Ένα τεράστιο ροζ γουρούνι υψώνεται στον -ψηφιακό- ουρανό της οθόνης του Floyd το Σάββατο της 21ης Μαρτίου στην Αθήνα —μαζί με ένα ρολόι που ξεκινά να μετράει αντίστροφα. Άραγε θα μπορούσαμε, μόλις φτάσει στο μηδέν, να κλείσουμε τα μάτια και να μεταφερθούμε σε ένα χειμωνιάτικο απόγευμα του 1976 και στον σταθμό ηλεκτροδότησης του Battersea —εκεί όπου ο Aubrey Powell συνάντησε τον «ομορφότερο ουρανό που είχε δει ποτέ», κατά τη φωτογράφηση του θρυλικού εξώφυλλου των Pink Floyd για τον δίσκο "Animals" (1977);
Γνωρίζοντας το ανέφικτο του παραπάνω συλλογισμού, οι The Great Gig θα εμφανιστούν στη σκηνή με έναν και μοναδικό σκοπό: να προσπαθήσουν να μειώσουν —κατά το ελάχιστο δυνατό— τη νοητική απόσταση μεταξύ αυτού του σαββατόβραδου και εκείνου του χειμωνιάτικου απογεύματος στο Λονδίνο.

Ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στα πρόσωπα των παρευρισκόμενων περίπου δυόμιση ώρες αργότερα, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει με ασφάλεια πως ο στόχος τους είχε επιτευχθεί. Οι The Great Gig, με πρωτεργάτη τους το Λευτέρη Κοντόγιαννη, πέτυχαν δυο πράγματα: αρχικά, να ικανοποιήσουν τους αρκετούς, ήδη μυημένους στο σύμπαν των Pink Floyd φίλους της μπάντας. Ο τρόπος με τον οποίο απέδωσαν, αναπαρέστησαν και επανεκτέλεσαν τραγούδια από ένα ευρύ βάθος της δισκογραφίας των Floyd ("The Gunner’s Dream", "Mother") έμοιαζε αριστοτεχνικός, δουλεμένος και εξαιρετικά προσεγμένος.
Το ανατριχιαστικό ηχόχρωμα της ηλεκτρικής κιθάρας, όταν ο Μανώλης Πηλείδης εκτελούσε κάθε μια νότα από τα θρυλικά σόλο του David Gilmour, πρόδιδε τις εκατοντάδες ώρες που θα έχει αφιερώσει προκειμένου να καταφέρει να «συναντηθεί» με τον αυθεντικό τόνο του θρυλικού Βρετανού κιθαρίστα. Οι χρωματισμοί του Ηλία Πετρίδη στα πλήκτρα και τα sound effects αποκρυστάλλωναν με αρτιότητα και ακρίβεια το περιβάλλον και τις διαθέσεις εντός των οποίων θα φανταζόταν κανείς τον Richard Wright να συνθέτει και να δημιουργεί —50 περίπου χρόνια νωρίτερα.
Ταυτόχρονα, οι Great Gig κατάφεραν να δώσουν και τη δική τους, προσωπική αύρα σε κάθε ένα από τα τραγούδια που επέλεξαν να παρουσιάσουν. Τα φωνητικά και η ενέργεια τόσο του Θωμά Βλιαγκόφτη όσο και των Αρετή Βαλαβανοπούλου και Ευαγγελία Καλόστου, μετέτρεπαν το όλο θέαμα σε μια εμπειρία η οποία —όσο κι αν ανατρέχει και εμπνέεται από το παρελθόν μιας τεράστιας (ανενεργής) μπάντας— βρίσκει ταυτόχρονα τον τρόπο να γίνει επίκαιρη, φρέσκια και να αφορά το «τώρα». Κλασικά, πλέον, τραγούδια όπως τα "Another Brick In the Wall", "Comfortably Numb", "Shine On You Crazy Diamond" και "Wish You Were Here" μπόρεσαν να αποτυπωθούν στην ολότητά τους, αλλά και να αποκτήσουν μια πιο «ζωντανή» χροιά —εκείνη που οι Great Gig επιδίωξαν να μας μεταφέρουν. Ο Πέτρος Σπυριδέλης, ο Βασίλης Στεργίου και ο Βαγγέλης Μώκος σε μπάσο, κρουστά και σαξόφωνο αντίστοιχα ήταν απαραίτητα συστατικά της παραπάνω διαδικασίας.

Το τελικά πιο αξιοπρόσεκτο όμως, ίσως να είναι αυτός ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο μπόρεσαν όλοι οι παραπάνω μουσικοί να επικοινωνήσουν, να συνεργαστούν και να συμβάλλουν —ο καθένας από το πόστο του— στην αναδημιουργία ενός τόσο απαιτητικού και βαρυσήμαντου εγχειρήματος. Οι Pink Floyd μπορεί να διαλύθηκαν κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80, αλλά το έργο τους συνεχίζει ακόμα και σήμερα να «οπλίζει» πένες και μολύβια μουσικών, σκηνοθετών, συγγραφέων, ανθρώπων που προβληματίζονται και δρουν. Εγχειρήματα σαν αυτό των The Great Gig, μας ωθεί —επιστρέφοντας στο παρελθόν έστω για ένα βράδυ— να μπορέσουμε να αναστοχαστούμε το παρόν μας με όρους απελευθερωτικούς και ανθρωποκεντρικούς. Για τον λόγο αυτό, κάθε νέα μελλοντική τους δράση θα είναι ευπρόσδεκτη.
Οι φωτογραφίες ανήκουν στο Νικόλα Νταούτη και στο mixgrill.gr.