img153043 chouvardas kotidis

Γιώργος Χουβαρδάς και Στέλιος Κοτίδης: Δύο φίλοι που αποφάσισαν να ενώσουν τους μουσικούς τους κόσμους

Τους απολαύσαμε πρόσφατα στον κατάμεστο Σταυρό του Νότου Club. Τώρα, πριν ανέβουν ξανά μαζί στη σκηνή, μιλούν στο MixGrill για τη συνύπαρξή τους, τη μουσική και πώς νιώθουν για αυτή.

Διαβάστηκε φορες
Δύο νέοι σχετικά τραγουδοποιοί που ταιριάζουν σαν άνθρωποι, ο Γιώργος Χουβαρδάς και ο Στέλιος Κοτίδης, ήταν θέμα χρόνου να συναντηθούν. Με αφορμή αυτή τη συνεργασία και μετά τη sold out εμφάνισή τους στο Σταυρό του Νότου, μιλούν στο MixGrill για το πώς βλέπουν τη μουσική, για το αίσθημα ευθύνης που κουβαλούν ως τραγουδοποιοί αλλά και για τη φράση «χωρίς τη μουσική, αυτός ο κόσμος θα ήταν ένα λάθος».

Ο μεν Γιώργος Χουβαρδάς έχει ξεχωρίσει για την αισθαντική του χροιά και για την ωριμότητα που δείχνει στη σκηνή, ο δε Στέλιος Κοτίδης γράφει τραγούδια χωρίς φίλτρα, καταθέτοντας την αλήθεια του. Οι δύο τους σχηματίζουν ένα ντουέτο που δεν ενώνεται απλώς, αλλά συνομιλεί.

Αρχή με το Γιώργο, που σχολιάζει τη δισκογραφική και συναυλιακή του σύμπραξη με μουσικούς του μέντορες, πρωτίστως τον Παντελή Θαλασσινό, τις επιρροές του από τη Λέσβο και τη θέση του μουσικού στη ρευστή κοινωνικά και τεχνολογικά περίοδο που διανύουμε.


MixGrill: Μπορείς να μας περιγράψεις τη διαδρομή σου από τα πρώτα μουσικά σου βήματα έως σήμερα;

Γιώργος Χουβαρδάς: Δεν μου είναι εύκολο να βρω συγκεκριμένες λέξεις για να περιγράψω αυτή τη διαδρομή. Σίγουρα δεν είναι μεγάλη και νιώθω ότι ακόμη βρίσκομαι πιο κοντά στην αρχή της αλλά σίγουρα ήταν γεμάτη συναισθήματα, ωραίες εμπειρίες και με έχει φέρει κοντά σε πολύ σημαντικούς ανθρώπους για εμένα.

M.G.: Τι θα έλεγες στον 9χρονο Γιώργο για το όνειρό του να ακολουθήσει το μονοπάτι της μουσικής;

Γ.Χ.: Θα του έλεγα να μην σταματήσει να ονειρεύεται. Νομίζω αυτό και μόνο φτάνει.

M.G.: Έχεις κυκλοφορήσει κάποια κομμάτια που το κοινό τα έχει αγκαλιάσει. Τελευταία συνεργασία σου είναι με τον Παντελή Θαλασσινό στον «Μαΐστρο», που αποτελεί προπομπό του δίσκου σου. Πες μας περισσότερες λεπτομέρειες γι’ αυτόν.

Γ.Χ.: Ο δίσκος αυτός είναι σημαντικός κυρίως γιατί είναι ο πρώτος. Είναι φορτισμένος συναισθηματικά γιατί περιέχει τραγούδια που έχουμε δημιουργήσει τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια με το φίλο και συνεργάτη Κωνσταντίνο Τσακαλάκη. Τραγούδια που κουβαλάνε μέσα τους τις πρώτες μας δημιουργικές ανησυχίες. Ανυπομονώ να τον παρουσιάσουμε ολοκληρωμένο, κάτι που αναμένεται να γίνει τον Οκτώβρη του 2026.

M.G.: Στόχος σου φαίνεται να είναι η ένταξη κοινωνικών θεμάτων (π.χ. το τραγούδι «Ταυτότητα Κι Επάγγελμα Παιδί», που ανέφερε τα ζητήματα παιδικής κακοποίησης). Πώς αποφάσισες να εντάξεις την κοινωνική ευαισθησία στη μουσική σου;

Γ.Χ.: Δεν υπήρχε πάντα αυτό. Όταν άρχισα να νιώθω κάπως πιο συνειδητά τραγουδιστής και μουσικός, δημιουργήθηκε ένα αίσθημα ευθύνης, να γράφω δηλαδή και να τραγουδώ για όλα τα θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους και όχι για ένα και μόνο πράγμα. Έτσι κάπως κατέληξα στο ότι το τραγούδι, όπως μιλάει για τον έρωτα, έτσι πρέπει να μιλάει και να κάνει κριτική και στα υπόλοιπα θέματα που απασχολούν την κοινωνία.

M.G.: Με ποιον τρόπο η καταγωγή σου από τη Μυτιλήνη επηρέασε το μουσικό σου ύφος;

Γ.Χ.: Σίγουρα με βοήθησε στο να δημιουργήσω τον ήχο που προσπαθώ να βγάλω μέσα από τα τραγούδια μου. Αυτό το στοιχείο της παράδοσης με ενδιαφέρει πολύ και προσπαθώ να μην το αγνοώ.

M.G.: Πρόσφατα, συμμετείχες στην παρουσίαση του «Πλανόδιου» του Γιώργου Καζαντζή. Πώς βίωσες εκείνη την ημέρα;

Γ.Χ.: Πολύ σημαντική μέρα για εμένα η συγκεκριμένη. Βρέθηκα δίπλα σε καταξιωμένους ανθρώπους του χώρου, κάποιους από τους οποίους θεωρώ πνευματικούς, και γι’ αυτό το λόγο αισθάνομαι ότι έφυγα εκείνο το βράδυ κουβαλώντας πολύ ωραίες μουσικές στιγμές αλλά και κουβέντες που έγιναν εκεί.

M.G.: Σε μία εποχή που η ελληνική δισκογραφία περνάει αλλαγές λόγω των ψηφιακών μέσων, πώς βλέπεις τη θέση σου ως νέος δημιουργός;

Γ.Χ.: Θεωρώ πως με έναν τρόπο πρέπει να «παίξουμε το νέο παιχνίδι» για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε τη δουλειά μας, χωρίς όμως να το αφήσουμε να γίνει μεγαλύτερο και σημαντικότερο από την ουσία του πράγματος: την ίδια τη μουσική.



M.G.: Ποια είναι η πιο σημαντική στιγμή (μέχρι σήμερα) που έζησες στη σκηνή – και πώς σε στιγμάτισε;

Γ.Χ.: Νομίζω η πιο σημαντική στιγμή μου στη σκηνή είναι η συναυλία στη Μονή Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη το Μάιο του 2025, όπου βρέθηκα να τραγουδάω μερικά από τα πιο σπουδαία τραγούδια του κύριου Γιώργου Καζαντζή, δίπλα σε πολύ σημαντικούς ανθρώπους για εμένα, όπως ο Παντελής Θαλασσινός, η Ελένη Τσαλιγοπούλου και άλλοι.

M.G.: Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Στέλιο Κοτίδη και τι θα ακούσουμε σε αυτήν τη μουσική συνάντηση;

Γ.Χ.: Με το Στέλιο είμαστε πρωτίστως δύο καλοί φίλοι που μια μέρα αποφασίσαμε να ενώσουμε τους κόσμους μας και να τους παρουσιάσουμε. Είμαι πολύ ενθουσιασμένος με αυτή τη συνύπαρξη γιατί έχουμε φτιάξει μια πολύ καλή ομάδα φίλων μουσικών και ένα πρόγραμμα που μας αντιπροσωπεύει. Η πρώτη βραδιά της 11ης Νοεμβρίου στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία και ανυπομονούμε να ξανά ανταμώσουμε στις 9 του Δεκέμβρη.

M.G.: Με ποιες τρεις λέξεις θα περιέγραφες τη μουσική;

Γ.Χ.: Δύσκολη ερώτηση. Δεν μπορώ μόνο με τρεις λέξεις. Επίτρεψε μου να δανειστώ μια φράση του Νίτσε. «Χωρίς τη μουσική, αυτός ο κόσμος θα ήταν ένα λάθος».
«Αλήθεια» και «απλότητα». Με αυτές τις δύο αξίες κινείται στη μουσική και στη ζωή ο Στέλιος Κοτίδης. Παρακάτω μοιράζεται στιγμές από τα πρώτα του βήματα στη μουσική, τη διαδικασία της σύνθεσης όπως τη βιώνει ο ίδιος και την ευτυχή του συνάντηση με άλλους καλλιτέχνες πάνω και κάτω από τη σκηνή, συγκεκριμένα το Δημήτρη Μπάκουλη και το Γιώργο Χουβαρδά.

MixGrill: Ποια ήταν η βασική ώθηση που σε οδήγησε να επιλέξεις τον δρόμο του τραγουδοποιού;

Στέλιος Κοτίδης: Η βασική ώθηση που με οδήγησε να επιλέξω το δρόμο του τραγουδοποιού ήρθε από τον μεγάλο και πολύ διακεκριμένο ντράμερ, τον Κώστα Αναστασιάδη. Είναι γείτονάς μου και νονός της αδερφής μου, και τον θαυμάζω βαθιά για την πορεία και τη στάση του απέναντι στη μουσική. Μία μέρα, όταν ήμουν ακόμα στο Λύκειο και έκανα πρόβα στο υπόγειο με την μπάντα μου, κατέβηκε και μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ: «Αν θέλεις να δημιουργήσεις έστω και τις παραμικρές πιθανότητες να αφήσεις ένα μουσικό αποτύπωμα, πρέπει να ξεκινήσεις να φτιάχνεις δικά σου τραγούδια».

M.G.: Έχεις κυκλοφορήσει τραγούδια και με άλλους καλλιτέχνες, όπως με τον αγαπημένο Δημήτρη Μπάκουλη. Πώς προέκυψε αυτη η συνεργασία και πώς επιλέγεις τη φωνή που θα ερμηνεύσει ένα τραγούδι σου;

Σ.Κ.: Η συνεργασία μου με το Δημήτρη Μπάκουλη προέκυψε μέσα από τη γνωριμία μας, που έγινε μέσω ενός κοινού μας γνωστού. Από εκεί αναπτύχθηκε μια όμορφη φιλία. Μία μέρα που βρισκόμασταν σπίτι μου, ο Δημήτρης μού έδειχνε κάποια πράγματα πάνω στην εναρμόνιση, και μέσα στη συζήτηση τού ζήτησα να ακούσει ένα κομμάτι που σκεφτόμουν πως θα ταίριαζε πολύ στη φωνή του. Το άκουσε, του άρεσε αμέσως, και δέχτηκε με χαρά να το ερμηνεύσει — και από εκεί, τα υπόλοιπα είναι ιστορία. 

Όσον αφορά το πώς επιλέγω τη φωνή που θα ερμηνεύσει ένα τραγούδι μου, θέλω να μπορώ να την ακούω μέσα στο κεφάλι μου την ώρα που γράφω. Αν η φωνή δεν με έχει “διαπεράσει” τόσο ώστε να τη νιώθω να δονείται συνεχώς μέσα μου, δυσκολεύομαι να γράψω γι’ αυτήν συγκεκριμένα. Πρέπει να υπάρχει αυτό το εσωτερικό άκουσμα, αυτή η σύνδεση, για να μπορέσω να δημιουργήσω κάτι που θα της ανήκει πραγματικά.


M.G.: Στο άλμπουμ «Αρμύρα Και Μαχαίρι» αναφέρεις ότι τα δύο συστατικά που χρησιμοποιείς είναι «αλήθεια» και «απλότητα». Μπορείς να εξηγήσεις τι σημαίνουν για σένα στο πλαίσιο της δημιουργίας;

Σ.Κ.: Η «αλήθεια» και η «απλότητα» είναι δύο πολύ βασικά συστατικά που χρησιμοποιώ στην τραγουδοποιία μου. Την αλήθεια την επιλέγω γιατί θέλω να αποτυπώνω καθαρά τον εαυτό μου μέσα στα τραγούδια. Δεν γράφω για να εντυπωσιάσω ή για να δείξω κάτι που δεν είμαι∙ γράφω για να εκφράσω αυτό που νιώθω πραγματικά. Θέλω κάθε τραγούδι να είναι μια ειλικρινής αντανάκλαση του Στέλιου, όπως είναι, χωρίς φίλτρα. Την απλότητα, από την άλλη, την κρατάω γιατί έτσι ζω. Ζω απλά, όχι απλοϊκά — κι αυτός είναι ένας διαχωρισμός που για μένα έχει σημασία. Η απλότητα κουβαλάει αλήθεια, καθαρότητα και χώρο για να αναπνεύσει το συναίσθημα. Θέλω ο κόσμος που ακούει τα τραγούδια μου να είναι κόσμος με ανοιχτή αγκαλιά∙ να μπορεί να δεχτεί νέες δημιουργίες και ήχους που φέρουν ελπίδα.

M.G.: Με ποιες τρεις λέξεις θα περιέγραφες εσύ τη μουσική;

Σ.Κ.: Ανάγκη, έκφραση, αλήθεια.

M.G.: Πώς νιώθεις την αίσθηση ότι ανήκεις σε «νεότερη γενιά δημιουργών» και ποιά είναι τα «όπλα» σου ώστε να ξεχωρίσεις;

Σ.Κ.: Όπως έχω ξαναπεί, η «νέα γενιά δημιουργών» δεν έχει να κάνει απόλυτα με την ηλικία. Καθετί φρέσκο που φέρνει κάποιος, κάθε νέα ματιά ή αλήθεια που καταθέτει μέσα από τη μουσική του, μπορεί να τον κατατάξει σ’ αυτή τη γενιά. Προσωπικά, νιώθω πως ανήκω εκεί, και είμαι πραγματικά ευγνώμων γι’ αυτό, γιατί γύρω μου υπάρχουν πολλοί εξαιρετικοί συνάδελφοι που παράγουν σπουδαίο έργο — έργο που, δυστυχώς, δεν ακούγεται όσο θα του άξιζε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αυτό είναι και το μεγάλο μας στοίχημα: να βρούμε τις διόδους, τις πόρτες που θα ανοίξουν, ώστε να φτάσει η δουλειά μας σε περισσότερο κόσμο, σε ένα ευρύτερο φάσμα ακροατών. Αν θα έπρεπε να μιλήσω για τα «όπλα» μου μέσα σε όλο αυτό, τότε αυτά είναι σίγουρα η απλότητα και η αλήθεια. Είναι τα δύο αγαθά με τα οποία πορεύομαι. Ξέρω ποιος είμαι, προσπαθώ να είμαι πάντα ο εαυτός μου και να αποδίδω όσο καλύτερα μπορώ. Συνεχίζω να δουλεύω, να εμπνέομαι από καθαρές πηγές, και μέρα με τη μέρα να φέρνω όσο περισσότερο κόσμο μπορώ «στην αυλή μου», για να τον κερνάω τραγούδια και να το ευχαριστιόμαστε μαζί.

M.G.: Ποια είναι η διαδικασία δημιουργίας ενός τραγουδιού για σένα – ξεκινάς από τους στίχους ή από τη μελωδία;

Σ.Κ.: Συνήθως ξεκινώ γράφοντας ολόκληρο το στιχούργημα και στη συνέχεια προχωρώ στη μουσική. Μου αρέσει πρώτα να “χτίζω” τον κόσμο των λέξεων, να καταλαβαίνω τι θέλω να πω, και μετά να ντύνω αυτόν τον κόσμο με ήχους. Παρ’ όλα αυτά, πολλές φορές με βοηθάει να τα γράφω ταυτόχρονα — στίχο και μουσική μαζί — γιατί έτσι η μία πλευρά τροφοδοτεί την άλλη και δημιουργείται μια πιο φυσική ροή. Αυτό που δεν συνηθίζω, είναι να γράφω πρώτα μουσική και να προσπαθώ μετά να “χωρέσω” πάνω της στίχους. Θέλω ο στίχος και η μουσική να γεννιούνται σχεδόν ταυτόχρονα, μέσα από το ίδιο συναίσθημα.



M.G.: Στη συνεργασία σου με το Γιώργο Χουβαρδά πώς διαμορφώθηκε η ιδέα να ενώσετε τα τραγούδια του καθενός με τη δισκογραφία του άλλου; Τι σας συγκίνησε περισσότερο κατά τη διαδικασία;

Σ.Κ.: Με το Γιώργο Χουβαρδά είμαστε πολύ καλοί φίλοι το τελευταίο διάστημα και μοιραζόμαστε πάρα πολλά κοινά — τόσο καλλιτεχνικά όσο και ανθρώπινα. Το καλοκαίρι, την περίοδο που σχεδίαζα το χειμώνα μου, βρεθήκαμε για έναν καφέ και, φεύγοντας, ένιωσα την ανάγκη να του προτείνω να στήσουμε μια παράσταση μαζί. Ο Γιώργος δέχτηκε αμέσως με χαρά, και έτσι ξεκινήσαμε να οργανώνουμε τα πρακτικά: το στήσιμο της μπάντας, την εύρεση ημερομηνιών, και φυσικά την επικοινωνία με το Σταυρό του Νότου. Από εκεί και πέρα, το αφήσαμε να μας οδηγήσει. 

Το πιο συγκινητικό κομμάτι όλης αυτής της διαδικασίας ήταν το πώς “γεννήθηκε” το ρεπερτόριο. Οι επιλογές των τραγουδιών, είτε προέρχονταν από τον έναν είτε από τον άλλον, έβγαιναν αβίαστα — υπήρχε απόλυτη αρμονία και κοινή αισθητική. Κάθε πρόταση βρίσκει αμέσως ανταπόκριση, χωρίς δεύτερη σκέψη. Έτσι δημιουργήθηκε ένα πρόγραμμα που εκφράζει και τους δύο, ένα κοινό πεδίο όπου οι δισκογραφίες μας ενώνονται φυσικά, μια ευτυχής σύμπραξη που δοκιμάστηκε εξαιρετικά επιτυχώς στην πρώτη μας εμφάνιση στις 11 Νοεμβρίου στο κατάμεστο "Σταυρός του Νότου Club" και γι' αυτό αποφασίσαµε να την επαναλάβουμε την Τρίτη 9 Δεκεμβρίου. Και είμαστε σίγουροι ότι το κοινό — κι εμείς μαζί του — θα το ευχαριστηθούμε ξανά και ακόμα περισσότερο!

M.G.: Τι προσφέρει ο ένας στον άλλο ως καλλιτεχνική πρόκληση ή συμπληρωματικότητα;

Σ.Κ.: Αυτό που μου αρέσει πάρα πολύ στον Γιώργο, και το θεωρώ κάθε φορά πρόκληση, είναι η επιβλητική του παρουσία πάνω στη σκηνή και ο τρόπος που ερμηνεύει. Έχει μια σιγουριά και μια άνεση που σε κερδίζουν από το πρώτο λεπτό, κι εγώ — ομολογώ — ώρες ώρες προσπαθώ να “ξεκλέψω” κάτι από τις κινήσεις του, από τον τρόπο που πατάει στη σκηνή. Όσο για τη συμπληρωματικότητα, πιστεύω πως υπάρχει γιατί ταιριάζουμε πολύ σαν άνθρωποι. Κάπου “συναντιόμαστε” στη μέση, χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια. Αυτό που βγαίνει προς τα έξω — και στην εικόνα αλλά κυρίως στην ακρόαση — είναι κάτι άρτιο, ισορροπημένο και ευχάριστο. Νομίζω πως αυτό είναι και το μυστικό: να χαίρεσαι πραγματικά τη συνύπαρξη, και τότε όλα δένουν από μόνα τους.

Ο Γιώργος Χουβαρδάς και ο Στέλιος Κοτίδης θα εμφανιστούν στο Club του Σταυρού του Νότου (Θαρύπου 37, Αθήνα) την Τρίτη 9 Δεκεμβρίου. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.
Διαβάστε ακόμα