρο θύμαται

Ο frontman των Dub Pistols μάλλον δεν χρειάζεται συστάσεις για το ελληνικό κοινό. Όμως, πάντα αξίζει να ζήσει κανείς τη «γεμάτη» του ζωή μέσα από τα δικά του λόγια. Αυτό κάναμε και εμείς, λίγο πριν επιστρέψει στη χώρα μας για δύο εμφανίσεις.

Διαβάστηκε φορες

Πώς αισθάνεσαι άραγε όταν γλυτώνεις παρά τρίχα το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους; Όταν «χτίζεις» την club σκηνή του Λονδίνου στα '90s; Ή όταν εμφανίζεσαι σε 50.000 ανθρώπους με τον Terry Hall των Specials, που προηγουμένως φιλοξενούσες σπίτι σου; 

Αυτά σκεφτόμουν καθώς περίμενα τον Barry Ashworth των Dub Pistols να μπει στη συνομιλία μας. Τελικά εμφανίστηκε, με ένα τεράστιο μπάνερ από το νέο τους άλμπουμ Frontiline στο φόντο. «This was not supposed to be here!» είπε με τη βαριά βρετανική του προφορά και γέλασε. Μετά από τις κατάλληλλες... ρυθμίσεις, το μπάνερ αντικαστάθηκε από ένα κλασικό τοπίο αγγλικής εξοχής και ο «πιστολέρο» ήταν έτοιμος να μοιραστεί τη ζωή του μαζί μας (για ακόμα μία φορά).

MixGrill.: Καλησπέρα, Barry! Σε ευχαριστούμε πολύ για την αποδοχή της πρόσκλησης. Σε ποιο μέρος και με τι διάθεση σε πετυχαίνουμε;

Barry Ashworth: Είμαι στην αυλή μου του σπιτιού μου και απολαμβάνω τον ήλιο, πράγμα σπάνιο τους τελευταίους μήνες. Είμαι σε ένα απομακρυσμένο χωριό του Hertfodshire, όπου βρίσκεται η δική μου διαφυγή από την πραγματικότητα. Ξεκουράζομαι για λίγο ανάμεσα στα live της περιοδείας μας. Αν και πρακτικά πάντα υπάρχει κάτι να κάνω. Όταν δεν παίζω συναυλίες, ή θα είμαι μέσα σε ένα στούντιο ή θα ασχολούμαι με το μουσικό φεστιβάλ που διοργανώνω ή θα δίνω συνεντεύξεις, όπως σε εσάς τώρα!

M.G.: OK. Η ζωή σου ακούγεται πολύ ενδιαφέρουσα, αν και λίγο κουραστική, φαντάζομαι!

B.A.: Δεν θα το ‘λεγα. Η ζωή μου θυμίζει λίγο τον περιπλανώμενο θίασο ενός τσίρκου. Είναι η ζωή που επέλεξα, είναι η δουλειά που επέλεξα. Ξες, εδώ στην Αγγλία λέμε ότι αν σου αρέσει η εργασία που κάνεις, τότε δεν δουλεύεις ούτε μία μέρα στη ζωή σου. Οπότε, μπορώ να σκεφτώ χιλιάδες άλλες δουλειές που θα με κούραζαν, αλλά όχι το να είμαι εδώ, μιλώντας μαζί σου, ή μπροστά από χιλιάδες κόσμου σε μια σκηνή. Είμαι τυχερός και προνομιούχος ως προς αυτό.

M.G.: Χαίρομαι! Μας έστειλες μία λίστα με τα πέντε αγαπημένα σου άλμπουμ και πρώτο-πρώτο ήταν το ντεμπούτο των The Specials. Θυμάσαι πώς πρωτοήρθες σε επαφή μαζί τους; Ασχολιόσουν με την two-tone μουσική και την κουλτούρα των mods;

B.A.: Μέναμε στο Λονδίνο και πήγαινα σχολείο ακόμα. Ναι, το κίνημα των mods ήταν τεράστιο κομμάτι του εαυτού μου μεγαλώνοντας. Είχα καρό ρούχα και κοστούμια, σε αντίθεση με τον αδερφό μου, που προτιμούσε τα άρβυλα και τα καρφιά. Σκουτεράκι δεν είχα, ήμουν πολύ μικρός… Όμως, θυμάμαι να πηγαίνω στο Camden Market πιτσιρικάς, να ψωνίζω το πρώτο μου κοστούμι και μετά να σκάω στο σχολικό χορό ντυμένος έτσι.

Αλλά ναι, οι Specials ήταν η μεγαλύτερη μουσική επιρροή στο ξεκίνημά μου. Το ίδιο και οι Clash. Δεν ήταν μόνο ο ιδιαίτερος ήχος τους. Εκείνη την εποχή το Ηνωμένο Βασίλειο βρισκόταν σε ένταση με αφορμή την οικονομία και τις φυλετικές ανισότητες. Πολλοί άνθρωποι ήταν ρατσιστές χωρίς καν να το καταλαβαίνουν, και την ίδια στιγμή είχες μία ανερχόμενη κοινότητα μεταναστών, π.χ. από την Τζαμάικα. Η ενσωμάτωση αυτών των ανθρώπων δεν έχει γίνει πλήρως ακόμα και σήμερα, πόσο μάλλον τότε. Κι όμως, οι Clash και οι Specials αυτό έκαναν ήδη τότε: ενσωμάτωναν τους «διαφορετικούς». Ήταν δύο από τις πρώτες πολυφυλετικές μπάντες.

M.G.: Και εκείνη η εποχή είχε και πολλές μετακινήσεις για σένα, σε διάφορες περιοχές του Λονδίνου.

B.A.: Όλη μου η ζωή είχε μετακινήσεις! Πράγματι, εκείνη την περίοδο μετακινηθήκαμε από το «λευκό» προάστιο του Carshalton σε περιοχές όπως το Battersea, το Portobello Road, το Notting Hill και αργότερα το δυτικό Λονδίνο. Σε αυτές τις περιοχές είδα τη χαοτική αντίθεση ανάμεσα στους λευκούς μεσοαστούς και τους μετανάστες από την Καραϊβική, την Τζαμάικα. Και η κουλτούρα των τελευταίων ήταν που με επηρέασε πολύ.

M.G.: Και μετά έρχεται το 1987, τότε που έφυγες στην Ίμπιζα, σωστά;

B.A.: Ναι. Πέρασα μια κλασική εφηβεία, με τις μουσικές μου, με το ποδόσφαιρο —ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής μικρός. Ως μέλος της εργατικής τάξης, δεν πίστευα ότι η μουσική βιομηχανία θα με δεχόταν ποτέ στους κόλπους της.

Πήγα στην Ίμπιζα το ’87, έναν χρόνο πριν το λεγόμενο «δεύτερο Καλοκαίρι της Αγάπης» στην Αγγλία, τότε που η club κουλτούρα έγινε must. Έμεινα για τη σεζόν εκεί, δοκίμασα Έκσταση, λάτρεψα την όλη φάση. Ήταν η εποχή που μεσουρανούσε ο DJ Alfredo στο νησί, πριν την κυριαρχία της house.


Και γυρνώντας στην Αγγλία, ξεκίνησα να μανατζάρω κλαμπ εκεί, διοργανώνοντας underground πάρτι. Κάποια στιγμή είχα ανάμιξη με τα περισσότερα μεγάλα κλαμπ του Λονδίνου, «έτρεχα» το μεγαλύτερο μέρος της νυχτερινής ζωής στην πόλη. Μέχρι που βαρέθηκα την house μουσική και ξεκίνησα τους Dub Pistols.

M.G.: Πώς θεωρείς ότι άλλαξε η club κουλτούρα όλα αυτά τα χρόνια;

B.A.: Έγινε μία μπίζνα δισεκατομμυρίων, και μάλιστα πολύ γρήγορα. Το 1987 ήταν πολύ λίγοι αυτοί που διοργάνωναν πάρτι, η club σκηνή είχε τη μορφή μικρού κοινοβίου. Αλλά κέρδισε δημοφιλία πολύ γρήγορα και μέσα σε έναν χρόνο, το ’88, έγινε ένα μπαμ από παράνομα πάρτι, που μάζευαν μέχρι και 15.000 κόσμο. Οι DJs τότε πληρώνονταν ελάχιστα. Όταν ζητούσαν περισσότερα, απορούσα με την απληστία τους! Σήμερα αποτελούν κι αυτοί κομμάτι μιας βιομηχανίας με τζίρους δισεκατομμυρίων.



Τα πάρτι παρέμειναν δακτυλοδεικτούμενα γιατί οι κυβερνήσεις δεν είχαν βρει τρόπο να τα εκμεταλλευτούν οικονομικά. Μόλις κατάλαβαν το τι μπορούν να κερδίσουν από τη φορολογία τους, ξαφνικά όλα ήταν μια χαρά. Το ίδιο ισχύει και με τα μεγάλα φεστιβάλ σήμερα. Όμως, όλα ξεκίνησαν από εκείνα τα παράνομα rave πάρτι, που ήταν δωρεάν.

Θυμάμαι να βρίσκομαι σε τέτοια πάρτι και όλοι να φέρονται σαν «αγαπούληδες» από το Έκσταση. Η αστυνομία ερχόταν και δεν ήξερε τις να τους κάνει! Αφού δεν είχε ούτε ξύλο, ούτε τσαμπουκάδες, ούτε τίποτα! Μην ξεχνάς ότι εκείνα τα χρόνια η Αγγλία ζούσε μέσα στην οπαδική βία. Δεν τολμούσες να αλλάξεις περιοχή ή πόλη. Αν σε καταλάβαιναν οι «απέναντι», θα σε τουλούμιαζαν. Και ξαφνικά όλοι μάθαν το Έκσταση, ηρέμησαν και άρχισαν να πηγαίνουν από πόλη σε πόλη για να χορέψουν στα πάρτι. Μια ολόκληρη χώρα τσίλαρε!

M.G.: Ωραίο! Όμως, εσύ πότε άρχισες να παίζεις μουσική, όχι απλά να ακούς;

B.A.: Πρέπει να ήταν την περίοδο των Happy Mondays και των Stone Roses, δύο μπάντες που λάτρευα. Όμως, έβλεπα πόσο χαοτικοί ήταν στη σκηνή. Και είπα: «Αφού μπορούν αυτοί, μπορώ κι εγώ». Ξεκίνησα μία άλλη μπάντα, τους Déjà Vu. Θέλαμε να γίνουμε οι Λονδρέζοι Happy Mondays!


Κλείσαμε με μία δισκογραφική, βγάλαμε το ντεμπούτο μας, όλα καλά. Ήμασταν η αγαπημένη ανακάλυψη για το ΝΜΕ και το Melody Maker. Ήδη από τα πρώτα live μαζεύαμε 1.500 άτομα, κυρίως γνωστούς μας από την club σκηνή. Εμείς, πάλι, ήμασταν ένα μάτσο τύποι που ουσιαστικά μάθαιναν να παίζουν πάνω στο stage. Πολύ πανκ φάση. Εγώ, θυμάμαι, είπα τρία κομμάτια και μετά λιποθύμησα από το άγχος! Δεν ήμασταν έτοιμοι για αυτό. Ε, μετά η δισκογραφική κατέρρευσε, ο μουσικός Τύπος δεν μας αγαπούσε πια και ήρθε το οριστικό τέλος.

M.G.: Και το 1996 γνώρισες τον Jason O'Bryan και ιδρύσατε μαζί τους Dub Pistols, σωστά;

B.A.: Ναι. Ασχολιόμουν ακόμα με τα κλαμπ και μάλλον ψαχνόμουν για διαφορετικούς ήχους. Κάποια στιγμή άκουσα το ντεμπούτο των Chemical Brothers —τότε Dust Brothers— και σκέφτηκα πόσο ιδιαίτερο ήταν αυτό που άκουγα. Ήταν ηλεκτρονική μουσική μαζί με χιπ χοπ. Το λάτρεψα και στράφηκα εκεί, προς το big beat, το breakbeat, τέτοια είδη. Ηχογράφησα τα πρώτα μου tracks με τον Keith Tenisswood των Sabres of Paradise.


Στο μεταξύ, ο Jason είχε γράψει ένα κομμάτι με τον Derek Dahlarge των Ceasefire. Μου άρεσε και του πρότεινα να συνεργαστούμε. Στην αρχή έκανα εγώ το deejaying, αλλά αργότερα ήρθε ο DJ Stix να με αντικαταστήσει στο scratching. Μετά ήρθε ο Johnny [King] και σταδιακά σχηματίστηκε το γκρουπ. Η περιπέτεια ξεκινούσε!

M.G.: Στην πορεία αυτής της περιπέτειας έχετε συνεργαστεί με πολλούς μουσικούς, ενώ και το lineup της μπάντας άλλαξε αρκετά. Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα όταν συνεργάζεσαι με τόσους ανθρώπους;

B.A.: Πολλά τα πλεονεκτήματα. Όλους αυτούς τους ανθρώπους εγώ τους θαύμαζα, πολλοί ήταν μουσικοί ήρωες για μένα: Ο Terry Hall, ο Gregory Isaacs, ο Horace Andy, ο Busta Rhymes…

Από την άλλη, το να κρατάς την μπάντα ενωμένη είναι διαφορετική υπόθεση. Είναι γνωστό πως οι Dub Pistols είχαμε στην αρχή μία… πολύ καλή σχέση με το αλκοόλ και τις ουσίες. Αυτό έχει συνέπειες. Τα συναισθήματα χαράς είναι συνεχή, το ίδιο και οι εντάσεις. Ευτυχώς δεν πάψαμε ποτέ να είμαστε φίλοι με όσους πέρασαν από το γκρουπ. Απλά, κάποια στιγμή οι ζωές μας αλλάξαν. Κάποιοι κάναν οικογένειες και δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν. Όμως, κρατάμε επαφές. Ο Jason αποχώρησε αλλά γράφουμε ακόμα κάποια κομμάτια μαζί, το ίδιο και ο Stix.

M.G.: Δεν είναι δύσκολο να καταλήξετε σε ένα τελικό αποτέλεσμα τόσοι άνθρωποι;

B.A.: Όχι, γιατί σε γενικές γραμμές τη σύνθεση και την παραγωγή την αναλαμβάνω εγώ. Δεν μπορούν οχτώ άνθρωποι να γράψουν ένα κομμάτι. Είναι σαν να έχεις οχτώ σεφ σε μια κουζίνα. Απλά θα καταλήξεις να πετάει ο ένας φαγητά στον άλλον! Τα καλά νέα είναι ότι και τα υπόλοιπα μέλη έχουν τα δικά τους project, οπότε δεν νιώθουν παραγκωνισμένοι δημιουργικά. Αλλά και εγώ έχω γίνει πολύ πιο ανεκτικός στην πορεία.

M.G.: Ερχόμαστε στο 2001, που ήταν μάλλον μια δύσκολη χρονιά για εσάς. Επισκέφτηκες τους Δίδυμους Πύργους μόλις μία μέρα πριν την 11η Σεπτεμβρίου. Εξαιτίας της επίθεσης, η κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ σας ακυρώθηκε. Φαντάζομαι ότι τα συναισθήματά σου ήταν ανάμικτα. Από τη μία είχες όλα αυτά να συμβαίνουν, από την άλλη γλύτωσες παρά τρίχα από μία τρομοκρατική επίθεση…

B.A.: Εκείνη τη μέρα άλλαξε η ζωή μου και ο κόσμος όλος. Ήταν η πρώτη φορά που πιστεύαμε ότι θα τα καταφέρναμε σαν μουσικοί. Και ξαφνικά βρίσκομαι στο L.A., μία μέρα μετά την επίσκεψη στους Πύργους, να παρακολουθώ το γεγονός από την τηλεόραση, τρομοκρατημένος. Είχαμε ήδη ένα συμβόλαιο με την Geffen Records, αλλά κατάλαβα με τη μία ότι ο δίσκος δεν θα κυκλοφορούσε. Φυσικά, όλα μπήκαν σε δεύτερη μοίρα συγκριτικά με τις ζωές που χάθηκαν και την όλη επικαιρότητα.

Πρέπει να σου πω ότι σαν άνθρωπο με διακατείχε ένα αίσθημα παντοδυναμίας. Είχα πέσει στις γραμμές του τρένου όταν ήμουν 4 ετών, γλυτώνοντας παρά τρίχα την ηλεκτροπληξία. Για χρόνια θεωρούσα τον εαυτό μου άτρωτο, αφού γλύτωσα από αυτό. Το ίδιο αισθάνθηκα και με την 11η Σεπτεμβρίου. Αν ο Θεός ήθελε να με πάρει κοντά του, θα φρόντιζε να πήγαινα στους Πύργους μια μέρα αργότερα. Οπότε, ευχαριστώ τη μοίρα μου που γλύτωσα, όμως μεγαλώνοντας καταλαβαίνω ότι είμαι ένας ακόμα θνητός και ο θάνατος με περιμένει, όπως όλους. Όπως περίμενε και τον Terry Hall [σημ: τραγουδιστής των The Specials].

M.G.: Σε ευχαριστώ για την ειλικρινή απάντηση. Σκόπευα να μιλήσουμε και για τον Terry Hall, με τον οποίο είχατε μια δυνατή φιλία. Θυμάσαι πότε τον συνάντησες πρώτη φορά;

B.A.: Ζούσα στο δυτικό Λονδίνο τότε και ήρθε από το σπίτι μου για να ηχογραφήσουμε ένα κομμάτι μαζί, το The Problem Is. Τον θυμάμαι να στέκεται στην πόρτα μου και να γνωριζόμαστε. Αρχικά μού είχε δώσει άλλη εντύπωση. Είχε ένα πολύ ιδιαίτερο χιούμορ. Αστειευόταν μιλώντας με έναν σοβαρό τόνο που σε ψάρωνε. Θυμάμαι να τραγουδάει στο σπίτι μου και εγώ να ανατριχιάζω που είχα τον παιδικό μου ήρωα στο σαλόνι μου.

 


M.G.: Αυτό πρέπει να έγινε κάπου το 2004;

B.A.: Μάλλον. Είχα υπογράψει με την Universal και ήξερα ότι μπορούσα πλέον να προσεγγίσω διασημότερους καλλιτέχνες. Του πρότεινα να δουλέψουμε μαζί, αλλά δεν πίστεψα ούτε στιγμή ότι θα δεχόταν. Όμως, να που δέχτηκε και έτσι καταλήξαμε με ένα από τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια των Dub Pistols.

Ο Lynval Golding (αριστερά) με τον Barry Ashworth (κέντρο) και τον Terry Hall (δεξιά) το 2019.


Κάναμε τουρνέ μαζί για τρία χρόνια. Με γνώρισε με τον Lynval Golding [σημ: κιθαρίστα των The Specials] και τον έπεισε να παίξει μαζί μας σε μία αντιρατσιστική συναυλία. Παίξαμε όλοι μαζί σε ένα κοινό 50.000 ανθρώπων. Τρέλα!

M.G.: Τέλειο! Και ο θάνατος του Terry σάς επηρέασε στο γράψιμο του τελευταίου σας άλμπουμ, του Frontline;

B.A. Όχι. Είχαν τελειώσει οι ηχογραφήσεις τότε. Θυμάμαι ότι το έμαθα ένα βράδυ Κυριακής. Με πήρε ο Lynval Golding να μου το πει. Ήξερα ότι ο Terry ήταν άρρωστος, αλλά και πάλι… Ωστόσο, έχουμε ένα τραγούδι στο νέο άλμπουμ που το αφιερώνουμε στον Terry. Λέγεται Love. Ξες, τα τελευταία λόγια που είχε πει ο Terry στον Lynval ήταν: “Love, love, love”. Ήταν ένας άνθρωπος που πάντα παραστεκόταν στους αδύναμους. Ήταν ένας ήρωας, μια μουσική ιδιοφυία.

 

M.G.: Τα καλά νέα είναι ότι θα ζει για πολλά χρόνια μέσα από τις αναμνήσεις σας και τη μουσική του… 

B.A.: Προφανώς. 

M.G.: Και τώρα, επιστρέφοντας πίσω στο ντεμπούτο σας, θέλω να μας πεις τι άλλαξε στον τρόπο με τον οποίο κάνετε μουσική συγκριτικά με τα ‘90s.

B.A.: Προφανώς η τεχνολογία. Εκείνη την εποχή ο εξοπλισμός ήταν ο απόλυτα βασικός, και ήταν αναλογικός. Το sampling το έκανες με ένα Akai S900, που ένας θεός ξέρει πόσους περιορισμούς έθετε. Τα στούντιο ήταν γεμάτο από αναλογικούς κομπρέσορες, κονσόλες κτλ. Τώρα γράφεις ένα κομμάτι στο λάπτοπ σου, σε συνεργασία με ανθρώπους από κάθε γωνιά της γης. Και γλυτώνεις το να σκας 1.500 λίρες τη μέρα για ένα στούντιο!

M.G.: Άρα είναι πολύ πιο εύκολο. Όμως, μήπως έχασε και τη γλύκα του λίγο; Έγινε λιγότερο... χαριτωμένη η διαδικασία;

B.A.: Η μουσική βιομηχανία άλλαξε ραγδαία, όμως η μουσική καθαυτή παραμένει η κινητήριος δύναμη. Το νόημα είναι να θεωρείς κάθε σου δουλειά σαν την καλύτερη που έχεις κάνει ποτέ. Προφανώς δεν θα είναι πάντα έτσι, αλλά εσύ αυτό το mentality πρέπει να έχεις. Χωρίς αυτό το πάθος δεν επιβιώνεις σε μια τέτοια σκληρή βιομηχανία. Τη μία σε λατρεύουν, την άλλη σού γυρνάνε την πλάτη και σε κριτικάρουν σκληρά. Όμως, τη γλύκα δεν θα τη χάσεις αν αγαπάς τη μουσική. Μπορείς να αγαπάς τη μουσική χωρίς να αγαπάς τη σάπια βιομηχανίας της.

M.G.: Αυτό είναι μια καλή πάσα για να πούμε και για το φεστιβάλ που διοργανώνεις, το Mucky Weekender.

B.A.: Ναι. Έχοντας παίξει στην πλειοψηφία των φεστιβάλ ανά των κόσμο, ήθελα να δοκιμάσω και κάτι δικό μου. Το φεστιβάλ θα γίνει για τέταρτη χρονιά φέτος και ήδη πάει πολύ καλά. Ξεκίνησε λίγο ήπια αλλά πλέον γίνεται πραγματικό φεστιβάλ, με πολλά stages, και ο κόσμος το αγκαλιάζει πραγματικά.

M.G.: Ωραία. Και γενικότερα, πιστεύω ότι η μουσική βιομηχανία στρέφεται μαζικά προς τα φεστιβάλ, σωστά;

B.A.: Είπα ότι η βιομηχανία άλλαξε. Κάπου διάβασα τις προάλλες ότι εννιά streams ενός ολόκληρου δίσκου ισοδυναμούν με τα έσοδα που έφερνε κάποτε η πώλησή ενός αντιγράφου του σε φυσική μορφή. Οπότε, οι καλλιτέχνες πλέον δεν βιοπορίζονται από τη δισκογραφία αλλά από το touring. Πρέπει έντεκα μήνες το χρόνο να είσαι στη γύρα και ο ανταγωνισμός αυξάνεται κατακόρυφα. Πλέον μπορεί να έχεις πέντε ή έξι καλλιτέχνες να περιοδεύουν σε μια πόλη την ίδια μέρα και το κοινό να πρέπει να διαλέξει.


Παράλληλα, εδώ στην Αγγλία βιώνουμε μία ατέλειωτη κρίση, όπως και η Ελλάδα. Ο πληθωρισμός είναι στα ύψη, το Brexit έφερε καταστροφικά αποτελέσματα, τα κόστη ανέβηκαν τρομερά. Καλούμαστε να ανταγωνιστούμε τους «γίγαντες», που προσφέρουν εκατομμύρια σε έναν καλλιτέχνη για να τον έχουν αποκλειστικά. Και φυσικά, χρεώνουν τεράστια ποσά στο κοινό. Άρα, αν κάποιος δώσει 100 λίρες για να δει τον τάδε μεγάλο καλλιτέχνη, μετά δεν θα μπορεί να δώσει 20 για να δει τους Dub Pistols.

Τέλος πάντων, εμείς επιβιώνουμε. Προσπαθούμε να παραμείνουμε ένα ανεξάρτητο, διευρυμένο μουσικά φεστιβάλ. Δεν προσπαθούμε να ανταγωνιστούμε αυτό το πράγμα.

M.G.: Καλή επιτυχία και με αυτό. Και κλείνοντας, τι έχουμε να περιμένουμε από τις επερχόμενες εμφανίσεις σας στην Ελλάδα;

B.A.: Είχαμε πάντα μία τρομερή σχέση με το ελληνικό κοινό! Οι εμφανίσεις μας έχουν αλλάξει σημαντικά, είναι ουσιαστικά ένα καινούργιο σόου σε σχέση με παλιά. Μιλάμε για πάνω από δύο ώρες ασταμάτητου πάρτι! Ανυπομονώ να επιστρέψω στη χώρα σας, που πραγματικά αγαπώ.

M.G.: Τιμή μας! Σας περιμένουμε και εμείς, λοιπόν, για να δείξουμε τη δική μας αγάπη.

 

Οι Dub Pistols θα εμφανιστούν, με αφορμή το νέο τους άλμπουμ Frontline, στις 19 Μαΐου στο Block 33 (Θεσσαλονίκη) και στις 20 Μαΐου στο Arch Club-Live Stage (Αθήνα). Το ερχόμενο φθινόπωρο αναμένεται η κυκλοφορία ενός ντοκιμαντέρ για τη μουσική τους πορεία, του What Could Possibly Go Wrong? The History Of The Dub Pistols.

Διαβάστε ακόμα