Νίκος Βελιώτης: «Στήνουμε τα live με το ρίσκο της κατάρρευσης»
Με αφορμή την κοινή τους εμφάνιση και το άλμπουμ "Between", ο σπουδαίος δημιουργός μας εξηγεί πώς η τυχαία γειτνίασή του με την Καλλιόπη Μητροπούλου τους οδήγησε στο να δουλέψουν μαζί, περιγράφει το «δημιουργικό ξύλο» που πέφτει μεταξύ τους μουσικά και αναλύει γιατί αρνείται τα όρια στο τσέλο. Παράλληλα, αποκαλύπτει αποκλειστικά το επόμενο δισκογραφικό τους βήμα ως μπάντα πλέον, με το όνομα «Αγκάθια».
Δευτέρα, 03 Αυγούστου 2026 08:00
Διαβάστηκε φορες
SHARE!
Βαγγέλης Γκρέκο
Από τα 6 ξεκίνησε η επαφή του με τη μουσική. Αγάπησε το αρμόνιο, λάτρεψε τη μουσική! Μετά ήρθε το ραδιόφωνο και η καλλιτεχνική επιμέλεια σε τρεις δίσκους! Δε σταματάει να ψάχνεται και να ακούει νέες μουσικές!
Η ατάκα που τον αντιπροσωπεύει είναι «Μέρα χωρίς μουσική είναι μια κακή μέρα!»
Υπάρχουν κάποιες μουσικές συναντήσεις που μοιάζουν σχεδόν νομοτελειακές, ακόμα κι αν χρειάστηκαν 15 χρόνια -και μια τυχαία μετακόμιση στη διπλανή πόρτα- για να πάρουν την τελική τους μορφή. Ο λόγος για τον Νίκο Βελιώτη, μια από τις πιο ασυμβίβαστες και επιδραστικές μορφές της εγχώριας avant-garde/πειραματικής σκηνής, και την εξαιρετική βιολονίστρια και ερμηνεύτρια Καλλιόπη Μητροπούλου.
Οι δυο τους ενώθηκαν δημιουργικά με αφορμή το "Between", το πρώτο solo άλμπουμ της Καλλιόπης, βγάζοντας «κομμάτια από τα συρτάρια». Εκεί, η ευαίσθητη πειραματική pop αισθητική και τα ηλεκτρονικά ονειρικά τοπία βρήκαν τον ιδανικό χώρο για να αναπνεύσουν. Η χημεία τους, όμως, ήταν τόσο δυνατή που η μετάβαση από το στούντιο στη σκηνή ήταν μονόδρομος.
Λίγο πριν την κοινή τους εμφάνιση, ο Νίκος Βελιώτης μιλά στο mixgrill.gr για αυτή τη ζωντανή σύμπραξη. Σε μια συζήτηση γεμάτη αφοπλιστική ειλικρίνεια, εξηγεί γιατί τα όρια στη μουσική υπάρχουν μόνο για να τα αγνοούμε (θυμίζοντας μια θρυλική ατάκα του Ζαν-Λικ Γκοντάρ), περιγράφει το «δημιουργικό ξύλο» που πέφτει μουσικά επί σκηνής και εξηγεί πώς η αυστηρότητα των ηλεκτρονικών ήχων αφήνει τα έγχορδα να γίνουν ευέλικτα και «ονειρικά».
Το πιο σημαντικό, όμως; Μας βάζει στον κόσμο ενός live που στήνεται εσκεμμένα με το ρίσκο της «κατάρρευσης» και αποκαλύπτει, αποκλειστικά, τη μετεξέλιξη αυτού του ντουέτου σε μια ολοκληρωμένη μπάντα με το όνομα «Αγκάθια».
MixGrill:Πώς ισορροπούν οι δύο ετερόκλητοι κόσμοι που έχετε με την Καλλιόπη πάνω στη σκηνή;
Νίκος Βελιώτης: Από τη δική μας πλευρά, την πλευρά της σκηνής, δεν μας φαίνονται και τόσο ετερόκλητοι. Η ισορροπία έρχεται φυσικά κι ωραία. Το γεγονός όμως ότι αυτό που εμείς βιώνουμε ως πλήρως ισορροπημένο βγαίνει προς τα έξω ετερόκλητο το θεωρώ πλεονέκτημα, δεν είναι κι εύκολο να συμβεί αυτό.
M.G.: Πώς προέκυψε η χημεία ανάμεσα στο τσέλο σας και το βιολί της; Ποιο ήταν το κοινό καλλιτεχνικό «σημείο μηδέν» που σας ώθησε σε αυτή την κοινή εμφάνιση;
Ν.Β: Γνωριζόμασταν ήδη περίπου 15 χρόνια πριν συνεργαστούμε, χρόνια που βρισκόμασταν και χανόμασταν γιατί έτσι είναι η ζωή. Η χημεία ήταν ήδη εκεί. Το «σημείο μηδέν» ήρθε λίγο πρακτικά: η Καλλιόπη μετακόμισε τυχαία δίπλα μου και είπαμε να δουλέψουμε. Βγάλαμε κομμάτια από συρτάρια και γράψαμε το Between. Αργότερα έπρεπε να παιχθεί ζωντανά, είχαμε δουλέψει τόσο πολύ οι δυο μας που αποφασίσαμε να παραμείνουμε ντουέτο κι επί σκηνής. Φυσικά δε μας έφτασαν όλα αυτά: έχουμε ήδη ολοκληρώσει το επόμενο άλμπουμ μας. Θα είμαστε μπάντα πλέον και θα λεγόμαστε «Αγκάθια». Περισσότερες πληροφορίες προσεχώς.
M.G.:Στη δική σας σύμπραξη, τα δύο όργανα λειτουργούν συμπληρωματικά ή υπάρχει μια δημιουργική «σύγκρουση» και ένας διαρκής αυτοσχεδιασμός;
Ν.Β: Εξαρτάται, κατά τη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας υπάρχουν και τα τρία. Άλλοτε δρούμε συμπληρωματικά, άλλοτε αυτοσχεδιάζουμε ψάχνοντας, κι άλλοτε παίζουμε δημιουργικό ξύλο, όπου πάντοτε κερδίζει η μουσική.
Μετά τα πράγματα δομούνται. Παρόλα αυτά, η ζωντανή εκτέλεση έχει πάντα ασύμμετρους παράγοντες που αλλάζουν δραματικά τη δυναμική. Το κυνηγάμε αυτό. Στήνουμε τα λάιβ με κάποιο μικρό ρίσκο να καταρρεύσει κάτι κάπου κάποτε κι αυτό είναι αναζωογονητικό. Έχουμε αρκετά ηλεκτρονικά, αλλά παίζουμε φουλ ζωντανά.
M.G.:Έχετε συνδέσει το όνομά σας με την επαναπροσδιορισμό του τρόπου που ακούμε το τσέλο στην Ελλάδα, βγάζοντάς το από το αυστηρό κλασικό πλαίσιο. Υπάρχουν τελικά όρια σε ένα μουσικό όργανο ή τα όρια μπαίνουν μόνο από τον δημιουργό;
Ν.Β: Όρια δεν υπάρχουν, κι αν υπάρχουν η μόνη λύση είναι να τα αρνούμαστε και να τα αγνοούμε. Ο Γκοντάρ είχε πει ότι μπήκε στον κινηματογράφο σαν άνθρωπος των σπηλαίων στις Βερσαλλίες του Λουδοβίκου XV. Έτσι ήθελα πάντα να αντιμετωπίζω τα όρια και προσπαθώ να το κάνω ακόμα. Δεν με ενδιαφέρει αν θα επιτύχω ή θα αποτύχω.
M.G.:Εκτός από μουσικός, είστε και visual artist. Πόσο επηρεάζει η εικόνα τη μουσική που θα ακούσουμε σε αυτή τη ζωντανή εμφάνιση; Υπάρχει κάποιο visual concept που τη συνοδεύει;
Ν.Β: Αυτή η εμφάνιση είναι απλά δύο άνθρωποι που παίζουν μουσική και τραγουδάνε. Η Καλλιόπη τραγουδάει, εγώ απλώς παίζω. Δεν υπάρχει συγκεκριμένο visual concept. Με το επόμενο βήμα μας όμως, τα «Αγκάθια», το σκεφτόμαστε ήδη αυτό. Σιγά σιγά.
M.G.:Η μεγάλη σας εμπειρία στη μουσική για τον κινηματογράφο σάς έχει επηρεάσει κάπως ως perfrormer;
Ν.Β: Όχι τόσο ως performer, αλλά πολύ στο κομμάτι της δημιουργίας. Όταν μια εικόνα αποκτήσει ήχο, όλα αλλάζουν, η εικόνα δεν υπάρχει πλέον όπως όταν ήταν βουβή, μεταμορφώνεται. Το ίδιο κι ένας ήχος που αποκτά εικόνα. Δεν θέλω να το υπέρ-αναλύσω γιατί το χάος που κουβαλάει αυτός ο συλλογισμός είναι πολύτιμο.
M.G.:Όσον αφορά τον δίσκο "Between", πόσο μεγάλη πόσο μεγάλη πρόκληση ήταν να μεταφέρετε τα ‘ηλεκτρονικά ονειρικά τοπία και την ‘πειραματική pop αισθητική του δίσκου στο αυστηρό και απαιτητικό live περιβάλλον των εγχόρδων σας;
Ν.Β: Περισσότερο τεχνική ήταν η πρόκληση, το πώς θα παίξουμε ζωντανά με τέσσερα χέρια όλα κι όλα. Εμείς τα βλέπουμε ανάποδα: αυστηρά και απαιτητικά είναι τα ηλεκτρονικά, αυτά δεν συγχωρούν. Τα έγχορδα παίζονται με το χέρι, δεν προγραμματίζονται, είναι πιο ευέλικτα. Αυτά είναι τα πιο ονειρικά.
M.G.:Στην περιγραφή της σύμπραξής διαβάζουμε πως στόχος είναι τα όργανα, η φωνή και τα ηχοτοπία να «συνθέσουν μία ακόμη πολύτιμη ανάμνηση». Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, όπου οι συναυλίες συχνά καταναλώνονται βιαστικά -ή μέσα από ένας οθόνες των κινητών ένας- πώς καταφέρνει τελικά ένας καλλιτέχνης να δημιουργήσει μια αληθινά πολύτιμη και γειωμένη ανάμνηση για τον ακροατή;
Ν.Β: Δεν έχω απάντηση, εννοώ, δεν ξέρω τον τρόπο. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μας αρέσει πραγματικά αυτό που κάνουμε, η μουσική που παίζουμε. Να προσπαθούμε να τη ζούμε κι εμείς. Εκεί μπαίνει κι εκείνο το ρίσκο της κατάρρευσης.
M.G.:Αν έπρεπε να περιγράψετε την επερχόμενη εμφάνισή σας χρησιμοποιώντας μόνο τρεις λέξεις (ή τρία συναισθήματα), ποια θα επιλέγατε;