ty segall (1)

Ο Ty Segall επέστρεψε στην Αθήνα, αλλά αυτήν τη φορά κάτι έλειπε

Ένα μεγάλο «ναι μεν-αλλά», για εμάς, από τον Καλιφορνέζο rocker στο FLOYD.

Διαβάστηκε φορες

Υπάρχουν καλλιτέχνες που τους ακολουθείς επειδή περιμένεις από κάθε εμφάνισή τους να σου ξαναδώσουν εκείνη την αίσθηση που σε έκανε αρχικά να τους αγαπήσεις. Ο Ty Segall είναι ένας από αυτούς. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό η συγκεκριμένη εμφάνιση στο Floyd μου άφησε μια μάλλον αμφίθυμη γεύση.

Ύστερα από χρόνια απουσίας από την πόλη, ο Καλιφορνέζος garage-rock αεικίνητος βρέθηκε ξανά μπροστά στο αθηναϊκό κοινό και, από τις πρώτες κιόλας νότες του “Feel”, έγινε σαφές ότι δεν είχε έρθει για τυπική αναπαράσταση της δισκογραφίας του. Ήρθε για να παίξει δυνατά. Πολύ δυνατά. Και κυρίως, για να παίξει ζωντανά.

Χωρίς περιττές εισαγωγές και χωρίς την ανάγκη να υποδυθεί τον «μεγάλο rock star» –σκεφτείτε, κάθισε στο πλάι της σκηνής και όχι στο κέντρο, πράγμα που μου άρεσε πολύ–, ο Segall πήρε την κιθάρα του και άφησε τη μουσική να κάνει όλη τη δουλειά. Το συγκρότημα ήταν εξαιρετικά δεμένο, με τον Mikal Cronin στο μπάσο, τον Emmett Kelly στην κιθάρα, τον Ben Boye στα πλήκτρα και τον Evan Burrows στα ντραμς. Ο ήχος ήταν «βρώμικος» όσο έπρεπε, ογκώδης αλλά καθαρός, επιτρέποντας στις λεπτομέρειες των τραγουδιών να μη χαθούν μέσα στην ένταση.

Εδώ να δώσω τα εύσημα και στο Floyd, το οποίο από τότε που έβαλε πασάκια στην μέση και πίσω δεν το είχα επισκεφθεί. Πολύ ωραίος χώρος για πιο μεγάλα ονόματα.

Η συναυλία ήταν επαγγελματική, δυνατή και σε αρκετές στιγμές εντυπωσιακή. Η μπάντα έπαιξε εξαιρετικά, ο ήχος είχε όγκο και ο Segall παραμένει ένας χαρισματικός performer. 

Κι όμως, προσωπικά, δεν μπορώ να πω ότι με κέρδισε ιδιαίτερα.

Ο βασικός λόγος είναι ότι ο Ty Segall έχει αλλάξει.

Ο καλλιτέχνης που κάποτε έβγαζε από μέσα του αυτό το ακατέργαστο, «βρώμικο» και σχεδόν ανεξέλεγκτο garage rock, αυτό το αίσθημα ότι όλα μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαλυθούν πάνω στη σκηνή, μοιάζει πλέον να βρίσκεται αρκετά μακριά από εκείνον τον ήχο. Η σημερινή του προσέγγιση είναι πιο σύνθετη, πιο δουλεμένη και σαφώς πιο ώριμη, αλλά για μένα χάνει ένα κομμάτι από την αμεσότητα και την αγριάδα που τον χαρακτήριζαν.

Και αυτό φάνηκε και στο live.

Υπήρχαν στιγμές που η μπάντα πραγματικά απογειωνόταν, όμως συνολικά ένιωσα ότι παρακολουθούσα έναν Ty Segall διαφορετικό από εκείνον που είχα στο μυαλό μου. Όχι απαραίτητα χειρότερο μουσικό —ίσως μάλιστα πιο ολοκληρωμένο— αλλά έναν καλλιτέχνη που έχει επιλέξει πλέον έναν διαφορετικό δρόμο.

Το set κινήθηκε σε ολόκληρο σχεδόν το φάσμα του κόσμου του Segall: από το garage και το punk μέχρι την ψυχεδέλεια και τις πιο βαριές, σχεδόν metal, αποχρώσεις του. Το πρόσφατο "Chrome" είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ τραγούδια από διαφορετικές περιόδους της καριέρας του υπενθύμισαν πόσο δύσκολο είναι να χωρέσει κανείς τον Segall σε μία μόνο ταμπέλα.

Απλά, υπήρχαν στιγμές που έπιανα τον εαυτό μου να αναρωτιέται αυτή η μίξη grunge με progressive, στα δικά μου αυτιά, πόσο αταίριαστη είναι.

Ένα απρόοπτο με τα ντραμς, πάντως, έδωσε στη βραδιά μια αυθεντική στιγμή. Ο Segall, αντί να αφήσει το τεχνικό πρόβλημα να παγώσει την ατμόσφαιρα, πήρε την κιθάρα και έπαιξε το “Ziggy Stardust” του David Bowie. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που θυμίζουν γιατί το live μπορεί να είναι πιο ενδιαφέρον από οποιαδήποτε τέλεια εκτέλεση ενός δίσκου.

Και κάπου εκεί βρίσκεται ίσως και το παράδοξο της συγκεκριμένης βραδιάς. Όταν τα πράγματα ξέφυγαν για λίγο από το αυστηρά προγραμματισμένο, ένιωσα περισσότερο τον παλιό Ty Segall που είχα έρθει να δω.

Το κοινό, πάντως, ανταποκρίθηκε θερμά. Και δικαιολογημένα. Για πολλούς, η εξέλιξη του Segall είναι ακριβώς αυτό που τους κάνει ενδιαφέροντα. Για μένα, όμως, αυτή η εξέλιξη με έχει απομακρύνει αρκετά από εκείνο το στοιχείο που με είχε κερδίσει εξαρχής.

Λυπάμαι, αλλά κλασικό ροκ έχουν παίξει εκατοντάδες πολύ καλύτερα.

Δεν έφυγα από το Floyd θεωρώντας ότι είδα μια κακή συναυλία. Κάθε άλλο. Είδα έναν πολύ καλό μουσικό και μια δεμένη μπάντα να παρουσιάζουν με συνέπεια τη σημερινή εκδοχή του Ty Segall.

Απλώς αυτή η εκδοχή δεν είναι πλέον τόσο κοντά σε εκείνον που ήθελα να δω, τολμώ να πω ότι μου φάνηκε και κάπως... βαρετή.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το τίμημα της εξέλιξης ενός καλλιτέχνη: κάποιοι θα τον ακολουθήσουν σε κάθε αλλαγή, ενώ άλλοι θα συνεχίσουν να αναζητούν τον ήχο και την ενέργεια που τους έκανε αρχικά να πατήσουν το play.

Εγώ, αυτή τη φορά, ανήκω στη δεύτερη κατηγορία.


* Οι φωτογραφίες ανήκουν στον Παναγιώτη Κουνελλέ και στο mixgrill.gr. 

Διαβάστε ακόμα