AZF 7686

Pet Shop Boys στο Release Athens: Μια συναυλία-αφορμή για να σκεφτείς τι σε κρατάει πραγματικά ζωντανό

Οι Saint-Etienne, Grammatik και (κυρίως) οι Pet Shop Boys μας ανάγκασαν διαδοχικά να βάλουμε το χέρι στην καρδιά, για να βεβαιωθούμε αν χτυπάει εκείνη ή... το μπάσο μέσα μας. Καταλάβαμε πως, τελικά, αυτά τα δυο δεν απέχουν και πολύ.

Διαβάστηκε φορες

Λένε πως, καμιά φορά, η μουσική μπορεί να σου σώσει τη ζωή. Στην περίπτωση αυτή, σχεδόν πάντα μιλάμε για τη δύναμη του μελωδικά και αρμονικά οργανωμένου ήχου να «εισβάλει» στο συναισθηματικό κόσμο του ακροατή, να τον κατακερματίσει, να τον ανακατατάξει και, τελικά, να του τον παραδώσει πίσω λίγο (ή πολύ) πιο ανάλαφρο και «ηλιόλουστο»

Αν, όμως, αυτή δεν ήταν η μοναδική περίπτωση; Αν υπήρχε ένας ακόμη, πολύ πιο πρακτικός τρόπος η μουσική να λειτουργήσει σωτήρια; Και αν αυτός δεν περνούσε μέσα από τις συναισθηματικές μας οδούς, αλλά από το ίδιο μας το σώμα;

Μια τέτοια σκέψη γεννήθηκε κατά τη μαζική αποχώρηση του κοινού, στον δρόμο προς την έξοδο από την έβδομη συναυλιακή ημέρα του Release Athens 2026, η οποία μόλις είχε ολοκληρωθεί –με τους Saint Etienne, Grammatik και Pet Shop Boys να έχουν παραδώσει «απλόχερα» ως προς τη διάθεση, αλλά με χέρια γεμάτα ιδρώτα και ταλέντο, μια σχεδόν πεντάωρη μουσική εμπειρία. Κοινός αρμός της παραπάνω βραδιάς οι εκρηκτικές μπασογραμμές που πεντακάθαρα και ορμητικά «ούρλιαζαν» από τα ηχεία της σκηνής, αναδεικνύοντας, πέρα από την αρτιότητα του τεχνικού εξοπλισμού, την δυναμική που η electro/dance/pop σκηνή μπορεί να μεταδώσει.

Ήταν αρκετές οι φορές που θα πίστευε κάποιος πως, ακόμα κι αν η καρδιά του σταματούσε για μια στιγμή να χτυπά, η δύναμη από τα ηχεία θα διαπερνούσε το υλικό του σώματός του, θα συναντούσε την καρδιά του και -αναπόφευκτα- θα την έκανε και πάλι να χτυπήσει, αυτήν τη φορά στον ρυθμό που τα synthesizers, τα drum-machines και οι διάφορες λούπες συντόνιζαν. Μεταδίδοντας το ρυθμό αυτό και στο υπόλοιπο σώμα -και στα υπόλοιπα σώματα- κοινό, ρυθμός και μουσικοί θα γίνονταν ένα, υπερβαίνοντας ατομικότητες, προτιμήσεις και άλλες μουσικές ή υφολογικές διαφορές που περισσότερο σκεφτόμαστε – παρά αισθανόμαστε.

Οι Saint Ettienne, που η εμφάνισή τους σηματοδοτούσε ταυτόχρονα την έναρξη της ημέρας αλλά και τη λήξη εποχής των δικών τους συναυλιακών περιοδειών, ήταν ο κατάλληλος τρόπος για να εκκινήσει η γιορτή. Κάτω από το αναπόφευκτο φως του καυτού καλοκαιρινού ήλιου, ο κόσμος είχε ήδη αρχίσει να συγκεντρώνεται στην Πλατεία Νερού. Ακούγοντας τα "Sylvie", "Tonight" αλλά και το "Only Love Can Break Your Heart" (μια διασκευή του γνωστού τραγουδιού του Neil Young), τα οποία ανέδειξαν τη μπάντα ως μια πολύ ενδιαφέρουσα φωνή της indie dance και της acid-house αισθητικής κουλτούρας των '90s στην Αγγλία, το κοινό απέδωσε τα πρώτα χειροκροτήματα, σιγοτραγούδησε μερικούς στίχους και έκανε τις πρώτες του ρυθμικές κινήσεις. Αποδίδοντας έτσι φόρο τιμής στους Bob Stanley και Pete Wiggs, που από τα παιδικά τους χρόνια, την φιλία τους και την κοινή τους εργασία ως μουσικοί συντάκτες, κατάφεραν με τη μουσική τους να παρακινούν ανθρώπους για χορό, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της ηπείρου.

Ο Gramatik, παίρνοντας τη θέση του στη σκηνή μαζί με τις κονσόλες και τον κιθαρίστα που θα τον συνόδευε καθόλη τη διάρκεια του set του, θέλησε εξ αρχής να κάνει σαφές το εξής: Είτε ενθουσιάσει με τη μουσική του, είτε όχι, σημασία έχει η εμφάνισή του να μην περάσει απαρατήρητη. Και το έφερε εις πέρας. Σίγουρα το πιο δυναμικό μέρος της βραδιάς, με τα ηχοχρώματά του να ακουμπάν την techno, αλλά ταυτόχρονα να επενδύονται από blues μουσικές φράσεις και lead κομμάτια της ηλεκτρικής κιθάρας– ένας συνδυασμός ο οποίος ταυτόχρονα με την προσωπική «φωνή» που του έδινε, έκανε ανθρώπους από διαφορετικά μουσικά μονοπάτια να ενωθούν και -για παραπάνω από μια ώρα- να περπατήσουν μαζί του. Η βόλτα αυτή, για όσους αποφάσισαν να αφεθούν και να την πάνε, είχε σίγουρα να προσφέρει ενδιαφέροντα και νέα ερεθίσματα.

Σε κάθε περίπτωση όμως, το τέλος της οδηγούσε κάπου, που για πολλούς αποτελούσε τη «Γη της Επαγγελίας» της νύχτας αυτής. Οι Pet Shop Boys ήταν και πάλι στη σκηνή του Release, τέσσερα χρόνια μετά την τελευταία τους, μνημειώδη εμφάνιση. Ο Neil Tennant και ο Chris Lowe ξεκαθάρισαν πως δεν θα ακολουθήσουν το κανονικό «φεστιβαλικό» τους πρόγραμμα, αλλά θα παίξουν το «full show» γιατί... «λατρεύουν να βρίσκονται εδώ». Και φάνηκε

Περνώντας μέσα από το σύνολο της (μυθικής) δισκογραφίας τους, ακούστηκαν (μεταξύ άλλων) τα "Where the Streets Have No Name (I Can't Take My Eyes Off You)", "I Don't Know What You Want but I Can't Give It Any More", "Se A Vida E (That's the Way Life Is)" και "Dancing Star". Τα εντυπωσιακά σκηνικά και τα visual γραφικά, μαζί με τις πάντα εύστοχες ενδυματικές τους επιλογές, δημιούργησαν μια εντυπωσιακή ατμόσφαιρα που σε έκανε να παρατηρείς προσεκτικά κάθε εναλλαγή, κάθε επιλογή, κάθε λεπτομέρεια.

 

Μέχρι που, στο δεύτερο μισό της εμφάνισής τους αποφάσισαν πως τελικά, το πιο σημαντικό είναι να «ακολουθείς το πάθος σου». Κι έτσι, από το "The Pop Kids" και μετά, η παρατήρηση σταμάτησε και κάθε τραγούδι ήταν μια νέα πρόσκληση για συνεχή χορό. Τα "Paninaro", "Go West", "It’s a Sin" και "West End Girls" οδήγησαν το κοινό να εκφράσει την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα μέσα από την κίνηση, την διάθεση και τον αυθορμητισμό του. Περνώντας από την παρατήρηση και το θαυμασμό για όσα οι Βρετανοί καλλιτέχνες έχουν καταφέρει αυτά τα (αρκετά) χρόνια δισκογραφικής και συναυλιακής τους πορείας, στο άμεσο βίωμα των μουσικών τους ιδεών. 

Δίνοντάς μας έτσι να καταλάβουμε για άλλη μια φορά, με τον πιο άμεσο, ευθύ και ωμό τρόπο, πως πέρα και πάνω από όλα τα υπόλοιπα, η μουσική είναι βίωμα. Και αυτός είναι ο λόγος που πάντοτε, αυτές οι δονήσεις από τα μπάσα στα ηχεία θα διαπερνούν το σώμα μας, θα φτάνουν στην καρδιά και, ακόμα κι όταν αυτή χτυπά κανονικά, ο χτύπος της θα γίνεται λίγο πιο... μπιτάτος.

Διαβάστε ακόμα