Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε επί σκηνής τη σουρεαλιστική συνάντηση ζωντανών και νεκρών, δύο κεντρικών προσώπων, δηλαδή των δύο μανάδων, τις οποίες υποδύονται η Μαρσέλα Λένα και η Κατερίνα Χάσκα, και δύο αντρών, τους οποίους υποδύονται ο Ορέστης Ζιώγκας και ο Αγκ Απολονί. Το κεντρικό αφήγημα είναι ο Πόλεμος του Κοσόβου το 1998-1999. Η οπτική με την οποία έγραψε το σενάριο και έκανε τη σκηνοθεσία η Γιώτα Κουνδουράκη είναι αυτή των μανάδων και είναι υπαρκτά πρόσωπα. Η μία μάνα αυτοκτονεί όταν παραλαμβάνει τα οστά των παιδιών της και η άλλη έχει ήδη χάσει κάποια από τα παιδιά της και περιμένει ακόμα, μετά από 26 χρόνια, να γυρίσουν από τον πόλεμο τα άλλα και ο άντρας της.
Τραγικές φιγούρες στους ρόλους τους, η Μαρσέλα Λένα και η Κατερίνα Χάσκα, μας κάνουν να κλάψουμε μα και να φωνάξουμε από απόγνωση και θυμό. Καταφέρνουν να μας μεταφέρουν την άσχημη πραγματικότητα που βιώνουν και να μας κάνουν κοινωνούς στο δράμα τους. Μοιράζονται μαζί μας τη θλίψη, την αγωνία, την προσμονή, τον τρόμο, το θυμό, συναισθήματα που όλα είναι επακόλουθα του πολέμου. Πότε η μία, πότε η άλλη εμφανίζονται στη σκηνή να μιλάνε, να μας μεταφέρουν στιγμιότυπα από τις ζωές τους, η μία στα άσπρα (Κατερίνα Χάσκα) και η άλλη στα μαύρα (Μαρσέλα Λένα).

Στο ρόλο της Κατερίνας Χάσκα, της μάνας που της φέρνουν τα οστά των παιδιών της, βλέπουμε την τρέλα και τη βαθιά πληγή της μάνας που δεν έχει τίποτα να χάσει πια στη ζωή της και παραδίδεται στο έλεος της μοίρας της, βάζοντας τέλος στη ζωής της. Στον ρόλο της Μαρσέλας Λένα, της μάνας που ζει με την προσμονή και την ελπίδα να ξαναδεί τον άντρα και τα παιδιά της, βλέπουμε την ερμηνευτική δεινότητα της μάνας που υπάρχει και προσμένει, ελπίζει και άλλοτε θρηνεί την ελπίδα και το χαμό, το όνειρο και την ψευδαίσθηση. Αυτή η γυναίκα προσπαθεί να υπάρχει μόνο για να ελπίζει, φτιάχνει το σπίτι της για να υποδεχθεί την ελπίδα και το φως σε έναν αγώνα για τη ζωή.
Η μεγάλή σκηνή του θεάτρου ΕΛΕΡ μετατρέπεται σε ένα πεδίο μάχης μεταξύ προσμονής για ζωή και φόβου για τον επικείμενο θάνατο. Την ίδια στιγμή, γίνεται τόπος μαρτυρίων, θανάτου μα και ελπίδας και θέλησης για ζωή.
Τα σκηνικά του Δημήτρη Μέλλου μάς βάζουν κατευθείαν στην ατμόσφαιρα του έργου, που ισορροπεί σε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, κι αποκαλύπτουν την ψυχική κατάσταση των ηρώων με την αντίστοιχη ενδυμασία (Μάγδα Καλέμη). Το video art (Νίκος Γιαβρόπουλος), ο φωτισμός (Πάνος Γκόλφης) και η μουσική επένδυση (Κωστής Κόντος) συντελούν σε μια εξαίσια μεταφορά της ερμηνευτικής παρουσίας σε όλους εμάς με την αντίστοιχη επένδυση και τα κατάλληλα μέσα, ώστε να νιώσουμε μέρος του δράματος που εκτυλίσσεται στα μάτια μας.

Μοναδική στιγμή είναι όταν η Κατερίνα Χάσκα αυτοκτονεί και μέσω της τεχνολογίας ζούμε μαζί της το θάνατό της. Κάποια από τα λόγια που ακούστηκαν από τις ηρωίδες και αξίζει να αναφέρουμε είναι: «Μη μου δίνετε ηρεμιστικά. Αυτός ο πόνος είναι ο πόνος των παιδιών μου» (Κατερίνα Χάσκα) και «Σήμερα κλαίω τα παιδιά μου εγώ. Αύριο η μάνα του εχθρού θα κλαίει τα δικά της. Και οι μεγάλοι γελάνε». (Μαρσέλα Λένα).
Οι φωτογραφίες ανήκουν στον Πάνο Γκόλφη.