Super Stereo 5

Στο Θανάση Τζίνγκοβιτς (Σούπερ Στέρεο) αρκεί μια φράση για να κάνει μουσική

Οι Θεσσαλονικείς alt rockers έρχονται Αθήνα για να αλητέψουν «Σαν Τα Γατιά» και ο ιθύνων νους τους μιλά στο MixGrill.

Διαβάστηκε φορες

«Παιδί» της μεγάλης rock n' roll παράδοσης της Θεσσαλονίκης, επιμένει να πιστεύει —παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες— στις δημιουργικές της δυνάμεις, όπως επιμένει και στην αμεσότητα του ελληνικού στίχου. Ο λόγος για το Θανάση Τζίνγκοβιτς, που δραστηριοποιείται στη μουσική εδώ και δυόμιση δεκαετίες περίπου. Βασικό αλλά όχι μοναδικό του εγχείρημα οι Σούπερ Στέρεο (Super Stereo), μαζί με την Ευα Ντούρου (πλήκτρα, theremin, φωνητικά), το Δημήτρη Οικονόμου (τύμπανα), τη Λαμπρινή Γρηγοριάδου (ηλεκτρική/ακουστική κιθάρα) και τον Ιάσονα Οικονόμου (μπάσο).

Εκτός από τους Σούπερ Στέρεο, το Θανάση τον απολαμβάνουμε στο προσωπικό μουσικό του project Dzingovic, αλλά και στο πλευρό αγαπημένων μουσικών, όπως ο Παύλος Παυλίδης, ο Γιάννης Χαρούλης και ο Δημήτρης Μπασλάμ. Ωστόσο, η alternative rock πεντάδα παραμένει το βασικό του... μετερίζει σε ό,τι αφορά τη σύνθεση και τη στιχουργική, τις οποίες έχει αναλάβει ως επί το πλείστον ο ίδιος.

Πέρσι τέτοια εποχή, έξι χρόνια μετά από την προηγούμενη δισκογραφική εμφάνισή τους, η μπάντα κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Σαν Τα Γατιά», κάτω από την «ομπρέλα» της Fine! Records. Με αφορμή τη συμπλήρωση ενός χρόνου, ανεβαίνουν στο stage για να το γιορτάσουν, με μία κάθοδο στην Αθήνα, στο Ίλιον Plus, και άλλη μία εμφάνιση... εντός έδρας στο Soul στη Θεσσαλονίκη. Ιδανική ευκαιρία, λοιπόν, για μια κουβέντα. 

MixGrill: Θανάση καλησπέρα! Υπάρχει, για ένα παιδί που μεγαλώνει στη Θεσσαλονίκη με ακούσματα από Jerry Lee Lewis, οποιοσδήποτε άλλος τρόπος να κινηθεί μουσικά στην Ελλάδα, παρά «από ταράτσα σε ταράτσα, σαν τα γατιά»;

Θανάσης Τζίνγκοβιτς: Υπάρχουν τόσοι τρόποι να βρεις τον δρόμο σου, όσοι και οι άνθρωποι πάνω στη γη. Για όλους υπάρχει χώρος. Εγώ προσπάθησα να βρω το δικό μου. Αυτό νομίζω είναι καλό να κάνει ο καθένας, ακόμα και αν δεν ανήκει σε κάποια υποτιθέμενη πλειοψηφία. Και το λέω γενικά αυτό, όχι μόνο πάνω στη μουσική, ισχύει παντού. Όσο και αν αισθάνεται κανείς πως δεν χωράει πουθενά, αυτή η χώρα είναι και δική του και δική σου και όλων. Ακούγεται λίγο προεκλογικό αλλά έτσι είναι... Ψηφίστε με! 

M.G.: Είναι λοιπόν ο νέος σας δίσκος, «Σαν Τα Γατιά», μια προσπάθεια καταγραφής της φωνής ενός «υπόγειου», σχεδόν αόρατου από τα μαζικά streaming και τις προκατασκευασμένες playlist τρόπου μουσικής έκφρασης; Σε προβληματίζει η πορεία της εγχώριας μουσικής βιομηχανίας σήμερα και η ευκολία με την οποία δημιουργούνται οι τάσεις;

Θ.Τ.: Για μένα, που γράφω τα τραγούδια των Σούπερ Στέρεο, είναι ένα πεδίο προσωπικής έκφρασης. Γενικα, δεν φτιάχνουμε μουσική για να αποδείξουμε κάτι ή για να αντιδράσουμε σε κάτι. Φτιάχνουμε μουσική για να εκφραστούμε, μέσα σε αυτό μπορεί να υπάρχει η αντίδραση, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. Με τους Σούπερ Στέρεο ποτέ δεν ήμασταν εντός σε αυτό που λέμε «μουσική βιομηχανία». Μόνοι μας τα φτιάχναμε πάντα όλα, από την αρχή ως το τέλος. Μόνοι μας στήναμε τις συναυλίες. Με εξαίρεση τον τελευταίο δίσκο, με τον οποίο ξεκίνησε η συνεργασία μας με τη Fine!.

Δεν μας απασχολεί λοιπόν ποιες είναι οι τάσεις και ο τρόπος που λειτουργεί η εγχώρια μουσική βιομηχανία. Εγώ προσωπικά δεν τις παρακολουθώ ιδιαίτερα, δεν γράφω με βάση αυτές. Λίγο με επηρεάζουν. Όταν ακούω κάτι που μου αρέσει αυτό λειτουργεί ως επιρροή. Από κει και πέρα, ακολουθώ την δικιά μου πορεία και τίποτα δεν μπορεί να με εμποδίσει σε αυτό.

M.G.: Είναι ελπιδοφόρο ή μάταιο στην εποχή του single και της λίστας Spotify να φτιάχνει κανείς δίσκο με ενιαία συνοχή και αλληλουχία μεταξύ των κομματιών απ’ την αρχή ως το τέλος του; Μπορούμε πλέον να «αντέξουμε» ένα ολοκληρωμένο έργο δίχως να κατακερματιστεί η προσοχή μας; 

Θ.Τ.: Τίποτα δεν είναι μάταιο. Έχω πει πως μου αρέσει να αντιμετωπίζω έναν δίσκο σαν μια ενότητα, όπου η σειρά των τραγουδιών έχει τη σημασία της. Αυτό ίσως θα το διαπιστώσει κάποιος αν ακούσει ολόκληρο τον δίσκο από την αρχή ως το τέλος.

Δεν θεωρώ, όμως, ότι έτσι πρέπει να ακούν οι ακροατές τη μουσική. Η ακρόαση της μουσικής είναι μια ευχαρίστηση, δεν είναι καλό να βάζουμε κανόνες σε αυτό. Ας ακούσει ο καθένας, λοιπόν, με τον τρόπο που του ταιριάζει. Ας μην ακούσει ποτέ ολόκληρο τον δίσκο, ας κολλήσει μόνο σε ένα τραγούδι. Είναι δικό του θέμα. Εγώ φτιάχνω τα τραγούδια ενός δίσκου με βάση τον τρόπο που μου αρέσει να ακούω εγώ τη μουσική.

Σίγουρα δεν ακούω μόνο ολόκληρους δίσκους· συνήθως ανακαλύπτω ένα τραγούδι που μου αρέσει και μετά μπαίνω στη διαδικασία να ακούσω ολόκληρη τη δουλειά. Στην ερώτηση αν μπορούμε να αντέξουμε ένα ολοκληρωμένο έργο, η απάντηση μου είναι «ασφαλώς ναι»! Αλλιώς δεν θα βλέπαμε ταινίες, αλλά μόνο αποσπάσματα από αυτές… Δεν θα υπήρχε λόγος να βγαίνουν δίσκοι, μόνο μεμονωμένα κομμάτια. Δεν συμβαίνει όμως, άρα υπάρχει λόγος. 

M.G.: Τι σε κάνει να επιμένεις στον ελληνικό στίχο; Νιώθεις πως μέσα απ’ αυτόν επικοινωνείς καλύτερα τις εικόνες, τις ανησυχίες, τις εμπειρίες σου;

Θ.Τ.: Πάντα μου προκαλούσε εντύπωση αυτή η ερώτηση. Μην το πάρεις προσωπικά, εξάλλου είναι η πιο στάνταρ ερώτηση σε όλες τις συνεντεύξεις που έχω δώσει. Σαν να είναι περίεργο που γράφω τραγούδια στα ελληνικά. Μα συγνώμη, ελληνικά δεν μιλάμε σε αυτή τη χώρα; Προσωπικά, πιο πολύ εντύπωση μου κάνει το να τραγουδάει κανείς στα αγγλικά. Δεν το κριτικάρω, απλά μου κάνει εντύπωση. Ο καθένας μπορεί να γράφει στη γλώσσα που του είναι πιο οικεία. Δεν διάλεξα να γράφω στα ελληνικά. Είναι η γλώσσα μου. Και δεν θυσιάζω την αμεσότητά της για να μπορώ να ανήκω σε μια σκηνή. 

Μπορεί να αγαπώ το rock ’n’ roll αλλά δεν είμαι Αμερικανός, ούτε θα ήθελα να είμαι, και περνάω πολύ καλά με αυτό. Όχι ότι όποιος τραγουδάει στα αγγλικά θέλει… Δεν ξέρω τι θέλει ο καθένας, ξέρω τι θέλω εγώ. Θαυμάζω τους ανθρώπους που ξέρουν να χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα, που ξέρουν να εκφράζονται με αυτήν. Με συγκινεί ο τρόπος χρήσης της. Αυτό θέλω να κάνω.

M.G.: Κάποτε, τη δεκαετία του '80 και του '90, η Θεσσαλονίκη αποτελούσε τον τόπο που θα μετανάστευε ένας νέος μουσικός που έψαχνε τον ήχο του, έξω από τα κατεστημένα ηχοχρώματα και τη γενικευμένη αισθητική της υπόλοιπης χώρας, εκεί όπου θα συναντούσε πιθανότατα τους «ήρωές του» τα Σπαθιά, τις Τρύπες—, εκεί όπου θα έβρισκε μια κοινότητα, θα δοκίμαζε και θα αντάλλαζε ιδέες. Υπάρχει σήμερα αυτή η κοινότητα –ή συνωστίζεται όλη μαζί κάτω από ένα comment section του Youtube;

Θ.Τ.: Από τη Θεσσαλονίκη είναι αλήθεια πως έχουν ξεκινήσει πολλές μπάντες αλλά και σόλο καλλιτέχνες —από τις Τρύπες και τα Σπαθιά που ανέφερες, τους Olympians στα '60s ή το Νίκο Παπάζογλου αργότερα, αλλά και πολλούς άλλους. Αυτό προφανώς δημιουργεί μια παράδοση. Έτσι πάει: όταν κάτι συμβαίνει πολλές φορές, δημιουργείται ένα προηγούμενο. Το να βλέπεις δίπλα σου να γίνονται πράγματα σε γεμίζει με πίστη ότι τα μουσικά σου όνειρα μπορεί να πραγματοποιηθούν. 

Με αυτή την πίστη μεγάλωσα, φαντάζομαι και πολλοί ακόμα. Παράλληλα με αυτό, όμως, υπάρχει, και πάντα υπήρχε, ακόμα και εκείνα τα καλά χρόνια, μια άποψη που λέει ότι εδώ δεν γίνεται τίποτα. Πολλοί μουσικοί, για να μην σου πω οι περισσότεροι, αν θέλουν να ασχοληθούν πιο επαγγελματικά, μεταναστεύουν στην Αθήνα. Και όχι αδίκως. Εκεί είναι οι δουλειές, οι περισσότερες επιλογές, οι εταιρείες, τα κανάλια, όλα. Και σήμερα αυτό συμβαίνει ακόμα πιο πολύ. 

Νιώθω καμιά φορά ότι αυτός ο μύθος της Θεσσαλονίκης υπάρχει μόνο στο μυαλό όσων δεν ζουν σε αυτή. Εγώ τον πιστεύω, ίσως γιατί με βολεύει. Παρ᾽όλα αυτά βλέπω κάτι να συμβαίνει ξανά. Βλέπω νέα συγκροτήματα, όπως οι Aflikto, που θα έχουμε τη χαρά να ανοίξουν το live που θα παίξουμε στη Θεσσαλονίκη στις 12 Δεκέμβρη, ή τους εξαιρετικούς αγγλόφωνους Viceroy που τελευταία άκουσα, να έρχονται να ταράξουν τα νερά. Και είμαι πολύ χαρούμενος για αυτό.

M.G.: Σπούδασες ηλεκτρική κιθάρα στο Σύγχρονο Ωδείο Θεσσαλονίκης. Πιστεύεις στη «διδασκαλία» της μουσικής; Αποτελεί μια απαραίτητη «οριοθέτηση» εντός της οποίας κατευθύνεις τη δημιουργικότητά σου ή ένα «φράγμα» που σου επιβάλλει ανυπέρβλητες μανιέρες;

Θ.Τ.: Σπούδασα στο Σύγχρονο Ωδείο, αλλά στην πραγματικότητα είμαι περισσότερο αυτοδίδακτος. Όταν πήγα στο ωδείο, έπαιζα ήδη με συγκροτήματα και ήξερα τι μου αρέσει και ποιον δρόμο ήθελα να ακολουθήσω. Η διδασκαλία είναι καλή όταν έχεις καλούς δασκάλους. Το να μελετάς τη γνώση που απέκτησαν οι προηγούμενες γενιές μέσα σε χιλιάδες χρόνια είναι επίσης καλό, κερδίζεις χρόνο και μαθαίνεις πράγματα που δεν θα προλάβαινες να ανακαλύψεις μόνος σου σε μια ζωή. Όλοι οι άνθρωποι, όμως, δεν μαθαίνουν με τον ίδιο τρόπο. Και εκεί είναι που καμιά φορά πηγαίνουν τα πράγματα στραβά. Το εκπαιδευτικό σύστημα γενικότερα —δεν μιλάω μόνο για τη μουσική— δεν είναι φτιαγμένο στα μέτρα του καθενός, και αυτό είναι ένα πρόβλημα. Εκεί είναι που έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία ένας καλός δάσκαλος που αντιλαμβάνεται τις μαθησιακές ιδιαιτερότητες του καθενός. Αν δεν υπάρχει αυτό, τότε η μάθηση μπορεί να ευνουχίζει. Θεωρώ πως είχα καλούς δασκάλους.

M.G.: Ποια είναι η ενδιάμεση διαδικασία μέσα από την οποία ένα ενστικτώδες riff καταλήγει σε μια ολοκληρωμένη μουσική πρόταση; Ο στίχος ή η μουσική είναι ο οδηγός σου, και υπάρχει τελικά εκείνο το σημείο όπου ένα τραγούδι «ολοκληρώνεται»; 

Θ.Τ.: Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη διαδικασία. Άλλες φορές η αρχή είναι ένα riff, άλλες μια μελωδία, άλλες τα λόγια. Εγώ τις περισσότερες φορές ξεκινάω από τα λόγια, από μια φράση. Μου συμβαίνει συχνά η πρώτη φράση ενός τραγουδιού να είναι η εκκίνησή μου, σαν μια άκρη ενός σκοινιού που βρήκα και την τραβάω για να δω πού οδηγεί. Δεν οδηγεί πάντα κάπου. Έχω στις σημειώσεις μου πολλές άκρες που περιμένουν να τις τραβήξω. Αυτό που σίγουρα κάνω είναι να κρατάω κάτι σαν ημερολόγιο σκέψεων. Το έκανα από παλιά, πριν αρχίσω να γράφω τραγούδια. Ένα άναρχο ημερολόγιο, στο οποίο δεν έχουν σημασία οι ημερομηνίες. Τώρα το κάνω στο κινητό μου γιατί με βολεύει. Παλαιότερα είχα ένα τετράδιο που άνοιγα μια τυχαία σελίδα και έγραφα μια σκέψη μου. Έχω πολλά τέτοια τετράδια στα οποία επιστρέφω πότε πότε. Και αν δεν βρω κάποιο σκοινί να τραβήξω, το λιγότερο που συμβαίνει είναι να γυρίζω στο παρελθόν, να βλέπω πώς σκεφτόμουν κάποτε…

Το σημείο που τελειώνει ένα τραγούδι είναι όταν έχω βρει στίχους, με αρχή μέση και τέλος, και μια μουσική που δημιουργεί το περιβάλλον που νιώθω πως χρειάζονται τα λόγια για να εκφράσουν αυτό που ήθελα. Η μουσική παίζει πολύ σημαντικό ρόλο σε αυτό. Μπορεί να κάνει τις λέξεις να σημαίνουν κάτι άλλο από αυτό που θα σήμαιναν δίχως αυτή. Μπορεί να δώσει βαρύτητα στα λόγια ή να τα ελαφρύνει αν είναι πολύ βαριά από μόνα τους. Υπάρχουν άπειρες εκδοχές για όλα αυτά. Διαλέγω μία που θεωρώ πως έχει τις ισορροπίες που θέλω και πορεύομαι με αυτή.

M.G.: Κιθάρα ή Μπάσο; Ή αλλιώς... Peter Hook ή Jeff Beck;

Θ.Τ.: Κιθάρα, αλλά όχι Jeff Beck! Stephen Malkmus, Tom Verlaine, JJ Cale, Lou Reed και... σκέτο Beck! Καί πολλοί ακόμα φυσικά...

M.G.: Θα καταστρέψει η τεχνητή νοημοσύνη την καλλιτεχνική δημιουργία; Και αν όχι εκείνη... θα καταστρέψει τον ακροατή;

Θ.Τ.: Όχι φυσικά. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα εργαλείο. Και το σφυρί ένα εργαλείο είναι… εκτός αν βαράς το κεφάλι σου με αυτό. Δεν φοβάμαι την τεχνολογία, αλλά τους ανθρώπους. Αυτός ο φόβος υπήρχε και πριν την τεχνητή νοημοσύνη. Εξάλλου, η εξέλιξη της τεχνολογίας, από την αρχή του ανθρώπινου πολιτισμού ακόμα, είναι κάτι το οποίο δεν μπορούμε να το σταματήσουμε. Μένει μόνο να βρούμε πώς θα την χρησιμοποιήσουμε κάθε φορά που έρχεται κάτι νέο.

Οι Σούπερ Στέρεο θα εμφανιστούν την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου στο Ίλιον Plus (Κοδριγκτώνος 17) στην Αθήνα και την Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου (26ης Οκτωβρίου 104) στο Soul στη Θεσσαλονίκη. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

Διαβάστε ακόμα