Οι Βρετανοί The Underground Youth είναι, χωρίς αμφιβολία, μία από τις μπάντες που έχουν χτίσει ισχυρούς δεσμούς με το ελληνικό κοινό. Εδώ ήταν που έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση εκτός Αγγλίας, το 2012, και ανάλογες εμφανίσεις έμελλε να ακολουθήσουν πάρα πολλές στο μέλλον.
Από το 2012, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Με ιθύνοντα νου τον τραγουδιστή, κιθαρίστα και συνθέτη Craig Dyer, το lineup της μπάντας οριστικοποιήθηκε πλέον οριστικά με τους Olya Dyer (ντραμς), Leonard Kaage (κιθάρα) και Samira Zahidi (μπάσο), ενώ μόνιμος τόπος διαμονής τους —με λίγες εξαιρέσεις— έγινε απ' το 2016 το Βερολίνο.
Πολυγραφότατοι και έντονα ατμοσφαιρικοί, οι The Underground Youth μετράνε πάνω από 10 κυκλοφορίες με τη μορφή full-length δίσκων και EPs. Στο επίκεντρο βρίσκεται πάντα μία post-punk, lo-fi αισθητική, με κυρίαρχο συναίσθημα μελαγχολίας και υπαρξιακούς προβληματισμούς. Τελευταίος σταθμός σε αυτό το μουσικό ταξίδι το άλμπουμ "Décollage", στο οποίο ο Dyer και οι συνεργάτες του προχώρησαν σε ένα μουσικό «ξεγύμνωμα», που δίνει και το όνομά του στο άλμπουμ. Ο ίδιος ο Dyer κάνει λόγο για συμπαγή «κομμάτια» κιθαριστικού θορύβου, τα οποία μετά «θρυμματίζει» μέσα από το μπλέξιμο με πιο abstract μελωδίες από hip hop beats και έγχορδα.
Αυτό το ιδιότυπο... αντί-κολλάζ θα παρουσιάσουν, μαζί με άλλα κομμάτια από την εκτεταμένη δισκογραφία τους, με εμφανίσεις τους αυτή την εβδομάδα σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Ιωάννινα. Λίγο πριν τους υποδεχτούμε ξανά, λοιπόν, μιλήσαμε με τον Craig για τις σχέσεις μέσα σε μία μπάντα, την προσμονή των live, τη δημιουργική διαδικασία και την τόσο ξεχωριστή σχέση με την Ελλάδα.

MixGrill: Μιας και το συγκρότημα ξεκίνησε ως προσωπικό σου project, θα θέλαμε να μάθουμε πώς προέκυψε η σημερινή του σύνθεση και πόσο εύκολο ήταν για τα υπόλοιπα μέλη να ενταχθούν στο δημιουργικό σου όραμα.
Craig Dyer: Νομίζω ότι το βασικό είναι να βρεις ανθρώπους που να μοιράζονται το δημιουργικό σου όραμα. Εγώ και η Olya, που είναι το μακροβιότερο μέλος της μπάντας αλλά και σύζυγός μου, ήμασταν πάντα απόλυτα συντονισμένοι με τις καλλιτεχνικές μας ιδέες. Τι πιο φυσικό, λοιπόν, από το να είμαστε μέρος του ίδιου project; Ο κιθαρίστας μας, ο Leo, με τον οποίο συνεργάζομαι επίσης στο στούντιο γράφοντας και ηχογραφώντας μουσική, συμμετέχει στο project από τότε που έκανε την παραγωγή του "What Kind Of Dystopian Hellhole Is This?" το 2016, άρα έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια φιλίας και συνεργασίας. Η Samira εντάχθηκε στην μπάντα ως μπασίστριά μας το 2022, αν και είχε κατανοήσει από πριν ενταχθεί τι αντιπροσωπεύει η μπάντα. Έτσι, παρόλο που εξακολουθώ να είμαι κατά κάποιο τρόπο ο δημιουργικός πυρήνας, οι The Underground Youth είναι σε μεγάλο βαθμό μια μπάντα που αποτελείται από τέσσερα άτομα με ένα κοινό καλλιτεχνικό όραμα.
M.G.: Ξεκινήσατε από το Μάντσεστερ, μια πόλη με σπουδαία μουσική παράδοση, αλλά τελικά μετακομίσατε μόνιμα στο Βερολίνο το 2016. 10 χρόνια αργότερα, τι πιστεύετε ότι κερδίσατε και τι ενδεχομένως χάσατε με αυτή σας την επιλογή;
C.D.: Αν μη τι άλλο, κανείς δεν μπορεί να πει ότι το Βερολίνο στερείται σημαντικών εκπροσώπων στην Ιστορία της μουσικής! Είχε τον Bowie, τον Iggy Pop, τον Nick Cave εδώ και φυσικά τους Einstürzende Neubauten. Όταν μετακομίσαμε, το Βερολίνο μού πρόσφερε πολύ περισσότερες πηγές έμπνευσης από το Μάντσεστερ. Νομίζω ότι ήταν πια προφανές πως η μουσική σκηνή της γενέτειράς μου χρειαζόταν μία ανανέωση, για να μην πω αναγέννηση… Είμαστε ακόμα πολύ χαρούμενοι με αυτήν μας την απόφαση. Αλλιώς δεν θα κλείναμε 10 χρτόνια εδώ! Υπάρχουν κάποιοι φίλοι, κάποια μπαρ και γεύσεις της βρετανικής κουζίνας που μου λείπουν, αλλά δεν νομίζω ότι χάσαμε τίποτα άλλο με την επιλογή μας. Μόνο κερδίσαμε.
M.G.: Πόσο σημαντικό θεωρείς, για ένα άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, το να βρίσκεις συνεργάτες με τους οποίους μοιράζεσαι το ίδιο μουσικό «λεξιλόγιο», νιώθοντας παράλληλα την ελευθερία να το εκφράσεις; Και πόσο δύσκολο είναι να αφήσεις ένα κομμάτι του εαυτού σου στα χέρια κάποιου άλλου;
C.D.: Νομίζω ότι αυτό μπορεί να λειτουργήσει και με τους δύο τρόπους. Προφανώς είναι πολύ σημαντικό να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που εντέλει γίνονται συνεργοί στη δημιουργική σου προσπάθεια. Ωστόσο, κι η συνεργασία με κάποιον του οποίου η προσέγγιση ή το όραμα διαφέρει από το δικό σου μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή, πρόοδο και ανάπτυξη των δικών σου ιδεών. Το πιστεύω πραγματικά ότι μπορεί να οδηγήσει σε δημιουργικά θαύματα αυτή η συνθήκη.
M.G.: Στο πιο πρόσφατο άλμπουμ σας, “Décollage” (2025), αποφασίσατε να διατηρήσετε τον σκοτεινό, ψυχεδελικό χαρακτήρα της μουσικής σας, αλλά σε μελωδίες με περισσότερο trip hop και όχι τόσο post punk χαρακτήρα, όπως κάνατε στο παρελθόν. Πώς καταλήξατε σε αυτό;
C.D.: Προσπαθώ να αλλάζω την προσέγγιση και τον ήχο μας με κάθε νέο δίσκο, όμως όχι πάρφα πολύ. Διατηρώ πάντα αυτό που πιστεύω ότι είναι «ο ήχος των The Underground Youth», αλλά θέλω να τον μετατοπίζω κάπως σε μια νέα, διαφορετική κατεύθυνση με κάθε άλμπουμ. Στο “Décollage” αυτή η νέα κατεύθυνση προήλθε από hip-hop beats και ορχηστρικές μελωδίες από έγχορδα (τις οποίες ο κόσμος συνδέει με το trip-hop). Αλλά, τουλάχιστον για μένα, το άλμπουμ διατηρεί το χαρακτήρα της μουσικής των The Underground Youth. Όσον αφορά τις επόμενες δουλειές μας, ας δούμε τι θα προκύψει!
M.G.: Έχετε κυκλοφορήσει δώδεκα άλμπουμ και τέσσερα EP από το 2009 μέχρι σήμερα. Θα λέγαμε ότι είστε μία παραγωγική μπάντα. Πιστεύετε ότι η διαδικασία της σύνθεσης είναι κάτι εύκολο για εσάς ή αντιμετωπίζετε δυσκολίες και δημιουργικά αδιέξοδα; Γενικά, κρατάτε τις περισσότερες ιδέες που προκύπτουν κατά τη διάρκεια των jamming sessions ή υπάρχουν πολλές που δεν αξιοποιούνται;
C.D.: Προσωπικά, γράφω σχεδόν συνέχεια. Δεν έχω βιώσει ποτέ πραγματικά μεγάλα δημιουργικά αδιέξοδα, αν και υπάρχουν περίοδοι που μου λείπει η έμπνευση, και τότε όλα όσα γράφω ή σκέφτομαι είναι κατευθείαν για τα σκουπίδια. Όμως, ακόμα και τότε δεν σταματάω τη διαδικασία, απλώς αφήνω τη φάση να κυλήσει μέχρι να ξαναέρθει η έμπνευση. Νομίζω ότι γι' αυτό καταφέρνω να παραμένω τόσο παραγωγικός με τις κυκλοφορίες μας. Δεν είμαστε μια μπάντα που συμμετέχει σε “jamming sessions”. Δημιουργώ πρόχειρα demos ιδεών που πιστεύω ότι θα λειτουργήσουν, τις πηγαίνω στον Leo και ξεκινάμε την ηχογράφηση, εντάσσοντας κι άλλες νέες ιδέες στη διαδικασία. Η Olya και η Samira συμμετέχουν στις ηχογραφήσεις κατά καιρούς, αλλά δεν θα έλεγα ότι οι The Underground Youth έχουν «τζαμάρει» ποτέ ως μπάντα.
M.G.: Ταξιδεύεις εδώ και πολλά χρόνια με το συγκρότημα —θα μπορούσε κανείς να πει ότι η διαμονή σου στο Βερολίνο είναι ημιμόνιμη, αφού πολύ συχνά σπίτι σου είναι ο δρόμος. Με ποιους τρόπους επηρεάζει αυτό το συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον την καλλιτεχνική σου ταυτότητα;
C.D.: Όλα αυτά τα ταξίδια δεν εισχωρούν απλώς στην καλλιτεχνική σου ταυτότητα. Αλλάζουν κι αυτό που είσαι ως άτομο. Μαθαίνεις τόσα πολλά για τον κόσμο, για τους ανθρώπους, για διαφορετικούς πολιτισμούς και έθιμα, για τον εαυτό σου. Είναι ένα δώρο να ταξιδεύεις και να απορροφάς τόσα πολλά από τόσα πολλά διαφορετικά περιβάλλοντα. Και φυσικά επηρεάζει τον τρόπο που βλέπεις τα πάντα. Επηρεάζει τη ζωή σου και, ως εκ τούτου, αναμφίβολα επηρεάζει τη δημιουργική σου στόφα.
M.G.: Οι μεγάλες και συχνές παγκόσμιες περιοδείες έχουν γίνει καθοριστικό στοιχείο της καλλιτεχνικής ταυτότητας του συγκροτήματος. Από το 2008 μέχρι σήμερα, έχει αλλάξει το κοινό σας; Έχετε παρατηρήσει διαφορές στον τρόπο που οι ακροατές βιώνουν τα live σας κατά τη διάρκεια αυτών των —σχεδόν— δύο δεκαετιών;
C.D.: Φυσικά και υπάρχουν διακριτές διαφορές στο κοινό από χώρα σε χώρα, όμως αυτές έχουν να κάνουν κυρίως με το πολιτισμικό πλαίσιο, που δεν έχει αλλάξει δραστικά μέσα σε δύο δεκαετίες. Ωστόσο, υπήρξαν και περιπτώσεις όπου το κοινό μας άλλαξε ως προς το μέγεθος ή τον ενθουσιασμό του, ανάλογα με την απήχησή μας στον εκάστοτε τόπο με την πάροδο των ετών. Θυμάμαι ότι αμέσως μετά την πανδημία οι θεατές σε συναυλίες ήταν πολύ λιγότεροι και εμφανώς διαφορετικοί: πιο αποστασιοποιημένοι και ήσυχοι. Ευτυχώς, πλέον διανύουμε μία εξαιρετική περίοδο, τόσο για το συγκρότημα όσο και για τις ζωντανές μας εμφανίσεις γενικότερα.
M.G.: Αλήθεια, τι νιώθει ένας μουσικός στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της τελευταίας συγχορδίας στο soundcheck και του πρώτου έντονου χειροκροτήματος ενώ ανεβαίνει στη σκηνή; Πώς επηρεάζονται αυτά του τα συναισθήματα από τη δύναμη της συνήθειας, καθώς παίζει όλο και περισσότερα live; Εσείς πώς το βιώνετε;
C.D.: Για εμάς, αυτό το κενό μεταξύ soundcheck και συναυλίας έχει γίνει ρουτίνα εδώ και χρόνια. Το μόνο που σκεφτόμαστε είναι πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε το χρόνο μας. Να κάνουμε μια βόλτα στην πόλη, να συναντήσουμε φίλους, να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο για ένα ντους, να πιούμε ένα ποτό σε ένα τοπικό μπαρ ή να ξεκουραστούμε λίγο στα παρασκήνια. Πλέον, δεν νιώθω καθόλου νευρικός πριν από τις εμφανίσεις μας. Μόνο ενθουσιασμό και προσμονή.
M.G.: Μιας και ονομάζεστε The Underground Youth, θα θέλαμε να ρωτήσουμε αν υπάρχει κάποιο νεανικό underground συγκρότημα που είναι ανερχόμενο και εκτιμάτε. Θα μπορούσε να είναι ένα συγκρότημα που έχει σαφώς επηρεαστεί από τη μουσική σας ή κάτι εντελώς διαφορετικό.
Δεν μπορώ να σκεφτώ κανένα όνομα που να μου έρχεται κατευθείαν στο μυαλό, αλλά υπάρχουν πολλά σπουδαία νεαρά συγκροτήματα, ακόμαι και αν δει κανείς μόνο στο Βερολίνο. Όπως γίνεται εδώ και δεκαετίες, η πόλη προσφέρει πολύ αξιόλογες ευκαιρίες για νέα, φιλόδοξα συγκροτήματα. Μικρούς συναυλιακούς χώρους όπου μπορείς εύκολα να κλείσεις συναυλίες, και πρόθυμοι θαμώνες που θέλουν να ακούσουν νέες μπάντες. Από κει και πέρα, δεν μπορώ να πω με σιγουριά πόση επιρροή έχει ασκήσει η μουσική μας στα ανερχόμενα συγκροτήματα της πόλης. Αυτήν τη στιγμή, η βερολινέζικη σκηνή στρέφεται πολύ στην αναβίωση του εναλλακτικύ ήχου των ‘90s, με τον οποίο εμείς δεν έχουμε τόση σχέση.
M.G.: Σε ένα από τα κομμάτια που ξεχωρίσαμε από το “Décollage”, το “From The Ashes Of Our Age”, γράφετε: “Look on ahead that some salvation may be born, from the ashes of our age”. Εσείς τι θέλετε να δείτε να αναγεννάται από τις «στάχτες» της εποχής μας;
C.D.: Επιλέγω να μη χάνω την ελπίδα μου για τις μελλοντικές γενιές και ούτε πρέπει. Με την Olya έχουμε μια τρίχρονη κόρη. Ελπίζω οι επόμενες γενιές να χτίσουν έναν κόσμο με περισσότερη ενσυναίσθηση, κατανόηση και φροντίδα για τους ανθρώπους και τον πλανήτη που όλοι μοιραζόμαστε…
M.G.: Εδώ και πολλά χρόνια, η Ελλάδα αποτελεί τακτική στάση σε όλες τις περιοδείες σας. Τι είναι αυτό που σας συνδέει με το ελληνικό κοινό και τι προσφέρετε σε κάθε σας εμφάνιση για να διατηρήσετε το ενδιαφέρον του;
C.D.: Η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα που επισκεφτήκαμε όταν βγήκαμε εκτός Ηνωμένου Βασιλείου για περιοδεία, το 2012. Αυτή θα είναι η ένατη φορά που εμφανιστούμε εδώ. Κάθε μας εμφάνιση σε ελληνικό έδαφος έχει εκπληκτικό κοινό, με παθιασμένους και αφοσιωμένους θαυμαστές. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που μας συνδέει τόσο μαζί τους, αλλά κι εμείς δίνουμε τα πάντα στη σκηνή για χάρη τους, οπότε μάλλον αυτό τούς κάνει να έρχονται ξανά και ξανά. Ανυπομονούμε να σας ξαναδούμε, έχουμε σχεδιάσει μια πραγματικά ξεχωριστή συναυλία!

Οι The Underground Youth θα εμφανιστούν την Πέμπτη 19 Μαρτίου στη Θεσσαλονίκη (Block 33, 26ης Οκτωβρίου 33), την Παρασκευή 20 και το Σάββατο 21 Μαρτίου στην Αθήνα (Arch, Κρήτης 1 & Πέτρου Ράλλη 29) και την Κυριακή 22 Μαρτίου στα Ιωάννινα (Stage Ioannina, Μάτσικας). Περισσότερες πληροφορίες και εισιτήρια εδώ, εδώ και εδώ.