pg 17 7 26 299 scaled

PhillGood: The Cure και σία στην πρώτη μέρα του νέου βουλγαρικού φεστιβάλ

Μαζί με Wolf Alice, The Subways και άλλους καλλιτέχνες, οι πολυμήχανοι Βρετανοί εγκαινίασαν το νέο συναυλιακό θεσμό των Βαλκανίων.

Διαβάστηκε φορες

«Είναι δυνατόν τέτοιο lineup μαζεμένο;» σκεφτήκαμε όταν πρωτοείδαμε την ανακοίνωση για ένα νέο φεστιβάλ στη Φιλιππούπολη με το όνομα PhillGood. The Cure, Gorillaz, Moby και πολλά άλλα ονόματα, κάποια από τα οποία θα έρχονταν και προς τα μέρη μας και κάποια άλλα όχι. 

Κάπως έτσι, αν και σταθερά, εδώ και χρόνια, δίνουμε το «παρών» στα αγαπημένα μας αθηναϊκά φεστιβάλ, φέτος αποφασίσαμε να λοξοδρομήσουμε από Θεσσαλονίκη προς βορρά και να επισκεφτούμε τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλης της Βουλγαρίας. Αυτό που ζήσαμε –πέρα από πολλές αξέχαστες συναυλιακές στιγμές– ήταν η γέννηση ενός νέου θεσμού που έχει όλα τα φόντα να αποκτήσει παν-βαλκανική ή και παγκόσμια απήχηση.

….

Η πρώτη μέρα ήταν αναγκαστικά πολύ γεμάτη. Μόλις φτάσαμε στην πόλη και επειτα από μία σύντομη στάση στο ξενοδοχείο κατευθυνθήκαμε κατευθείαν στο χώρο του φεστιβάλ. Εκεί εντοπίσαμε ένα από τα πρώτα του πλεονεκτήματα, το οποίο είναι ο χώρος. Το PhillGood έγινε πολύ κοντά στο κέντρο, σε μία μεγάλη ανοιχτή έκταση με δέντρα και γρασίδι πλάι στο κωπηλατοδρόμιο της Φιλιππούπολης και το παλιό, μισοερειπωμένο σοβιετικό στάδιο της. Δίπλα στο στάδιο είχε στηθεί η βασική σκηνή για τα μεγάλα ονόματα, καθώς και δύο μικρότερες, από τις οποίες πέρασαν κυρίως εγχώριοι καλλιτέχνες (PhillCool Stage) αλλά και DJs ηλεκτρονικής μουσικής (PhillRave Stage). 

Διάσπαρτα ανάμεσα στις σκηνές μπορούσε να βρει κάποιος μία ολόκληρη μικρή πολιτεία γεμάτη stands φαγητού και ποτού –σε «αλμυρές» τιμές, ομολογουμένως–, κιόσκια και χορηγών και πολλά τραπέζια για πικνίκ.

Μιας και ομολογουμένως θα περνούσαμε το μεγαλύτερο μέρος του τριημέρου στη μεγάλη σκηνή περάσαμε για λίγο από το PhillRave Stage, για να ακούσουμε το set του Θεσσαλονικιού Ison, παραγωγού ηλεκτρονικής μουσικής και συνιδρυτή του διεθνώς γνωστού φεστιβάλ Reworks στη συμπρωτεύουσα.

Κάπως έτσι, χάσαμε το μεγαλύτερο μέρος από την εμφάνιση των Ιρλανδών Just Mustard. Όμως, τουλάχιστον προλάβαμε να ακούσουμε το “We Were Just Here”, που με τις shoegaze κιθάρες του και την ονειρική φωνή της Katie Ball μάς έκανε να ξεχάσουμε για λίγο την έντονη ζέστη. Στο “Still” και το “Seed”, απ’ την άλλη, οι κιθάρες στρίγγλιζαν ασταμάτητα, προσκαλώντας τον κόσμο να χτυπηθεί κάτω από τον καυτό ήλιο.

Τη σκυτάλη πήραν οι Βρετανοί The Subways, τους οποίους είχαμε υποδεχτεί και στο Release Athens πριν δύο χρόνια. Τα ‘χαμε γράψει και τότε: Με αγνό, ατόφιο rock n’ roll δεν έχασε ποτέ κανείς. Η τριάδα των Billy Lunn (φωνή, κιθάρα), Charlotte Cooper (μπάσο) και Camille Phillips (ντραμς) προσφέρει πάντα ένα πολύ δυναμικό σόου, συνδυάζοντας άψογα το ρέμπελο εφηβικό στυλ που τους καθιέρωσε με τη μεστότητα μίας μπάντας που ξέρει πλέον πού πατάει και πού βρίσκεται.

Ο Billy και η Charlotte έχτισαν μία αμφίδρομη επικοινωνία με το κοινό, γεμάτη ευχαριστίες και ευγνωμοσύνη για την ευλογία του να κάνουν αυτήν τη δουλειά. Μας έκαναν και… μαθήματα οικονομικών (“We Don’t Need Money To Have A Good Time”), μας αποκάλυψαν ποιο είναι το αγαπημένο τραγούδι της Camille (“My Heart Is Pumping To A Brand New Beat”) και εξέφρασαν την επιθυμία τους να ακούσουν μετά ένα συγκεκριμένο κομμάτι από τους The Cure (spoiler alert: το άκουσαν).

Για το τέλος άφησαν το τραγούδι που ξέραν πολύ καλά ότι περιμέναμε. “Rock N’ Roll Queen”, λοιπόν, με την Charlotte να πηγαινοέρχεται έξαλλα στη σκηνή ς και τον Billy να κάνει stage dive στον κόσμο, ακριβώς όπως τότε στην Αθήνα. Αυτήν τη φορά δεν τον γράπωσαν το ίδιο καλά, αλλά ευτυχώς όλα εντάξει…

Περιμένοντας την επόμενη εμφάνιση, πεταχτήκαμε στο PhillCool Stage, για να τσεκάρουμε το Βούλγαρο Daniel Stoyanov, γνωστό ως Bulgarian Cartrader. Με τη συνοδεία δύο μουσικών, ο Daniel χάρισε synthpop μελωδίες με ψυχεδελικά στοιχεία, που προσωπικά μου θύμισαν έναν συνδυασμό Unknown Mortal Orchestra με Gizmo Varillas και τη δική μας Σtella. 

Ό,τι πρέπει για την περίσταση, καθώς ο ήλιος είχε αρχίσει να πέφτει και ένα ανακουφιστικό αεράκι να σηκώνεται –σηκώνοντας και πολλή σκόνη, καθώς μπροστά στη συγκεκριμένη σκηνή δεν είχε τοποθετηθεί προσωρινό πάτωμα και πατούσαμε στο χώμα. Ένα από τα λίγα μείον του φεστιβάλ.

Ξανά βουρ στην κεντρική σκηνή, για μία μπάντα που θέλαμε οπωσδήποτε να δούμε. Αυτοί ήταν οι Λονδρέζοι Wolf Alice. Μας χάρισαν ένα χορταστικό set 14 κομματιών, με μπροστάρισσα την Ellie Rowsell και συνοδούς της στη σκηνή τους Joff Oddie (κιθάρα), Joel Amey (ντραμς), Theo Ellis (μπάσο) και Bryan Malcolm (πλήκτρα). 

Με ένα φόντο από στραφταλιζέ γιρλάντες που σχημάτιζαν ένα μεγάλο αστέρι, οι Wolf Alice μάς ταξίδεψαν στον… αστερισμό της πολυποίκιλης μουσικής τους. Ξεκίνησαν με το “Bloom Baby Bloom” από το πιο πρόσφατο άλμπουμ τους, “The Clearing”. Το τραγούδι μάς έδειξε με το πόσο εύπλαστη είναι η φωνή της Ellie, ιδίως στις ψηλές νότες αλλά και το ύφος με το οποίο αποδίδει τα κομμάτια. Απαλές, μελωδικές ερμηνείες εναλλάσσονταν με ξαφνικές κραυγές, την ίδια στιγμή που τα υπόλοιπα μέλη τα έδιναν όλα στη σκηνή, ειδικά ο Theo που… την ίδρωσε τη φανέλα.

Το μεγαλύτερο μέρος του setlist κατέλαβαν οι δύο τελευταίες τους δουλειές, “The Clearing” και “Blue Weekend”, με τραγούδια πιο μελωδικά, όπως το “White Horses”, το “Leaning Against The Wall”, το “Bros”, το “How Can I Make It Ok?” αλλά και αρκετά κλεισίματα ματιού στην πιο grunge πλευρά τους, όπως το “Yuk Foo”, το “Formidable Cool”, τo “Smile” και το “Play The Greatest Hits”. Μία μπάντα που έχει την εξαιρετική ικανότητα να σου θυμίζει τη μία στιγμή Fleetwood Mac ή Lana Del Rey και την άλλη Sonic Youth, με μία άνετη performer που σε κάποιες στιγμές αλώνιζε τη σκηνή και σε άλλες καθόταν, εμφανώς συνεπαρμένη στα fake σκαλοπάτια του stage, καταθέτοντας την ψυχή της στο μικρόφωνο. Πώς να μην περάσει νεράκι ο χρόνος;

Το κλείσιμο ήρθε με το πολυαναμενόμενο “Don’t Delete The Kisses”, που οδήγησε σε ένα ατέλειωτο, παθιασμένο sing-along στο κοινό: “What If It’s Not Meant For Me? Love…”, και κάτι μας λέει ότι το νόημα αυτού του κομματιού για τον έρωτα στη σημερινή εποχή μίλησε στις ψυχές πολλών.

Και κάπου εκεί, γεμάτοι ψυχικά από αυτήν την πολύ ωραία εμφάνιση, παραμείναμε στις θέσεις μας για το «κυρίως πιάτο» της βραδιάς. Ο κόσμος γύρω μας πολλαπλασιάστηκε και η οποιαδήποτε μετακίνηση θα είχε κόστος το να χάσουμε τη σχετικά κοντινή θέα προς τη σκηνή.

Στις 22:45, χωρίς ούτε λεπτό καθυστέρησης, βρέθηκε μπροστά στα μάτια μας ένα από τα ιστορικότερα και διαχρονικότερα συγκροτήματα των τελευταίων δεκαετιών. Για τις επόμενες δυόμιση ώρες, θα αφήναμε για λίγο την πεζή πραγματικότητα και θα ζούσαμε, ο καθένας στο κεφάλι του, το soundtrack της ζωής μας.

Simon Gallup στο μπάσο (μετά από την ολιγοήμερη αποχή του από τις ζωντανές εμφανίσεις, ανάμεσα στις οποίες και αυτή της Αθήνας), ο γιος του Eden στις κιθάρες μαζί με τον Reeves Gabrels, Roger O’Donnell στα πλήκτρα και Jason Cooper στα ντραμς, πήραν τις θέσεις τους στη σκηνή. Και ξαφνικά, μέσα σε ιαχές ενθουσιασμού, ξεπροβάλε ο αιώνιος έφηβος Robert Smith, με το τόσο χαρακτηριστικό μακιγιάρισμά του, τα φουντωτά μαλλιά και τα ολόμαυρα ρούχα του.

Πρώτο το τραγούδι το “Alone”, με το οποίο ξεκινά και ο τελευταίος τους δίσκος, “Songs Of A Lost World”. Το μακροσκελές, υποβλητικό, άκρως ατμοσφαιρικό instrumental σκέλος του κομματιού ήταν ο τέλειος τρόπος για να «συστηθούν» τα μέλη της μπάντας, μέχρις ότου ξεκινήσει το τραγούδι ο Smith και… γίνει ο κακός χαμός από τον κόσμο κάτω.

This is the end of every song that we sing…”.

Με μία φωνή μεστή, βαθιά συναισθηματική και αναλλοίωτη μέσα στο χρόνο, ο τραγουδιστής των The Cure κατάφερε να μας μαγνητίσει ήδη από τον πρώτο στίχο.

Στη συνέχεια, η μπάντα μάς χάρισε το πρώτο από τα πολύ μεγάλα της hits που θα μας παρουσίαζε, το “Pictures Of You”. Ήταν το ένα από τα τέσσερα τραγούδια του “Disintegration” που θα ακούγαμε, μαζί με τα “Lovesong”, “Lullaby” και “Fascination Street” (αυτό ήταν το τραγούδι που είχε ζητήσει ο Billy από τους The Subways!).

Όμως, λίγοι ξέρουν να παίζουν με το συναίσθημα της χαρμολύπης τόσο καλά όσο οι The Cure. Για αυτό, για κάθε «βουτιά» τους στις πιο μελαγχολικές στιγμές της ύπαρξης, μας χάριζαν και ένα ανεβαστικό «αντίδοτο», να μας θυμίζει ότι η ελπίδα πάντα είναι κάπου κοντά μας (όμως ποτέ αρκετά κοντά μας ώστε να βιωθεί απόλυτα). Τέτοια κομμάτια ήταν το “High”, το “Push”, το “Inbetween Days”, το “Just Like Heaven”.

Κάπου στον παράδεισο νιώθαμε να βρισκόμαστε και όλοι εμείς, που κοιτούσαμε τον Robert Smith, απόλυτα δοσμένο σε αυτό που έκανε, να ερμηνεύει με όλο του το είναι, με κάθε κίνηση των χεριών του, με κάθε του γκριμάτσα, ενώ έκλεινε τα μάτια και πλησίαζε το μικρόφωνο. Οι ευχαριστίες και οι διάλογοι με το κοινό ήταν ελάχιστοι. Και ποιος τους χρειαζόταν, όταν η μουσική και η αύρα των καλλιτεχνών στο stage τα έλεγα όλα μόνη της;

Όσο για την υπόλοιπη μπάντα, ο Gallup είχε λίγο περισσότερη αλληλεπίδραση με τον Smith –το δικαιούνταν, λόγω παλαιότητας!–, ενώ οι υπόλοιποι μουσικοί αρκέστηκαν στην πραγματικά αψεγάδιαστη εκτέλεση του έργου τους. Ειδικά τη σύμπραξη του μικρού Gallup με το Gabrels την απολαύσαμε ιδιαίτερα σε πιο κιθαριστικά τραγούδια σαν το “From The Edge Of The Deep Green Sea” και το “Never Enough”.

Φυσικά, εμφάνιση των The Cure χωρίς ατμοσφαιρικό goth και new wave δεν μπορεί να υπάρξει. Και από αυτήν την άποψη μείναμε ευχαριστημένοι, με κομμάτια όπως το “Play For Today”, το “Burn” και το “A Forest”, στο οποίο έγινε πανζουρλισμός.

Κλείσιμο του βασικού σκέλους της συναυλίας με το “Endsong” και, μετά από το καθιερωμένο τελετουργικό της αποχώρησης πριν το encore, οι The Cure επέστρεψαν στη σκηνή για ένα πολύ χορταστικό δεύτερο ημίχρονο. Πρώτο ήρθε το “Lullaby” και ακολούθησαν έπειτα κάποια πιο “undercover” κομμάτια: το “Hot Hot Hot!!!”, το “Wrong Number” και το “The Walk”. Και το τελείωμα της βραδιάς ήρθε με ένα πολύ δυνατό σερί: “The Lovecats”, “Friday I'm In Love”, “Why Can't I Be You?” και “Boys Don't Cry”. 

Για αυτό το τελευταίο δεν παίρνουμε και όρκο, αν κρίνουμε από δύο αγόρια που αγκαλιάζονταν και αλάλαζαν συγκινημένα στο άκουσμα της εισαγωγής από το “Why Can’t I Be You?”.

«Πάει, μεράκλωσε αυτός!», μου είπε ο φίλος και συνεργάτης Άκης Καλλόπουλος, ενώ βλέπαμε τον Smith να πηγαίνει στις άκρες της σκηνής και να χαμογελά με συστολή στο ενθουσιασμένο κοινό. Ναι, μπορούσες να το πεις και έτσι. Η πρώτη εμφάνιση των The Cure στη Βουλγαρία γέμισε τις ψυχές όλων μας, πάνω και κάτω από τη σκηνή. Και όταν πια τα φώτα σβήσαν, και ο Smith, γεμάτος ταπεινότητα, μας καληνύχτισε και έφυγε αργά προς τα παρασκήνια, μπορούσαμε να πούμε σίγουρα ότι είχαμε ευλογηθεί να απολαύσουμε μία συναυλιακή μέθεξη που δύσκολα θα επαναληφθεί.

Συνεχίζεται...


*Οι φωτογραφίες ανήκουν στο PhillGood Festival και τους φωτογράφους Georgi Angelov, Iliyan Ruzhin και Orlin Nikolov.

Διαβάστε ακόμα