Δημήτρης Σκάρπας

Δημήτρης Σκάρπας: Μουσική έκφραση «νοσταλγική-ηλεκτρονική»

Μία κουβέντα με το δημιουργό που αποπειράται να ενώσει δύο μουσικούς κόσμους, με «κόλλα» το συναίσθημα και τη νοσταλγία.

Διαβάστηκε φορες

«Η Αρχή Του Τέλους». Δημιουργεί ένα παραξένισμα αυτός ο τίτλος στο ντεμπούτο ενός καλλιτέχνη που τώρα συστήνεται δισκογραφικά. Όμως, μέσα από την κουβέντα με τον ερμηνευτή και συνθέτη Δημήτρη Σκάρπα, αντιλαμβάνεσαι αμέσως ότι, για τον ίδιο, το φινάλε της μουσικής του πορείας αργεί ακόμα. Εξάλλου... τραγουδώντας έρχεται η όρεξη!

Μυημένος από νωρίς στην ελληνική ροκ και το έντεχνο απ' τη μία, στη διεθνή pop και ηλεκτρονική μουσική απ' την άλλη, ξεκίνησε τα πρώτα του βήμα διασκευάζοντας κομμάτια αγαπημένων δημιουργών. Ως φοιτητής στη Ρουμανία, συμμετείχε σε διάφορα σχήματα με pop και rock προσανατολισμό. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, «πάντρεψε» τις παραστατικές τέχνες με το τραγούδι, παρακολουθώντας μαθήματα θέατρου και musical performance. Σήμερα, μεταφέρει την εκφραστικότητα του θεάτρου πάνω στο stage, με εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές της Αθήνας.

Όμως, και στα παρασκήνια η καλλιτεχνική του παραγωγή ήταν ιδιαίτερα έντονη. Στα τέλη του 2025, μας χάρισε τον πρώτο του δίσκο, με τίτλο «Η Αρχή Του Τέλους». Για την ακρίβεια, τον πρώτο του διπλό δίσκο, αφού αποτελείται από δύο μέρη, εννια κομματιών το καθένα: στο πρώτο, κυριαρχεί η ανεβαστική pop με στοιχεία electro νοσταλγίας, στο δεύτερο αισθηματικά τραγούδια με power ballad επιρροές. Ο ίδιος χαρακτηρίζει το διττό ηχόχρωμα του άλμπουμ με τον όρο "nostalgic electronic" (neon). Άραγε είναι απλώς ένας όρος "branding" ή κάτι παραπάνω; Αφήσαμε τον ίδιο να μας πει...

MixGrill: Από πού ξεκίνησε η μουσική σου πορεία και πώς οι εμπειρίες σου στη Ρουμανία, όπου σπούδασες, επηρέασαν το καλλιτεχνικό σου ύφος;

Δημήτρης Σκάρπας: Ξεκίνησα με τα πρώτα δειλά μου βήματα σε μικρά lives με ελληνικό ποπ/έντεχνο ροκ ρεπερτόριο. Π.χ. Βαρδής, Κατσιμιχαίοι, Πυξ Λάξ, Τουρνάς. Έπειτα, στα φοιτητικά χρόνια στη Ρουμανία, έψαχνα τον ήχο μου. Από άποψη σύνθεσης, τα πρώτα μου demos ήταν πιο ροκ συνθέσεις, επηρεασμένες από αυτές τις μουσικές καταβολές. Όμως, μέσα από τον πειραματισμό σε πολλά είδη με τα χρόνια, η πιο ροκ φοιτητική επήρεια «του ψάχνω» που ίσως ταίριαζε και στη φωνή μου, μετατράπηκε σε ένα πιο συνειδητό συγκεκριμένο προσωπικό στίγμα «νοσταλγικού electro pop» σε αυτό το μουσικό άλμπουμ «Αρχή Του Τέλους». 

M.G.: Παράλληλα με μαθήματα φωνητικής, έχεις παρακολουθήσει και μαθήματα θεάτρου και musical performance. Πώς επηρεάζουν αυτές οι εμπειρίες το πώς ερμηνεύεις και παρουσιάζεις τη μουσική σου επί σκηνής;

Δ.Σ.: Συμμετείχα σε διάφορα χορωδιακά σύνολα σαν τενόρος παλαιότερα, ενώ τα μαθήματα φωνητικής είναι μια καθημερινή συνήθεια τα τελευταία 10 έτη. Η θεατρικότητα και το musical performance με βοηθούν στην «απεύθυνση» της μουσικής μέσα από τα εκφραστικά μέσα επί σκηνής, ανάλογα με τη συναισθηματκή κατάσταση που σου αφήνει ένα τραγούδι. Μία σύνδεση, μια ανταπόδοση. Για μένα, κάθε τραγούδι είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Ένα ταξίδι, μία εποχή, μία χώρα, ένα storytelling τριών λεπτών. Ένα αίσθημα επικοινωνίας και ανταλλαγής συναισθήματος. Όταν ολοκληρώνονται και επαναλαμβάνονται μηχανικά τα πρώτα στάδια φωνητικής εξάσκησης αντοχής σε ένα live, τότε ξεκλειδώνουν τα εκφραστικά μέσα. Ττο ζεις» και βγαίνει η πραγματική σου προσωπικότητα.

M.G.: Η «Αρχή Του Τέλους», ο πρώτος δίσκος σου, συνδυάζει electro pop και retro μπαλάντες. Πώς επέλεξες αυτόν το διττό μουσικό δρόμο, που αντανακλάται και στο γεγονός ότι το άλμπουμ περιέχει δύο μέρη με διαφορετική αισθητική το καθένα, και τι αντιπροσωπεύει καλλιτεχνικά για σένα;

Δ.Σ.: Η μεγαλύτερη πρόκληση ενός διπλού δίσκου 18 κομματιών είναι η συνοχή και το ενιαίο μουσικό στίγμα. Επιλέχθηκε η κατάτμηση σε δύο μέρη, εννέα κομματιών ανά μέρος, καθώς το μεν πρώτο χαρακτηρίζεται από ηλεκτρονική σύγχρονη pop μουσική σε ελληνικό στίχο, ενώ το δεύτερο μέρος έδινε περισσότερη ελευθερία σε jazz, country αναφορές, rock ballads διάθεση. 

Τα 18 σε σύνολο —εννιά και εννιά κομμάτια— που κυκλοφόρησαν αρχές Δεκέμβρη είναι ουσιαστικά 20, δηλαδή 10 και 10, αν προσθέσει κάποιος και δύο singles που κυκλοφόρησαν Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2026: το electro pop «Kεφάλι» και το πιο νοσταλγικό «Σώμα, Ψυχή και Ουρανό». Καλλιτεχνικά, αυτή η κατηγοριοποίηση ξεκίνησε με βάση τη μουσική παραγωγή του ήχου (ηλεκτρονική ή μη). Όμως, και ο στίχος οφείλει να εξυπηρετεί τη μουσική. Έτσι, μπορεί να θυσιάζεται στο βωμό ενός «catchy» ρεφρέν ένας πιο περίτεχνος στίχος, γιατί οι απλές λέξεις λειτουργούν πιο «κυκλικά». Για μένα, αυτό δεν σημαίνει υστέρηση της καλλιτεχνίας. Απλά προβάδισμα έχει άλλοτε η μουσική και άλλοτε ο στίχος. 

M.G.: Αν έπρεπε να διαλέξεις ένα κομμάτι που να λειτουργεί ως «κλειδί» για να καταλάβει κάποιος όλο το άλμπουμ, ποιο θα ήταν και γιατί;

Δ.Σ.: Το «Θάνατε, Η Αγάπη Σε Κερδίζει», στο πρώτο, “electro pop” μέρος, και το «Έρωτα Κεραυνοβόλε» στο δέυτερο, “nostalgic ballads”, μέρος. Aλλά υπάρχει και το κομμάτι «Όλη Μου Η Ζωή», πoυ λειτουργεί ως κλειδί και για τα δύο μέρη, γιατί και ένα «πιασάρικο» electropop είναι και νοσταλγικό, όπως φαίνεται και στο βίντεο κλιπ που το συνοδεύει.

M.G.: Πόσο σημαντική είναι για σένα η αυτοβιογραφική διάσταση στα τραγούδια σου; Υπάρχουν κομμάτια που γράφτηκαν σε στιγμές έντονης προσωπικής μετάβασης;

Δ.Σ.: Κάποια κομμάτια γεννιούνται μέσα από την παρατήρηση άλλων ανθρώπων και δικών τους βιωμάτων, π.χ. το «Διακόπτης». Κάποια είναι πιο βιωματικά, όπως το «Άγγελοι Επί Γης», το «Έρωτα Κεραυνοβόλε» ή για παράδειγμα η «Ονειροπαγίδα», από τις πρώτες συνθέσεις. Αυτά ταυτίζονταν με μια πιο ουσιαστική μετάβαση και μουσική μου ενηλικίωση στη σύνθεση. Το «Θάνατε Η Αγάπη Σε Κερδίζει» έχει παράξενο στίχο, αλλά για μένα έχει εικόνες από όταν ήμουν παιδί στο εξοχικό μου έως και μέλλον, έχει μια διαχρονικότητα. Υπάρχουν αρκετά κομμάτια που γεννήθηκαν με περιπαικτική διάθεση, ως πρώτο ερέθισμα, και μετά όμως απογυμνώθηκε η σύνθεση και άλλαξε ο στίχος. Ωστόσο, οι αρχικοί στίχοι και συνθέσεις παραμένουν ως βάση μίας musicult (μουσική μαύρη κωμωδία) που ετοιμάζω για το μέλλον. 

M.G.: Πώς οδηγήθηκες στο να επινοήσεις εξαρχής τον όρο “neon” (nostalgic electronic) για τη μουσική σου, αντί απλώς να χρησιμοποιήσεις πιο περιγραφικές ορολογίες, όπως «synthpop με ‘80s επιρροή», για παράδειγμα;. Το “neon” είναι απλώς μία «τυποποίηση»-branding του ήχου σου ή κάτι βαθύτερο από άποψη σύνθεσης των κομματιών;

Δ.Σ.: Το στοίχημα, ειδικά για τον επόμενο δίσκο —για τον οποίο ήδη δουλεύουμε με το συνεργάτη μου και παραγωγό μου, Πάνο Μπίρμπα— είναι το δύσκολο εγχείρημα «συνδυασμού» ηλεκρονικής μουσικής βάσης και διεθνών μουσικών πολιτισμών. Έτσι, διάφορα είδη (afrobeat, balcan, flamenco, latin, blues, traditional), δημιουργούν ένα «μουσικό πάντρεμα πολιτισμών», ένα modern ethnic–neon με ελληνικό στίχο και όχι τόσο διάσπαρτα ή αθροιστικά όπως σε αυτό τον δίσκο στοιχείων. Αποτελούν τη βάση ανά τραγούδι ενός «φρέσκου» ηχοχρώματος από τον ίδιο παραγωγό που κουβαλά μνήμες και κοιτάει μπροστά. 

Τo “neon branding” προέκυψε πηγαία και αυθόρμητα, επειδή ναι μεν υπάρχει synthpop με 80s επιρροή, και σε μας στα ακούσματα, και στις νεότερες γενιές, αλλά παραγωγικά στόχος είναι όχι η αντιγραφή αλλά η επανερμηνεία. «Στην Αρχή Του Τέλους», η παραγωγή είναι πολυπαραγοντική. Π.χ., στην πλευρά την “electro pop” κυρίως ο Πάνος Μπίρμπας και ο Γιώργος ο Σωτηρόπουλος, ενώ στο δεύτερο μέρος, με τις νοσταλγικές μπαλάντες, κυρίως ο μαέστρος Γιάννης Δίσκος και η ομάδα του, και τα BK Studios. Αυτό δυσκολεύει την ενιαία ταυτότητα. 

M.G.: Με 18 νέα τραγούδια στο ενεργητικό σου μέσα από ένα άλμπουμ, ποιος είναι ο δημιουργικός σου στόχος για τα επόμενα χρόνια —περισσότερες δισκογραφικές κυκλοφορίες, live εμφανίσεις ή πειραματισμός με άλλα μουσικά είδη, πέρα του “neon”;

Δ.Σ.: Κατά βάση, για φέτος, επικοινωνία αυτού του υλικού μέσα από τα lives. Έχουμε φτιάξει εγώ και οι συνεργάτες μου ένα δίωρο live πρόγραμμα, ξεκινώντας από τις 11 Μαρτίου στο Metron Stage στο Γκάζι, ένα πρόγραμμα παρουσίασης σχεδόν όλων των κομματιών καθώς και κάποιων επερχόμενων singles μέσα στη χρονιά.

To πρόγραμμα ξεκινά με electro pop στο πρώτο μισάωρο και μετά με ethnic διασκευές αλλά και νέα singles, όπως η μπαλάντα «Σώμα, Ψυχή και Ουρανό» και το ethnic «Βαπόρια Καπνισμένα». Στην πορεία του live, η διάθεση ανεβαίνει με την παρουσίαση π.χ. ενός καλοκαιρινού medley αργεντίνικου flamenco με τίτλο «Πριν Από Σένα», ενός μεξικάνικoυ latin με τίτλο «Τεκίλα, Τιχουάνα, Μαριχουάνα» και ενός κουβανέζικου blues, με τίτλο «Άπειρο», που θα κυκλοφορήσουν σαν ένα official latin video medley το καλοκαίρι. Επίσης, στις συναυλίες υπάρχει και ένα disco tribute και, στο τελευταίο μέρος, ένα ταξίδι στο χρόνο, ανάμεσα σε urban pop και pop με μία τελευταία unplugged έκπληξη. Παράλληλα, «δουλεύω» το υλικό για ένα μονό άλμπουμ modern ethnic, που θα κυκλοφορήσει το 2027 με 12 κομμάτια. Ο πειραματισμός θα διευρυνθεί. Τέλος, μουσικά θέματα για μιούζικαλ είναι καθ’ οδόν, με την ιδιότητα του συνθέτη.

M.G.: Πιστεύεις ότι η ελληνική pop σήμερα αφήνει χώρο για concept albums σαν το δικό σου ή λειτουργεί περισσότερο μεμονωμένα (single-driven);

Δ.Σ.: Όταν ξεκινάς, δεν έχεις μουσική κληρονομιά. Καλείσαι να τη δημιουργήσεις. Άρα, και ως tabula rasa, έχεις την ευκαιρία να τη δημιουργήσεις από το μηδέν. Προσωπικά, ακόμα και αν είχα ήδη πέντε δίσκους και κάποιες επιτυχίες, και πάλι δε θα έπαιζα εκ του «ασφαλούς». Πόσο δε μάλλον τώρα που είμαι στην αρχή και φτιάχνω τη μουσική μου. Δεν ξέρω αν και με ποια πλευρά οι άλλοι θα ταυτιστούν. Εγώ μοιράζομαι τις εμπνεύσεις και «χαίρομαι» τη δημιουργική διαδρομή. Εύχομαι να έρθει και η επιτυχία. Σε κάθε περίπτωση, θέλω να έρχεται ο ακροατής να ακούσει τα δικά μου τραγούδια. Έτσι μόνο χτίζεται η προσωπική καλλιτεχνική ταυτότητα. Μέσα από πρωτότυπα τραγούδια. Χώρος για concept albums εν πρώτοις δεν υπάρχει, αλλά ποτέ δεν υπήρξα follower. Καλό το virality ενός hook single-driven, όλοι το αποζητούν —και εγώ έχω κάποια singles μέσα στο 2026, γιατί πιστεύω στη δυναμική τους—, αλλά κανείς δεν έγινε για πολύ γνωστός με μία μόνη επιτυχία, σίγουρα έχουν προηγηθεί πολλές απόπειρες.

M.G.: Πώς βλέπεις την ελληνική μουσική σκηνή σήμερα και ποιος ρόλος πιστεύεις ότι έχει η δική σου δουλειά στο μουσικό τοπίο της χώρας μας;

Δ.Σ.: Ως νέος καλλιτέχνης, θέλω να χτίσω ένα μουσικό στίγμα. Η ελληνική μουσική σκήνη σήμερα θα ήθελα να έχει περισσότερη τόλμη, ειλικρίνεια, λιγότερη προσκόλληση σε φόρμες, περισσότερη πρωτοτυπία, ρίσκο και έμπνευση. Η καινοτομία δυσκολεύεται να περάσει. Καλό είναι να θυμόμαστε πως η μίμηση ποτέ δεν θα δημιουργήσει νέα κορύφωση. Θέλω το άλμπουμ μου να λειτουργεί σαν σύντροφος μέσα στη μέρα κάποιου. Από το πρωί μέχρι το βράδυ. Κάποια τραγούδια να σε ξυπνάνε αισιόδοξα, κάποια να σου δίνουν ένταση, κάποια να σε συνοδεύουν όταν οδηγείς, όταν βρέχει, όταν είσαι μόνος. Να είναι ένα ταξίδι με εναλλαγές. Να μη μένει στάσιμο. Να το βιώνεις.