photo collage

Ένα μεγάλο βρετανικό μουσικό καλοκαίρι

Καινούργιοι δίσκοι από Pulp και Suede, τριάντα χρόνια από την κυκλοφορία του "(What's the Story) Morning Glory" των Oasis, η επανένωση και η περιοδεία τους μονοπώλησαν το ενδιαφέρον μας.

Διαβάστηκε φορες
Οι Pulp πέρασαν τα πρώτα 17 χρόνια της καριέρας τους, ευχόμενοι να ήταν τεράστιοι, αλλά όταν το κατάφεραν αυτό με το κλασσικό "Different Class" (1995), αποφάσισαν ότι δεν ήταν αυτό που πραγματικά ήθελαν και με το επόμενο άλμπουμ τους, "This Is Hardcore" (1998), αποξένωσαν μεγάλο μέρος των θαυμαστών τους, προτού χαθούν από τη μουσική επικαιρότητα με το "We Love Life" (2001). Άλμα στον χρόνο και οι Pulp φέτος κυκλοφορούν το "More", γυρίζοντας μας στην χρυσή εποχή της britpop.

Το funky πιασάρικο πρώτο single, "Spike Island", βρίσκει τον frontman Jarvis Cocker να εξηγεί την αποστολή του και το λόγο ύπαρξής του, πιθανώς τον λόγο για τον οποίο επανένωσε το συγκρότημα ("I was born to play, it's a calling"). Tο πολύ ωραίο, "Got To Have Love", φέρνει στον νου τους γεμάτους αυτοπεποίθηση Pulp των παλιών χρόνων. Τα "Background Noise" και "Partial Eclipse" είναι πιο χαλαρά, με τον Cocker να ακούγεται πολύ πιο αφοσιωμένος στην ερμηνεία του, προσφέροντας μια γαλήνη και θυμίζει τους τελευταίους δίσκους των Beautiful South.

Το "Hymn Of The North", με το κρεσέντο του «just one thing» διεκδικεί με αξιώσεις τον τίτλο του καλύτερου τραγουδιού, ένα κομμάτι νοσταλγίας που γιορτάζει κάτι από μια προηγούμενη ζωή, “northern lights will guide you home, northern lives just like your own, northern rain turning into a flood, so don’t forget your northern blood". Το "A Sunset" είναι εξίσου θριαμβευτικό, “I’d like to teach the world to sing, but I do not have a voice”, μετανιώνει ο Cocker, πάνω σε αισθαντικά έγχορδα. Στο "Tina" η φωνή του φτάνει σε πρωτοφανή βραχνά επίπεδα, έχοντας εξαιρετική ενορχήστρωση, ενώ το ζωηρό εξάλεπτο "Grown Ups", έχει έξυπνους στίχους, σε αντιπαραβολή με τον θόρυβο του κομματιού και ταιριάζει με το "Farmers Market", άλλο ένα από τα highlights του δίσκου.

Το "More" σίγουρα δεν είναι "Different Class" ή "His 'N' Hers", αλλά δεν θα μπορούσε να είναι, η ζωή έχει προχωρήσει, οι Pulp έχουν προχωρήσει, ο Jarvis Cocker παραμένει στη σωστή πλευρά της γεμάτης εκκεντρικότητας περσόνας του και η επιστροφή των Pulp δισκογραφικά δικαιώνει το παρελθόν του γκρουπ.

Ακόμα καλύτερα είναι τα πράγματα για τον Brett Anderson και τους συνοδοιπόρους του στους Suede, με την κυκλοφορία του δέκατου άλμπουμ τους "Antidepressants". Αν το προηγούμενο "Autofiction" ήταν ένα αμιγώς punk rock δημιούργημα, αυτός ο δίσκος είναι ο post punk αδερφός του. Το βασικό ερώτημα των νέων τραγουδιών είναι τι κάνουμε με το χρόνο που μας απομένει

Οι Suede, ένα συγκρότημα ερωτευμένο με την ομορφιά και την παρακμή, συνεχίζουν να κυνηγάνε την υπέρβαση όταν τα φώτα της σκηνής χαμηλώνουν, προσπαθούν να ξεχωρίσουν την αγωνία της προσκόλλησης από την ευφορία του να αφήνεις τα πράγματα να (ξε)φεύγουν.

Το "Dancing With the Europeans" είναι μια ερωτική επιστολή προς το κοινό, που γεννήθηκε από μια στιγμή που ο Andreson έζησε στη σκηνή στην Ισπανία, το ομότιτλό κομμάτι αποτελείται από νευρώδεις κιθάρες και λαχανιασμένες κραυγές, με τον Anderson να θυμίζει την Siouxsie στον τρόπο που ερμηνεύει. Το "June Rain" είναι ένα ευάλωτο κομμάτι που ξεχωρίζει —τύπου Chameleons πάνω σε έναν ρυθμό των U2 της εποχής τoυ πρώτου άλμπουμ τους. Δίνει την αίσθηση ότι θα μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα, αλλά το συγκρότημα το ολοκληρώνει έξυπνα μετά από ένα εκρηκτικό ρεφρέν.

Το "Life Is Endless, Life Is a Moment" είναι μια κορύφωση, ένας συνδυασμός των αντιφάσεων του άλμπουμ: θλίψη και χάρη, άγχος και αποδοχή, θάνατος και ανυπακοή. Ένα αυστηρό riff τύπου Cure και μια επιβλητική κορύφωση οργής. Ο Anderson λέει με δύναμη την τελευταία λέξη, "life". Το "Somewhere Between An Atom And A Star" αλλάζει εντελώς την ατμόσφαιρα. Είναι η μπαλάντα του άλμπουμ, αιθέρια και οδυνηρή. Οι στίχοι μοιάζουν βγαλμένοι από το "Dog Man Star", όλο ηχώ και κενό, πριν εκραγούν σε κάτι που θυμίζει φλόγα που τρεμοσβήνει.

Το "Sweet Kid", ένα τραγούδι με τσαμπουκά, θυμίζοντάς σου ότι αυτοί είναι οι ίδιοι όμορφοι, αλαζόνες και θρασείς τύποι που μας έδωσαν το "Trash" πριν από σχεδόν 30 χρόνια. Το "Broken Music For Broken People" έχει ωραίο τίτλο και μια κοφτερή ιδέα και τα "Criminal Ways" και "Trance State" είναι στιβαρά, δίνοντας μια έξτρα διάσταση στο δίσκο. Τρεις δεκαετίες μετά την έναρξη της καριέρας τους, οι Suede επιστρέφουν με έναν δίσκο ιδρωμένο, άμεσο και εντυπωσιακά ζωντανό, που στέκεται επάξια με τις πρώτες τους κυκλοφορίες.

Oasis: 30 χρόνια επιτυχίες

Αρκετοί από τους λόγους που εκατομμύρια κόσμου παγκοσμίως ενθουσιάστηκαν με την επανένωση των Oasis, βρίσκονται στο δεύτερο άλμπουμ του συγκροτήματος, "(What's The Story) Morning Glory?", που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1995. Υπάρχει το κλασσικό "Wonderwall", το επικό "Champagne Supernova", το αλαζονικό "Roll With It" και το συναρπαστικό "Don't Look Back In Anger", τραγούδια που έκαναν το άλμπουμ το πιο εμπορικό στο Ηνωμένο Βασίλειο από την εποχή του "BAD" του Michael Jackson.

Το ντεμπούτο τους, "Definitely Maybe", σύστησε τους Oasis ως το πιο συναρπαστικό βρετανικό συγκρότημα της δεκαετίας του '90, ένα κουιντέτο από το Μάντσεστερ που χρησιμοποιούσε το rock n' roll ως εισιτήριο για να ξεφύγει από την αδράνεια της καθημερινότητας. Η συνέχεια με το "(What's The Story) Morning Glory?" τους έκανε γνωστούς παγκοσμίως. Μια αδιάκοπη προσπάθεια για παγκόσμια κυριαρχία, γεμάτη με ύμνους προορισμένους να παιχτούν στα μεγαλύτερα στάδια. 

Το "Morning Glory" έχει τη ζωντάνια και τη διάθεση του προκατόχου του, αλλά μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια. Αξιοποιεί τις συνθετικές ικανότητες του Noel Gallagher ως τραγουδοποιού, επεκτείνοντας την παρουσία του σε πιο περίπλοκες ενορχηστρώσεις και σε πιο ευαίσθητη στιχουργική.

Το μελαγχολικό "Cast No Shadow" περιλαμβάνει μερικούς από τους πιο κομψούς και ευάλωτους στίχους του, εμπνευσμένους από τον Richard Ashcroft των Verve (ο οποίος άνοιξε τις συναυλίες επιστροφής των Oasis στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία), εμπνεόμενους από το "Wish You Were Here" των Pink Floyd. Η ομορφιά του "Wonderwall" με τη βοήθεια του τσέλου και το "Don't Look Back In Anger" με το πιάνο στην πρώτη γραμμή παραμένουν αγέραστα μετά από 30 χρόνια.

Το "Roll With It" και το ιδιότροπο "She's Electric" είναι τέλεια παραδείγματα τραγουδιών των Beatles «παιγμένων με τη διάθεση των Rolling Stones και την ένταση των The Who», όπως χαρακτηριστικά γράφτηκε στα μουσικά έντυπα της Αγγλίας, ενώ ο Paul Weller έπαιξε φυσαρμόνικα στα ορχηστρικά μέρη του "Swamp Song" και κιθάρα στο επικό κλείσιμο του "Champagne Supernova".

Οι Oasis πάντα συμπεριφέρονταν σαν να ήταν ανίκητοι, αλλά το "(What's The Story) Morning Glory?" σηματοδότησε το σημείο στο οποίο ήταν πραγματικά ασταμάτητοι. Σήμερα, 30 χρόνια μετά τον θρίαμβο τους, οι Oasis απολαμβάνουν την παραμυθένια ροκ αφήγηση που οι μεγάλοι ήρωες τους οι Beatles δεν κατάφεραν ποτέ: την επανένωση. Όσο διχαστικοί κι αν μπορούσαν να είναι οι Gallaghers και οι άχαρες δημόσιες διαφωνίες τους, η μουσική που έγραφαν ως Oasis διέθετε έναν μαγνητισμό που έφερνε το κοινό πιο κοντά. Τεράστια πλήθη σε όλες τις συναυλίες τους αυτό το καλοκαίρι τραγούδησαν μαζί με πάθος. Και δεν πρόκειται μόνο για ηλικιωμένους millennials με ποδοσφαιρικές φανέλες και καπέλα τύπου bucket, αλλά και για νεότερους που μπορεί να μην είχαν καν γεννηθεί όταν η μπάντα μεσουρανούσε την δεκαετία του '90.

«Οι άνθρωποι που έφτιαξαν τα σπουδαιότερα άλμπουμ, δεν τα φτιάχνουν για δημοσιογράφους», σχολίασε ο Noel Gallagher στην 25η επέτειο του Morning Glory. «Τα φτιάχνουν για τον κόσμο, και ο κόσμος αποφασίζει τι είναι δημοφιλές και τι όχι. Και αυτό είναι όλο, τελικά».



Διαβάστε ακόμα