Αν κάτι ξέρει να κάνει καλά η Michelle Gurevich, αυτό είναι να παίρνει τα «σκοτάδια» που φωλιάζουν μέσα της και να τα μετατρέπει σε ατμοσφαιρική ποίηση μετά μουσικής. Τη γνωρίσαμε πριν περίπου 20 χρόνια, με το ψευδώνυμο Chinawoman τότε, μέσα από την κοντράλτο, βαθιά συναισθηματική της απαγγελία στο "Party Girl".
Το τραγούδι, που μιλά για τη θλίψη κουκουλωμένη πίσω από τη μάσκα της αχαλίνωτης διασκέδασης, θα μπορούσε να είναι ένα πορτρέτο της ίδιας της Gurevich. Κόρη δύο Ρωσοεβραίων μεταναστών στο Τορόντο, ενός μηχανικού και μίας μπαλαρίνας στα θρυλικά μπαλέτα Kirov της Σοβιετικής Ένωσης, ωρίμασε καλλιτεχνικά με αναφορές και από τους δύο «πόλους» του ψυχροπολεμικού κόσμου: ρώσικο καμπαρέ και Leonard Cohen, σοβιετική ποπ και Adriano Celentano, κλασικοί ρώσοι συνθέτες και Nico.
Η άλλη της μεγάλη αγάπη είναι ο κινηματογράφος, με τον οποίο και καταπιάστηκε για κάποια χρόνια. Τελικά, αποφάσισε ότι μπορεί να λέει εξίσου ιστορίες μέσα από τη μουσική, την οποία συχνά γράφει και παράγει κλεισμένη μέσα στο υπνοδωμάτιό της.
Με εφτά άλμπουμ πλέον στο ενεργητικό της –πιο πρόσφατο το "It Was The Moment", που κυκλοφόρησε το 2024–, έχει κερδίσει φίλους σε όλο τον κόσμο. Η lo-fi, λιτή και μελαγχολική της τεχνοτροπία «δένει» άψογα με το ξεγύμνωμα της ψυχής της, μέσα από στίχους που μιλούν για έρωτες που κάπου χάθηκαν στην πορεία, υπαρξιακές αγωνίες και –κάπου στο βάθος– μια ασταμάτητη επιθυμία για ζωή.
Όλα αυτά, μαζί με τη θεατρικότητά της και μία εκλεκτή παρέα μουσικών, θα μεταφέρει επί σκηνής αυτήν την Παρασκευή στο Κηποθέατρο Παπάγου. Λίγο πριν την υποδεχτούμε στην Αθήνα, το MixGrill τη φιλοξενεί για μία αποκλειστική συζήτηση.

MixGrill: Ο πατέρας σας εργάστηκε ως μηχανικός, η μητέρα σας ήταν χορεύτρια στα θρυλικά Μπαλέτα Κίροφ. Από τη μία πλευρά έχουμε την πειθαρχία και την «αυστηρότητα» της μηχανικής, από την άλλη την εκφραστικότητα και την καλλιτεχνική ελευθερία του χορού. Πόσο σας επηρέασαν αυτές οι δύο τόσο διαφορετικές προσεγγίσεις και τι θεωρείτε ότι κληρονομήσατε από την καθεμία;
Michelle Gurevich: Η αλήθεια είναι πως η εμπειρία μου είναι ακριβώς η αντίθετη από αυτήν που περιγράφετε. Ο πατέρας μου ήταν ένας ευφυής αλλά πολύ χαλαρός επαγγελματίας. Από την άλλη, έχοντας βρεθεί για πολλά χρόνια κοντά σε επαγγελματίες χορευτές μπαλέτου, γνωρίζω από πρώτο χέρι το πόσο αμείλεικτος μπορεί να γίνει αυτός ο χορός, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, ως προς την πειθαρχία και την οργανωτικότητα που απαιτεί. Η προσπάθεια και η καθημερινή αφοσίωση που χρειάζονται για να γίνει κανείς χορευτής μπαλέτου ξεπερνούν σχεδόν οτιδήποτε άλλο έχω δει. Έτσι, στην πραγματικότητα, από τον πατέρα μου κληρονόμησα την πιο χαλαρή πλευρά της προσωπικότητάς μου, ενώ από τη μητέρα μου την πειθαρχία και την τελειομανία.
M.Gr.: Πριν αφοσιωθείτε στη μουσική, ο αρχικός σας στόχος ήταν να ασχοληθείτε με τον κινηματογράφο. Μάλιστα, εργαστήκατε για περίπου μία δεκαετία στον χώρο. Η έντονη εικονοποιία των τραγουδιών σας δίνει συχνά την αίσθηση μικρών κινηματογραφικών ιστοριών. Νιώθετε ότι η μουσική κάλυψε πλήρως την ανάγκη σας να αφηγείστε ιστορίες ή παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιστρέψετε κάποια στιγμή και στον κινηματογράφο;
M.Gu.: Νιώθω ότι η μουσική μου και τα βιντεοκλίπ που τη συνοδεύουν ικανοποιούν σε μεγάλο βαθμό αυτήν την ανάγκη, να αφηγηθώ τις ιστορίες που είχα πάντα μέσα μου. Παρόλα αυτά, δεν σας κρύβω πως εξακολουθώ να σκέφτομαι κατά καιρούς το ενδεχόμενο να ασχοληθώ ξανά με τον κινηματογράφο, και έχω μία-δύο ιδέες που περιφέρονται διαρκώς στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
M.Gr.: Αν και κατάγεστε από τον Καναδά, έχετε αποκτήσει ένα ιδιαίτερα αφοσιωμένο κοινό στην Ανατολική Ευρώπη. Πώς εξηγείτε αυτή τη σύνδεση; Πιστεύετε ότι υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία στη μουσική ή τη θεματολογία σας που αγγίζουν περισσότερο τους ακροατές σε αυτές τις χώρες;
M.Gu.: Πράγματι, αυτό ίσχυε για ένα διάστημα στην καριέρα μου, όμως πλέον η πραγματικότητα είναι άλλη. Πλέον, διαπιστώνω ότι υπάρχει εξίσου μεγάλη σύνδεση με ακροατές σε χώρες όπως η Τουρκία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Πορτογαλία, η Αυστρία, το Ηνωμένο Βασίλειο και πολλές άλλες.
Κάθε χώρα έχει τη δική της παράδοση στις σκοτεινές μπαλάντες και στα τραγούδια του ανεκπλήρωτου έρωτα και της νοσταλγίας. Ακόμη κι αν αλλάζει η γλώσσα, εξακολουθούμε να μοιραζόμαστε αυτήν τη βαθύτερη συναισθηματική απήχηση και μνήμη.
M.Gr.: Στο "The Way You Write" υπονείται ένας σχεδόν ρομαντικός θαυμασμός για τους ανθρώπους που ξέρουν να γράφουν. Σε μια εποχή όπου η γρατπή επικοινωνία γίνεται αποσπασματικά και με φρενήρεις ρυθμούς, μέσα από τα social media και αν γένει μέσα από οθόνες, θεωρείτε ότι χάνεται κάτι ουσιαστικό από την τέχνη της γραπτής έκφρασης;
M.Gu.: Είναι αλήθεια ότι σήμερα γράφονται λιγότερα γράμματα, ειδικά στο χαρτί. Όμως, συνολικά φαίνεται πως γράφουμε περισσότερο από ποτέ. Έχω τόσους φίλους σε διαφορετικές χώρες με τους οποίους επικοινωνώ τακτικά, ώστε συχνά καταλήγω να αλληλογραφώ περισσότερο απ' όσο θα ήθελα. Και ακόμη κι αν πολλά από αυτά τα μηνύματα είναι σύντομα, εξακολουθούν να προσφέρουν άφθονες ευκαιρίες στους ανθρώπους να επιδείξουν τη δεξιοτεχνία τους με τις λέξεις. Κάτι στο οποίο έχω πράγματι μεγάλη αδυναμία διαχρονικά.
M.Gr.: Στο "Every Night Feels Like The Last" λέτε πως έχει μία «βουλιμική» όρεξη για ζωή» ("Yes, It's an open secret that I'm greedy for life"). Πριν από μερικά χρόνια, αναγκαστήκατε να αποσυρθείτε προσωρινά από τις περιοδείες λόγω επαγγελματικής εξουθένωσης. Πώς βλέπετε σήμερα εκείνη την περίοδο και τι άλλαξε στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζετε τη ζωή και τη δημιουργικότητά σας μετά από αυτή την εμπειρία;
M.Gu.: Πράγματι, χρειάστηκε να μάθω πώς να ρίχνω ρυθμούς. Όλοι γνωρίζουμε ότι το σώμα μας έχει όρια, όμως συχνά ξεχνάμε ότι το ίδιο ισχύει και για το μυαλό μας. Αυτό δεν το συνειδητοποιείς μέχρι να φτάσεις στα όριά σου. Τώρα καταλαβαίνω ότι προσπαθούσα να κάνω υπερβολικά πολλά πράγματα ταυτόχρονα, σε πραγματικά παράλογο βαθμό. Δεν είναι καθόλου περίεργο που κατέρρευσα...
Σήμερα, είμαι πολύ πιο συντονισμένη με το σώμα μου. Παρατηρώ τα προειδοποιητικά σημάδια, λέω «όχι» σε ευκαιρίες και προσκλήσεις όταν νιώθω ότι χρειάζεται να κάνω πίσω, αποφεύγω πολύ περισσότερο τις οθόνες και φροντίζω να κοιμάμαι αρκετά.
M.Gr.: Κλείνοντας, και λίγο πριν σας απολαύσουμε ζωντανά στην Αθήνα, θα θέλαμε να μάθουμε τι απόζητάτε από τους μουσικούς που σας συνοδεύουν επί σκηνής στις συναυλίες σας.
M.Gu.: Την ίδια αίσθηση οικειότητας που επιδιώκω στους δίσκους μου προσπαθώ να διατηρώ και πάνω στη σκηνή. Για μένα, οι φιλίες είναι πιο σημαντικές από το στεγνό επαγγελματισμό. Φυσικά, χρειάζομαι ανθρώπους ταλαντούχους και αξιόπιστους, όμως δίνω προτεραιότητα στο να διατηρείται ένα οικογενειακό κλίμα μέσα στην ομάδα μας. Κάθε φορά που συνεργαζόμαστε με κάποιο νέο άτομο, το πρώτο πράγμα που συνήθως σχολιάζει είναι η θετική ατμόσφαιρα που επικρατεί. Ελπίζω αυτό να φανεί και στη σκηνή.
Η Michelle Gurevich θα εμφανιστεί την Παρασκευή 12 Ιουνίου στο Κηποθέατρο Παπάγου. Ώρα έναρξης: 21:30. Περισσότερες πληροφορίες και εισιτήρια εδώ.