Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Η Δούκισσα της Πλακεντίας», σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη, στο θέατρο Βεάκη.
Η παράσταση αφορά τη ζωή της μεγάλης Δούκισσας, από τη στιγμή που παντρεύτηκε το Δούκα Κάρολο Λεμπρέν μέχρι το θάνατό της. Στην ερμηνεία ήταν η Μαρία Κίτσου και στο κείμενο, τη σκηνοθεσία, τα φώτα και την επιμέλεια της μουσικής ο Γιώργος Νανούρης.
Η ερμηνεία της Μαρίας Κίτσου ήταν καθηλωτική. Έδωσε την πολυπλοκότητα και τις αντίθετες πλευρές της Δούκισσας: από τη μία ευαίσθητη και ρομαντική και από την άλλη δυναμική και έντονη ως προσωπικότητα. Μια γυναίκα με φλόγα μέσα της, που αγαπούσε τη ζωή και τις τέχνες. Ελεύθερη κι αδάμαστη, μα πάνω απ’ όλα μητέρα.

Ο θάνατος της κόρης της ήταν η μεγαλύτερή της πληγή. Η Μαρία Κίτσου κατάφερε να μας τα περάσει όλα αυτά, να αγαπήσουμε τη δύναμη, τη ζωντάνια και τη φλόγα που έκαιγε στα στήθη της Δούκισσας. Κατάφερε να δούμε τον πόνο που έκαιγε τα σωθικά της Δούκισσας και να τη συμπονέσουμε. Ιδιαίτερα σπαραξικάρδια ήταν η στιγμή του θανάτου της κόρης. Κινησιολογικά και ερμηνευτικά, η Κίτσου πέρασε όλη την τρέλα που βιώνε εκείνη τη στιγμή, όλον τον πόνο και το θρήνο που ένιωθε η Δούκισσα.
Η Μαρία Κίτσου δεν παρουσίασε απλά ένα μονόλογο αλλά προσέγγισε σε βάθος την πρωταγωνίστρια. Μας παρουσίασε την πολύπλευρη προσωπικότητά της και μας μετάγγισε την οδύνη που είχε. Τελικά, η παράσταση δεν ήταν απλώς ένας μονόλογος αλλά μια ποιητική μεταφορά ενός συμβόλου, της Σοφίας ντε Μπαρμπουά, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα της Δούκισσας.
Σκηνοθετικά η ατμόσφαιρα ήταν υποβλητική και ποιητική. Ο Γιώργος Νανούρης, αν και ακολούθησε μια πιο αφαιρετική κατεύθυνση, κατάφερε να μας μεταδώσει όλο το ψυχικό βάθος και το συναισθηματικό φορτίο που βάραινε την ψυχή της πρωταγωνίστριας. Μέσα από τη χρήση των φώτων και της μουσικής, ο σκηνοθέτης έδωσε βάθος στα σημεία που έπρεπε να σημειωθούν από το θεατή. Προσεκτικός ο χειρισμός τους ώστε να δώσει έμφαση στη σκοτεινή πλευρά της πρωταγωνίστριας κι έπειτα να συνεχιστεί απρόσκοπτα η αφήγηση του έργου.
Ο Γιώργος Νανούρης επέμεινε στον ψυχικό πόνο της και πάνω σε αυτό έφτιαξε ένα ολόκληρο σκηνικό, που ωστόσο δεν έβαλε σε δεύτερη μοίρα την ερμηνεία της Μαρίας Κίτσου. Οι δύο καλλιτέχνες λειτούργησαν ως ομάδα, και αυτό φάνηκε στο αποτέλεσμα. Σε πρώτη ανάλυση αυτό που έβλεπε ο θεατής μπορεί να ήταν η ερμηνεία, εν τούτοις υποσυνείδητα περνούσε η υποβλητικότητα και το σκοτεινό κομμάτι, τα οποία προσέδωσαν στην παράσταση.

Κειμενικά έγιναν αναφορές και σε ιστορικά γεγονότα, μιας και η Δούκισσα ήταν φιλέλληνας και έδωσε κομμάτι της περιουσίας της, κινητής και ακίνητης, στον Αγώνα των Ελλήνων το 1821 αλλά και έπειτα. Άλλοτε ακολουθήθηκε μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, που προσέδωσε στο έργο χαρακτήρα εξομολόγησης, κι άλλοτε η Μαρία Κίτσου ήταν η αφηγήτρια της ζωής της Σοφίας ντε Μπαρμπουά, προκειμένου να προσπεράσει κάποια γεγονότα ή καταστάσεις στη ζωή της πρωταγωνίστριας που είχαν μικρότερη σημασία.
Συνολικά, η όλη εικόνα του έργου ήταν άκρως επιμελημένη κι άρτια και πάντα δοσμένη στο κοινό με σεβασμό στο πρόσωπο της μεγάλης Δούκισσας. Οι δύο καλλιτέχνες λειτούργησαν ομαδικά αλλά και ο καθένας από το δικό του μετερίζι, έβαλε το δικό του λιθαράκι για να βγει μια αξιόλογη δουλειά και το κοινό να είναι ευχαριστημένο.
Οι φωτογραφίες ανήκουν στην Πολυξένη Ζαρκαδούλα και στο mixgrill.gr.