Κάποια βράδια, σε κάποιες γωνιές της πόλης μακριά από τον θόρυβο των εφήμερων επιτυχιών της επικαιρότητας και πάνω σε σκηνές που αναμένουν στωικά να πλημμυριστούν από ενισχυτές, καλώδια και πεταλιέρες, μια παρέα μουσικών συναντιέται με σκοπό να αναγεννήσει για μια ακόμα φορά το μουσικό σύμπαν των Pink Floyd. Κι αν εκείνο δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να αναγεννηθεί (εφόσον θα πρέπει πρώτα να «πεθάνει» —κάτι που η υστεροφημία της βρετανικής μπάντας δεν επιτρέπει να συμβεί), αρκεί να επανασυστηθεί —με το μοναδικό και πολυμεσικό τρόπο που οι The Great Gig το πετυχαίνουν. Ένα τέτοιο βράδυ πρόκειται να στηθεί και πάλι το Σάββατο 21 Μαρτίου στο Floyd, στην Αθήνα. Προετοιμαζόμενοι γι’ αυτό, μιλήσαμε με το Λευτέρη Κοντόγιαννη —τη φωνητική και κιθαριστική έκφραση της μπάντας.

M.G.: Ποια είναι η ιδιαιτερότητα των ερεθισμάτων που αντλούνται από κάποιον που βυθίζεται στη μουσική των Pink Floyd, για να αποφασίσει να γίνει καλλιτεχνικός «ιεραπόστολος» της παρακαταθήκης της μπάντας αυτής;
Λευτέρης Κοντογιάννης: Η μουσική των Pink Floyd έχει μια ιδιαιτερότητα που δύσκολα συναντάς αλλού: Δεν είναι απλώς τραγούδια, είναι ολόκληροι κόσμοι. Όταν βυθιστείς πραγματικά μέσα σε άλμπουμ όπως το "The Dark Side Of The Moon", το "Wish You Were Here" ή το "The Wall", νιώθεις ότι η μουσική δεν σου μιλά μόνο αισθητικά αλλά και υπαρξιακά. Αγγίζει θέματα όπως ο χρόνος, η αποξένωση, η ανθρώπινη επαφή, η κοινωνία. Για πολλούς από εμάς που μεγαλώσαμε με αυτήν τη μουσική, κάποια στιγμή συμβαίνει κάτι σχεδόν… αποκαλυπτικό. Συνειδητοποιείς ότι αυτό που άκουσες σε επηρέασε τόσο βαθιά, που δεν θέλεις απλώς να το απολαμβάνεις μόνος σου· θέλεις να το μοιραστείς. Να το μεταφέρεις ζωντανά, να δώσεις σε άλλους την ευκαιρία να νιώσουν αυτή τη δύναμη, έστω και για δύο ώρες σε μια συναυλία.
Κάπως έτσι γεννιέται αυτό που λέτε «καλλιτεχνικός ιεραποστολισμός». Δεν είναι μίμηση. Είναι σεβασμός και αγάπη για μια μουσική κληρονομιά που άλλαξε την ιστορία του rock και συνεχίζει να συγκινεί γενιές. Και όταν βλέπεις το κοινό να κλείνει τα μάτια σε ένα solo ή να τραγουδά μαζί σου, καταλαβαίνεις ότι αυτή η παρακαταθήκη παραμένει ζωντανή.
M.G.: Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ μιας ακριβούς αναπαραγωγής και μιας αισθητικής επαναπροσέγγισης ενός μουσικού κομματιού –και συνάμα ενός ολόκληρου καλλιτεχνικού σύμπαντος; Είναι αντικρουόμενες οι δυο κατευθύνσεις; Και εάν ναι, σε ποια εκ των δυο τείνει αυθόρμητα η δική σας;
Λ.Κ.: Η ακριβής αναπαραγωγή προσπαθεί να μεταφέρει όσο γίνεται πιστά τον ήχο, τη δομή και την ατμόσφαιρα ενός κομματιού. Η αισθητική επαναπροσέγγιση, αντίθετα, κρατά την ουσία αλλά αφήνει χώρο για μια προσωπική ερμηνεία. Στη μουσική των Pink Floyd αυτές οι δύο κατευθύνσεις δεν είναι απαραίτητα αντικρουόμενες. Εμείς προσπαθούμε να σεβαστούμε το αυθεντικό σύμπαν των κομματιών, αλλά ταυτόχρονα να τα ζωντανεύουμε με τη δική μας ενέργεια πάνω στη σκηνή. Έτσι το αποτέλεσμα είναι πιστό στο πνεύμα, αλλά πάντα ζωντανό και ανθρώπινο
M.G.: Το να αναλαμβάνεις τη ζωντανή, επί-σκηνής, αναγέννηση της «φωνής» ενός εκ των πιοβαρυσήμαντων ονομάτων της παγκόσμιας μουσικής ιστορίας, αποτελεί εξ αρχής μια αναμέτρηση τόσο απαιτητική όσο και πρόσφορη σε κάθε είδους κριτική. Έχετε βρεθεί αντιμέτωποι με τέτοιες καταστάσεις –και πώς στέκεστε απέναντί τους; Κυρίευσε ποτέ η αγωνία της «επάξιας μεταφοράς» το πόσο απολαμβάνετε το project αυτό;
Λ.Κ.: Το να παίζεις τη μουσική των Pink Floyd σίγουρα κουβαλά μια ευθύνη, γιατί μιλάμε για ένα τεράστιο κεφάλαιο της μουσικής ιστορίας. Φυσικά υπάρχει κριτική –και είναι λογικό. Την αντιμετωπίζουμε, όμως, με σεβασμό και τη βλέπουμε σαν κίνητρο να γινόμαστε συνεχώς καλύτεροι. Η αγωνία να τιμήσουμε σωστά αυτή τη μουσική υπάρχει πάντα, αλλά δεν ξεπερνά ποτέ τη χαρά. Στην πραγματικότητα, όσο πιο πολύ τη σεβόμαστε τόσο περισσότερο απολαμβάνουμε να τη μοιραζόμαστε ζωντανά με το κοινό.

M.G.: Ποια είναι η διαδικασία με την οποία επιλέγετε κάθε φορά τα τραγούδια που θα καταπιαστείτε ζωντανά; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή κατά την ακρόαση που σας ωθεί να πείτε: «Εδώ υπάρχει κάτι που πρέπει να ακουστεί περισσότερο»; Και πόσο δύσκολο είναι να επιλέγεις μεταξύ μιας τόσο βαθιάς και ιστορικής μουσικής δεξαμενής;
Λ.Κ.: Η μουσική των Pink Floyd είναι μια τεράστια δεξαμενή, οπότε η επιλογή δεν είναι ποτέ εύκολη. Συνήθως προσπαθούμε να χτίζουμε ένα set που να έχει ροή και να περνά από διαφορετικές εποχές και δίσκους, προσπαθώντας να καλύψουμε τόσο τους παλιούς γνώστες των Pink Floyd όσο και τους νεώτερους. Κάποιες φορές, όντως υπάρχει μια στιγμή στην ακρόαση που λες «αυτό πρέπει να ακουστεί ζωντανά». Συνήθως είναι όταν ένα κομμάτι έχει έντονη ατμόσφαιρα ή κορύφωση που ξέρεις ότι στη σκηνή μπορεί να γίνει πραγματικά καθηλωτική εμπειρία για το κοινό.
M.G.: Πόσο περιπετειώδης ήταν η αναζήτηση του ηχοχρώματος των Floyd στο παίξιμό σας; Πόσα διαφορετικά pedals και plug-ins χρειάστηκαν για να πλησιάσετε όσο το δυνατόν πιο κοντά, για παράδειγμα, στον τόνο της κιθάρας του Gilmour όταν αυτή σολάρει το "Time" ή το "Echoes"; Τελικά, το χρώμα μιας μουσικής φράσης προέρχεται από τους μαγνήτες, τα δάχτυλα ή τον πετυχημένο συνδυασμό και των δυο;
Λ.Κ.: Η αναζήτηση του ήχου ήταν (και συνεχίζει να είναι) πραγματικά μια μικρή περιπέτεια. Είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης έρευνας και συνεχών πειραματισμών. Ο τόνος του David Gilmour σε κομμάτια όπως το "Time" ή το "Echoes" έχει πολλές λεπτομέρειες –από delay και modulation μέχρι τον τρόπο που «αναπνέει» η κιθάρα μέσα στο κομμάτι. Χρησιμοποιήσαμε αρκετά effects και δοκιμές για να πλησιάσουμε την ατμόσφαιρα, αλλά στο τέλος καταλαβαίνεις ότι ο ήχος δεν είναι μόνο ο εξοπλισμός. Είναι ο συνδυασμός: τα δάχτυλα, η αίσθηση του phrasing και φυσικά τα σωστά εργαλεία που σε βοηθούν να φτάσεις όσο πιο κοντά γίνεται σε αυτό το χαρακτηριστικό ύφος.
M.G.: Το ερώτημα «Waters ή Gilmour» έχει προεκτάσεις καλλιτεχνικές, πολιτικές, αισθητικές αλλά και ιστορικές –και οι περισσότεροι ένθερμοι ακροατές των Floyd καλούνται κάποτε να πάρουν κάποια θέση. Αναγνωρίζετε το δίλημμα αυτό ή το απορρίπτεται και απαντάτε... Richard Wright;
Λ.Κ.: Το δίλημμα «Roger Waters ή David Gilmour» είναι κάτι που υπάρχει συχνά στις συζητήσεις των φίλων των Pink Floyd. Στην πραγματικότητα, όμως, η μαγεία αυτής της μπάντας γεννήθηκε από τη συνάντηση διαφορετικών προσωπικοτήτων. Γι’ αυτό μάλλον δεν θα διαλέγαμε στρατόπεδο. Αντίθετα, θα λέγαμε ότι το σύμπαν των Floyd δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς όλους —και φυσικά χωρίς την ατμόσφαιρα και τη μουσικότητα του Richard Wright.

M.G.: Αν έπρεπε να διασωθεί ένα μόνο τραγούδι της δισκογραφίας των Pink Floyd για να ακούει η ανθρωπότητα κατά τη μετάβασή της σε αυτή τη νέα εποχή στην οποία βαδίζει, ποιο θα διαλέγατε και γιατί;
Λ.Κ.: Ίσως θα διάλεγα το "Echoes". Είναι ένα κομμάτι που συμπυκνώνει σχεδόν όλο το σύμπαν της μπάντας: ατμόσφαιρα, πειραματισμό, λυρισμό αλλά και μια βαθιά αίσθηση εξερεύνησης. Το "Echoes" μοιάζει με μουσικό ταξίδι — ξεκινά από κάτι σχεδόν πρωτόγονο και εξελίσσεται σε μια μεγάλη, συλλογική κορύφωση. Αν η ανθρωπότητα περνά σε μια νέα εποχή, είναι ίσως το ιδανικό soundtrack: ένα κομμάτι που θυμίζει ότι η εξέλιξη, η αναζήτηση και η επικοινωνία μεταξύ μας είναι πάντα μέρος του ίδιου ταξιδιού.
M.G.: Και κλείνοντας, ο αγαπημένος σας δίσκος των Floyd;
Λ.Κ.: Πολύ δύσκολη ερώτηση… Θα απαντούσα το "The Wall". Είναι ένας δίσκος που ξεπερνά τη μορφή ενός απλού άλμπουμ και λειτουργεί σαν ένα ολοκληρωμένο καλλιτεχνικό έργο — μια ιστορία για την απομόνωση, τους φόβους και τα «τείχη» που χτίζουμε γύρω μας. Μουσικά και αφηγηματικά είναι από τις πιο δυνατές στιγμές της μπάντας, γιατί συνδυάζει έντονο συναίσθημα, θεατρικότητα και μερικά από τα πιο εμβληματικά κομμάτια τους. Είναι ένας δίσκος που κάθε φορά που τον ακούς, αποκαλύπτει και μια νέα πλευρά του.
Οι The Great Gig θα εμφανιστούν το Σάββατο 21 Μαρτίου στο Floyd (Πειραιώς 117). Περισσότερες πληροφορίες και εισιτήρια εδώ.