Ο Θάνος Χριστοδούλου είχε την τύχη να μεγαλώσει σε ένα σπίτι με πολλή, πολλή μουσική. Είχε, όμως, την ευλογία να αξιοποιήσει το ταλέντο του και να το μοιραστεί μαζί με την αδερφή του, τη Μόνικα Χριστοδούλου (ή όπως την ξέρουμε οι περισσότεροι, Monika).
Μαζί είχαν ξεκινήσει τους Serpentine πριν 20 και βάλε χρόνια, όμως τελικά τραβήξαν τους δικούς τους καλλιτεχνικούς δρόμους. Και αν η Monika επιχείρησε ένα πιο εμπορικό άνοιγμα στο κοινό της, ο Θάνος, πάλι, υιοθέτησε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Lumiere και καταστάλαξε σε ακούσματα κάπως πιο «δύσκολα» για το μέσο ακροατή, ιδιαίτερα απολαυστικά όμως. Στο επίκεντρο της τέχνης του βρίσκεται ο μινιμαλισμός και η κινηματογραφική αίσθηση, σε συνθέσεις που χαρακτηρίζονταν από ambient λογική και απουσία στίχου —έως τώρα. Πλέον, είχε στα χέρια του το υλικό για να επιχειρήσει την πρώτη του δουλειά με στίχο, και μάλιστα ελληνικό.
Κάποια στιγμή, βρέθηκε τυχαία στο δρόμο του η Θεσσαλονικιά ερμηνεύτρια και μουσικός Χριστίνα Σαμαρά. Αυτή αποφάσισε, κάπου εκεί, κοντά στα 30, να αφήσει στην άκρη διδακτορικό και κοινωνικά «πρέπει», για να δοκιμάσει αυτό που πάντα ήθελε: την επαγγελματική της ενασχόληση με τη μουσική.
Δύο άνθρωποι σε φάση μετάβασης, λοιπόν, ταίριαξαν και υλοποίησαν από κοινού τον πιο πρόσφατο δίσκο του Lumiere, με τίτλο «Ο Χρόνος Μακριά Σου», που κυκλοφόρησε το Μάρτιο από τη Veego Records.
Το αποτέλεσμα; Ένας δίσκος χαμηλόφωνος αλλά βαθιά συναισθηματικός, με λιτές ακουστικές ενορχηστρώσεις, ζεστασιά και τραγούδια που μοιάζουν να γεννήθηκαν μέσα από σιωπές, αναμνήσεις και προσωπικές εξομολογήσεις.
Ο Θάνος Χριστοδούλου και η Χριστίνα Σαμαρά μιλούν στο MixGrill για τη χημεία της συνεργασίας τους, την ατμόσφαιρα του άλμπουμ, τα αγαπημένα τους κομμάτια από αυτό, αλλά και για τη φυσική τους ανάγκη να φέρουν τη μουσική όσο πιο κοντά γίνεται στον ακροατή.
M.G.: Ο δίσκος κυκλοφόρησε την Άνοιξη του 2026. Πρόκειται για την τρίτη προσωπική σου δουλειά, Lumiere, με βασική ερμηνεύτρια την Χριστίνα Σαμαρά. Πώς έγινε η πρώτη επαφή και πώς τελικά ευοδώθηκε αυτή η συνεργασία;
Θάνος Χριστοδούλου: Είχα ηχογραφήσει τα demos των κομματιών και για αρκετό καιρό έψαχνα να βρω μια ερμηνεύτρια με φωνή που να με συγκινεί πολύ και να ταιριάζει με την ατμόσφαιρα των κομματιών. Μετά από αρκετούς μήνες αναζήτησης, ένα βράδυ το Facebook μού έβγαλε στα προτεινόμενα προφίλ το προφίλ της Χριστίνας, μέσω του οποίου είδα βίντεο από live της. Κατάλαβα ότι είχα βρει επιτέλους τη φωνή που έψαχνα τόσο καιρό. Έστειλα στη Χριστίνα μήνυμα, ανταποκρίθηκε άμεσα και, μετά από λίγες μέρες, δοκιμάζαμε τα κομμάτια του άλμπουμ σε πρόβα στο σπίτι. Όλα πήραν τον δρόμο τους πολύ εύκολα μετά από αυτήν τη συνάντηση.
Χριστίνα Σαμαρά: Όταν μου έστειλε ο Θανάσης, πριν του απαντήσω, μπήκα να δω τις δουλειές που είχε ήδη κάνει. Θυμάμαι την έκπληξή μου, όταν ήρθα σε επαφή με τον κόσμο του και την αισθητική του. Αισθάνθηκα εξαρχής ότι θα υπάρχει σύγκλιση. Στη συνέχεια, μου έστειλε τα demo και επαληθεύτηκε το ένστικτό μου. Όλα λειτούργησαν εύκολα κι αβίαστα. Θυμάμαι την παρουσία μας στο στούντιο ως ένα από τα πιο απολαυστικά διήμερα που έχω περάσει, με ευγένεια, δημιουργικότητα, πολλές ιδέες, πολλά φωνητικά και γέλια. Είμαι ευγνώμων για αυτή τη συνάντηση.
M.G.: Χριστίνα, έγινες η φωνή των οκτώ τραγουδιών του δίσκου. Να πούμε, σε αυτό το σημείο, ότι ο Lumiere δοκίμασε για πρώτη φορά να γράψει στίχους, για να ντύσει τις μελωδίες του. Ήταν μια δημιουργική πρόκληση αυτή για σένα;
Χ.Σ.: Παρότι ήταν η πρώτη φορά που έγραψε ελληνόφωνο στίχο, ο κόσμος του δίσκου ήταν σαφής και συμπαγής, στιχουργικά, νοηματικά και μουσικά. Η πρόκληση ήταν να καταφέρω να μπω μέσα σ’ αυτόν χωρίς να τον ταράξω. Οι κοινές μουσικές συνιστώσες που είχαμε και η κοινή αισθητική βοήθησε στο να γίνει αυτό αβίαστα.
M.G.: Ο τίτλος του Δίσκου είναι «Ο Χρόνος Μακριά Σου». Τι σημαίνει αυτή η φράση για σας;
Θ.Χ.: Όταν αποφάσισα ποια κομμάτια θέλω να υπάρχουν στο άλμπουμ και σκεφτόμουν τίτλο, συνειδητοποίησα ότι σε όλα τα κομμάτια υπάρχει μια απόσταση μεταξύ του ανθρώπων που συσχετίζονται μέσω των στίχων. Δηλαδή οι σκέψεις που αποτελούσαν το υλικό για τους στίχους ήταν σκέψεις ενός ανθρώπου μόνου, μακριά από τους ανθρώπους με τους οποίους είχε συνδεθεί ή θα ήθελε να μπορούσε να συνδεθεί. Αυτό, νομίζω, είναι το νόημα του τίτλου.
Χ.Σ.: Είναι ο χρόνος μεταξύ δύο ανθρώπων πριν συναντηθούν, ενώ και οι δύο είναι ξένοι. Είναι ο χρόνος στον οποίο ο ένας είναι παρών και ο άλλος απών από τη σχέση. Είναι η απομόνωση που φέρνει ο φόβος της απώλειας ή της απόρριψης. Είναι η απόσταση που φέρνει η ενοχή ή η ανασφάλεια. Είναι η ανάμνηση ή ό,τι έχει απομείνει από τη σχέση. Είναι η απομάκρυνση από τον ίδιο σου τον εαυτό, η οποία αντανακλάται σε κάθε επόμενη συσχέτιση, έξω από αυτόν.
M.G.: Πόσο εύκολο ήταν να γραφτούν οι στίχοι αυτού του δίσκου; Ποιά ήταν η πηγή της έμπνευσης σας;
Θ.Χ.: Ήταν αρκετά δύσκολο, μιας και ελληνικούς στίχους γράφω τα πολύ τελευταία χρόνια και σπάνια. Ευτυχώς, κάποιες σκόρπιες σκέψεις που είχα καταγράψει σε ένα blog παλαιότερα, όπως επίσης και ένα blog μιας φίλης, με βοήθησαν να ξεκλειδώσω κάποιες φράσεις με τις οποίες ήμουν αρκετά ευχαριστημένος ως προς το πώς εξέφραζαν αυτό που ήθελα να περιγράψω. Η βασική πηγή της έμπνευσης των στίχων είναι προσωπικά βιώματα και φαντασιακή αναζήτηση στις πιθανές σκέψεις άλλων ανθρώπων.
M.G.: Τα τραγούδια βγάζουν μια γλυκιά μελαγχολία, ρομαντισμό και περιγράφουν την αίσθηση του κενού και της μοναξιάς. Είναι στοιχεία αυτά που συναντάμε συχνά στις σύγχρονες σχέσεις πια; Και πώς πιστεύετε ότι μπορούν να έρθουν οι άνθρωποι πιο κοντά σε μια ως επί το πλείστον ψηφιακή εποχή;
Θ.Χ.: Νομίζω αυτά τα στοιχεία υπήρχαν πάντα στις σχέσεις, από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να αναζητούν πιο ουσιαστικό νόημα στο γιατί και το πώς συνδέονται μεταξύ τους. Νομίζω ότι η ψηφιακή εποχή έχει εντείνει με έναν τρόπο, και έχει κάνει πιο δραματική από ποτέ, την αντίφαση της έντονης ψυχολογικής και συναισθηματικής απόστασης των ανθρώπων μέσα από την ψευδαίσθηση της «σύνδεσης» των πάντων με τα πάντα.
Χ.Σ.: Αυτό που εντείνει η ψηφιακή εποχή είναι η αίσθηση του ανικανοποίητου. Πάντα κάποιος θα εμφανίζεται πιο πλήρης από σένα. Είναι ο καθένας μόνος του σε ένα κυνηγητό επιτυχίας κι επίτευξης στόχων. Οπότε, αυτό αυτόματα μεταφράζεται και στην ποιότητα των σχέσεων.
Ως προς τη σύνδεση καθεαυτή, ωστόσο, θεωρώ ότι πράγματι τα social έχουν ενώσει τον κόσμο. Η συνάντησή μας με το Θανάση είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Ίσως συναντάται αυτό το παράδοξο, ότι η ψηφιακή εποχή σού παρέχει την ευκαιρία να επικοινωνήσεις με όλους και ταυτόχρονα σου αφαιρεί από την πιθανότητα να εμβαθύνεις στη σχέση ουσιαστικά, με το χρόνο και την προσήλωση που θα της αναλογούσε.

M.G.: Πόσο καιρός χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί το άλμπουμ και ποιά στιγμή θυμάστε πιο έντονα από τη διαδικασία της ηχογράφησης;
Θ.Χ.: Επειδή στο παρελθόν κάποιες ηχογραφήσεις άλλων άλμπουμ είχαν διαρκέσει εκνευριστικά πολύ, για τα δικά μου δεδομένα, είχα αποφασίσει να κλείσω το στούντιο ηχογραφήσεων για μία εβδομάδα και μέσα σε αυτήν την εβδομάδα να ηχογραφηθούν τα πάντα. Όπως και έγινε. Θυμάμαι πολύ έντονα τα λόγια του Θάνου Καλέα, ηχολήπτη του Στούντιο Κυριαζής, όταν πρωτομπήκε η Χριστίνα να ηχογραφήσει το πρώτο κομμάτι. Θετικά έκπληκτος, είπε: «Αυτή η κοπέλα καταλαβαίνει αυτό που τραγουδάει».
Χ.Σ.: Ευχαριστήθηκα πολύ όταν γράφαμε τα φωνητικά στα κομμάτια. Ήταν το μόνο στοιχείο του δίσκου που δεν είχε προετοιμάσει ο Θανάσης εξαρχής. Έμπαινε σε zone όταν τα έψαχνε. Του έβγαινε όλη η πληροφορία που αποθήκευε εδώ και 30 χρόνια ακούγοντας Beatles και έβρισκε απανωτές ωραίες ιδέες, τις οποίες επίσης έπρεπε ακαριαία να μάθω. Αλλά ίσως το πιο σημαντικό highlight ήταν όταν μετά από πέντε ώρες ηχογραφήσεων, έφτασε στο στούντιο το σούσι!
M.G.: Η ενορχήστρωση είναι λιτή και ακουστική. Με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται περισσότερο η ζεστασιά της ερμηνείας και η δύναμη των στίχων. Έγινε σκόπιμα από την αρχή ή είναι κάτι που το βρήκατε στην πορεία;
Θ.Χ.: Έγινε σκόπιμα. Εξάλλου, όλα τα κομμάτια είχαν ηχογραφήθεί κατά 90% ακριβώς έτσι στο σπίτι μου, σε demos που είχα φτιάξει. Ήταν αυτή η λιτή, ζεστή ατμόσφαιρα που ήθελα να πετύχω, με τις φωνές και τα όργανα να έχουν μεγάλο χώρο το καθένα, έτσι ώστε ο ακροατής να τα νιώθει όλα πολύ κοντά και πολύ μεγάλα, σαν να είναι στον χώρο που βρίσκεται.
Χ.Σ.: Η φωνή «κούμπωσε» πάνω στο περιβάλλον που είχε στήσει ήδη ο Θανάσης. Είχε εξ αρχής ορισμένα με σαφήνεια τα στοιχεία του δίσκου. Άκουγε από πριν αυτό που ήθελε να συμβεί. Γενικότερα, έχω την αίσθηση ότι όλα προϋπήρχαν και στο στούντιο απλώς πήγαμε να τα συναντήσουμε, ήταν όλα αβίαστα και σαν ειπωμένα από πριν.
M.G.: Υπάρχει κάποιο αγαπημένο σας κομμάτι μέσα στο δίσκο και τι το ξεχωριστό έχει για εσάς;
Θ.Χ.: Νομίζω το δικό μου αγαπημένο είναι τα «Περιγράμματα», γιατί σε αυτό το κομμάτι έφτασα πιο κοντά από ποτέ στην ατμόσφαιρα που ήθελα να πετύχω για τα κομμάτια του άλμπουμ. Είναι τόσο ζεστό, προσωπικό, ήσυχο και συγκινητικό.
Χ.Σ.: Οι «Παλιές Φωτογραφίες Στις Πόρτες» είναι το προσωπικό αγαπημένο μου. Το ξεχωρίζω λίγο από τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου για τη μελωδικότητά του και την ιδιαίτερη ενορχήστρωση, στην οποία το πιάνο είναι εξίσου περιγραφικό με τη φωνή. Αγαπώ, επίσης, τις εικόνες που έχουν οι στίχοι, και πώς αυτές αποτυπώνουν τη μοναξιά.
M.G.: Η πρώτη live παρουσίαση του δίσκου έγινε στο δισκοπωλείο Holly των Εξαρχείων, τη Δευτέρα 4 Μαΐου. Γιατί επιλέξατε έναν τέτοιο χώρο αντί για μια κλασική μουσική σκηνή;
Θ.Χ.: Την ιδέα την είχε ο Ανδρέας Μητρέλης, της VEEGORECORDS, και μας άρεσε πολύ, γιατί θα μπορούσε ο δίσκος να αναπνεύσει στο φυσικό του περιβάλλον, δηλαδή σε ένα πάρα πολύ όμορφο δισκοπωλείο με βινύλια και με ένα πιάνο που μας περίμενε για να παίξουμε αμέσως μετά κάποια από τα κομμάτια τους, στην πιο λιτή μορφή τους, όπως γράφτηκαν δηλαδή.
M.G.: Αν έπρεπε να περιγράψετε τη μουσική σας συνεύρεση με μια λέξη, ποιά λέξη θα ήταν αυτή;
Θ.Χ.: Χημεία.
Χ.Σ.: Ευγένεια
M.G.: Θάνο, το “Elodie” είναι μια σύνθεση που έπαιξε στην Ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Σπασμένη Φλέβα». Πως ήταν για σένα η αίσθηση; Θα σε ενδιέφερε να γράψεις μουσική για τον κινηματογράφο;
Θ.Χ.: Πιο παλιά, πιστεύω, με ενδιέφερε αρκετά. Πλέον δεν είμαι τόσο σίγουρος, γιατί νιώθω ότι θέλω να είμαι 100% ελεύθερος να εκτονώσω δημιουργικά αυτόν το υποσυνείδητο κόσμο που με οδηγεί στο να γράφω αυτόματα μελωδίες.
M.G.: Χριστίνα, τί θα θελες να σου φέρει η επόμενη μέρα; Τα πιο μεγάλα σου όνειρα έχουν αρχίσει να πραγματοποιούνται;
Χ.Σ.: Τελευταία προσπαθώ να υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι ήδη ζω όσα ονειρευόμουν μικρή. Η καθημερινότητά μου περιλαμβάνει πρόβες, μουσική, θέατρα, δίσκους, συναυλίες, δημιουργία και πανέμορφους ανθρώπους με πολλή αγάπη και γενναιοδωρία, τους οποίους θαυμάζω.
Όταν ήμουν 20 χρονών, για πρώτη φορά πήγα σε στούντιο μουσικής. Με είχε καλέσει για να με ακούσει ο συνθέτης Γιώργος Καζαντζής. Μετά το πρώτο τραγούδι, μου είπε: «Χριστίνα, πρέπει να τραγουδάς και να μπαίνεις στα σπίτια του κόσμου». Ακριβώς 10 χρόνια αργότερα, νιώθω ότι έχει έρθει αυτή η ώρα, να κάνω, δηλαδή, ό,τι μπορώ για να φτάσει η μουσική μου στα σπίτια του κόσμου και να γίνουμε πολλοί!
M.G.: Τα μελλοντικά σας σχέδια;
Θ.Χ.: Ένα κανονικό live το φθινόπωρο, με περισσότερους μουσικούς επί σκηνής, για μια πιο πλήρη, ζωντανή αποτύπωση του δίσκου.
Οι φωτογραφίες ανήκουν στη Μαρίζα Καψαμπέλη και στο Γιώργο Τατάκη.