Αυλαία έριξε και το φετινό Release Athens με μια συναυλιακή μέρα που όλοι περιμέναμε καιρό.
Η επιστροφή του Mike Portnoy στους Dream Theater ήταν όνειρο και απωθημένο μεγαλύτερο της δεκαετίας –και όπως ήταν αναμενόμενο, ξανάφερε κοντά οπαδούς και κοινό που, ας μου επιτραπεί, είχαν λίγο-πολύ χαθεί… κι ίσως είχαν χαθεί και οι ίδιοι αυτά τα χρόνια. Τώρα όμως η οικογένεια ενώθηκε ξανά και μας χάρισε έναν πολύ αξιόλογο νέο δίσκο και μία ανεπανάληπτη συναυλιακή εμπειρία.
Τη μέρα, φυσικά, βάραινε και η απώλεια του Ozzy Osbourne, που –παρά τη θλίψη που προκάλεσε παγκοσμίως– αποτέλεσε αφορμή να γιορτάσουμε τη μνήμη του και να νιώσουμε ευγνωμοσύνη για όσα προσέφερε στην αγαπημένη μας μουσική. Όλη η ημέρα εξελίχθηκε σε έναν άτυπο φόρο τιμής στον τεράστιο Ozzy, τόσο από τις μπάντες και τη διοργάνωση όσο και από εμάς, τους θεατές, που αψηφήσαμε τον καύσωνα και γεμίσαμε την Πλατεία Νερού.
Οι Haken άνοιξαν τη σκηνή υπό κυριολεκτικά αντίξοες καιρικές συνθήκες. Έπαιξαν ένα δυναμικό και τεχνικά άρτιο σετ, με έντονο το προοδευτικό στοιχείο και αρκετές προσμίξεις με jazz και ηλεκτρονικά.

Ωστόσο –κι εδώ θα μου επιτρέψετε την ειλικρίνεια–, ωραίοι οι πειραματισμοί παιδιά, αλλά το ότι μπορείς να ανακατέψεις μπάμιες με πραλίνα φουντουκιού δεν σημαίνει ότι θα είναι και νόστιμο. Καλή η τεχνική, τα δύσκολα μέτρα και η δεξιοτεχνία, αλλά ας μην ξεχνάμε την αισθητική και τη μελωδία – αυτά είναι που μας συγκινούν, μας ταξιδεύουν και μας μένουν. Οπότε, καλοί οι Haken, αλλά…
Πολλοί σχολίασαν ότι ίσως είδαμε την καλύτερη εμφάνιση των Mastodon επί ελληνικού εδάφους. Βγήκαν στη σκηνή φορώντας σχεδόν όλοι μπλουζάκια με τον Ozzy – μια εικόνα που όρισε το κλίμα της ημέρας. Στιβαροί, δεμένοι και με ενέργεια, απέδειξαν ξανά γιατί ανήκουν στην κορυφή του σύγχρονου heavy ήχου.

Μετά από περίπου 40 λεπτά προετοιμασίας, τα φώτα έσβησαν και το όνειρο ξεκίνησε.
Ένα εντυπωσιακό οπτικό intro μάς ταξίδεψε μέσα από τα εξώφυλλα ολόκληρης της δισκογραφίας τους. Οι τέσσερις –πλην του James LaBrie ακόμα– βγήκαν στη σκηνή, και η συγκίνηση κορυφώθηκε όταν ο Mike Portnoy κάθισε πίσω από το τεράστιο drum kit του –πρώτη φορά μπροστά σε ελληνικό κοινό μετά από 18 χρόνια.

Το show άνοιξε με το “Night Terror” από το νέο άλμπουμ “Parasomnia” και ακολούθησε το “Strange Déjà Vu” από το ιστορικό “Scenes From A Memory” – το κομμάτι που, προσωπικά, με έκανε να τους αγαπήσω.
Από την πρώτη στιγμή, ήταν εμφανές: η χημεία Portnoy–Petrucci–Myung είχε επιστρέψει. Ο Jordan Rudess συμπλήρωσε το μουσικό παζλ με ακρίβεια, έκταση και φαντασία. Το αποτέλεσμα ήταν ήχος πολυδιάστατος, πυκνός και άρτιος.
Ο James LaBrie, παρά τα όσα (δικαίως ή αδίκως) λέγονται για τη φωνή του, στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Επέλεξε σωστά τις τονικότητες, έδειξε σεβασμό στο υλικό, χωρίς υπερβολές. Η συγκεκριμένη μπάντα όμως, ας είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι φτιαγμένη για να κρίνουμε μόνο τον τραγουδιστή – είναι ένας οργανισμός τελειότητας και ακρίβειας, από τα σόλο του Petrucci, μέχρι τις μελωδικές γραμμές του Rudess.

Ο Petrucci έδωσε ρεσιτάλ –καθαρότητα, έλεγχος, ταχύτητα, χωρίς ούτε μία χαμένη νότα. Ο Portnoy χαμογελούσε συνεχώς, παίζοντας με πάθος σαν να μην είχε φύγει ποτέ. Μαζί με τον Myung και τον Rudess δημιούργησαν τον πιο σφιχτό και μουσικά απαιτητικό καμβά που μπορεί να ακούσει κανείς live.
Ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή ήταν το “The Spirit Carries On”, αφιερωμένο στον Ozzy. Η σκηνή φωτίστηκε μόνο από κινητά και αναπτήρες, χαρίζοντας ένα μυσταγωγικό, σχεδόν μεταφυσικό κλείσιμο.
Το σετ διήρκεσε δύο ώρες γεμάτες ουσία, χωρίς κοιλιές ή περιττά σημεία. Έκλεισαν, όπως πάντα, με το “Pull Me Under”, ξεσηκώνοντας το κοινό.
Στο φινάλε, υποσχέθηκαν ότι θα επιστρέψουν την άνοιξη του 2026. Και τους πιστεύουμε.

Μέχρι τότε, αυτή η βραδιά θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη μας ως μια από τις πιο συγκινητικές και γεμάτες στιγμές του φετινού Release Athens.
Ένα όνειρο που όχι απλώς πραγματοποιήθηκε –ξεπέρασε κάθε προσδοκία.