Θανάσης Παπακωνσταντίνου – Ο Ελάχιστος Εαυτός

Ένας δίσκος έντεχνος χωρίς καθόλου εντεχνίλα, indie, χωρίς καθόλου indieχνίλα. Γίνεται; Γίνεται. Ονομάζεται «Ο Ελάχιστος Εαυτός» και είναι ο νέος δίσκος του Θανάση Παπακωνσταντίνου.
Διαβάστηκε φορες
Πατάς το play και ακούς ένα ορχηστρικό θέμα και μετά… χμμμ… και μετά ένας δίσκος αλλού. Εντελώς αλλού!
Τι έχουμε εδώ; Έχουμε έναν δύσκολο δίσκο. Κακά τα ψέματα. Δεν θα ακούσεις μισό κιλό κουπλεδάκι και δύο κιλά ρεφραίν. Και δε νομίζω να περίμενες κάτι άλλο από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Κάτι άλλο; Κάτι λιγότερο εννοούσα. Γιατί έχει ανεβάσει τόσο ψηλά τον πήχη, που το λιγότερο που περιμένεις είναι να βγάλει έναν δίσκο που θα τον ανακαλύπτεις για τα επόμενα δέκα χρόνια. Και αυτό το κατάφερε και με τον Ελάχιστο Εαυτό. 

Ο Ελάχιστος Εαυτός είναι ένας δίσκος αναφορά στη σύγχρονη ελληνική μουσική. Κι όταν λέω ελληνική εννοώ ΕΛΛΗΝΙΚΗ. Δηλαδή μουσική που δεν θα μπορούσε να γράψει κανείς ξένος. Υπάρχει ελληνικό ροκ, ιρλανδικό ροκ, κινέζικο ροκ. Το ζεϊμπέκικο όμως για παράδειγμα είναι μόνο ελληνικό. Δεν υπάρχει ούτε ιρλανδικό, ούτε κινέζικο ζεϊμπέκικο…

Έτσι λοιπόν και στον Ελάχιστο Εαυτό θα ακούσεις ελληνική παραδοσιακή μουσική (μάλλον). Δηλαδή παραδοσιακές μουσικές φόρμες, με στίχους – ποιήματα που αντίστοιχα κι αυτοί βασίζονται σε μοτίβα της ελληνικής παράδοσης.  Και αυτός ακριβώς είναι και ο ορισμός του λεγόμενου Έντεχνου. Ναι ναι… Έντεχνου. Αυτού του μουσικού ιδιώματος που μόνο στην Ελλάδα το συναντάς και όλοι προσπαθούν να το αποποιηθούν γιατί κάνει τζιζ! Κι αρχίζει το debate: Δηλαδή οι άλλοι είναι άτεχνοι; Έχεις δίκιο. Μ’ έπεισες. Λάθος όνομα το «έντεχνος», αλλά δεν παύει να υπάρχει. Μην το μπερδεύεις με την Εντεχνίλα, όπου ο άλλος θεωρεί τον εαυτό του μεγάλο καλλιτέχνη επειδή μελοποιεί Γκάτσο με μια κιθαρούλα, μιλάει χαμηλόφωνα στη συνέντευξή του στον Μελωδία και φωτογραφίζεται με βλέμμα «ποιος έκανε πριτς στο ασανσέρ». Καμία σχέση. Ο δίσκος αυτός είναι ένα εξαίσιο δείγμα αυτού του μουσικού ιδιώματος με το λάθος όνομα και τους πολλούς εκμεταλλευτές του.


Είναι όμως κι ένα εξαίσιο δείγμα της ελληνικής indie κουλτούρας. Μην πάει ο νους σου στους indieχνους (αναλυτική περιγραφή θα βρεις σε κάποιο σημείο αυτού του άρθρου). Εδώ έχουμε να κάνουμε με μία δουλειά ακομπλεξάριστη που δεν διστάζει να πειραματιστεί και να αλλάξει τα δεδομένα.  Και πώς να μην αλλάζει τα δεδομένα όταν η παραδοσιακή μουσική παίζεται με έναν καθόλου παραδοσιακό τρόπο; Έγχορδα, πνευστά, κρουστά, πιάνα και samples συνδυασμένα όσο πιο αλλοπρόσαλλα γίνεται, τελικά καταφέρνουν να κάνουν τα τραγούδια να ακουστούν κάτι σαν… ambient να το πω; Ναι θα μπορούσε. Υπάρχει δηλαδή ambient παραδοσιακή ελληνική μουσική; Ε πλέον θα μπορούσε. Αφού πρέπει να περιγράψω τι ακούω… ε… έτσι θα το περιγράψω. 
Δε νομίζω ότι είναι σκόπιμο να αναφερθώ σε συγκεκριμένα τραγούδια. Όλος ο δίσκος είναι ένα ενιαίο σύνολο ο οποίος ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος.

Επίσης δεν θα αναφερθώ αναλυτικά στις συμμετοχές του Ορφέα Περίδη και του Φώτη Σιώτα (ο οποίος είναι και ο βασικός υπεύθυνος για την ενορχήστρωση του δίσκου) γιατί απλούστατα και αυτοί είναι εκεί για να συμβάλλουν στη δημιουργία αυτού του  ενιαίου συνόλου στο δίσκο.  

Σε όλο αυτό το ενιαίο σύνολο κουμπώνει και το packaging το οποίο νομίζω ότι συμβάλει πολύ στην εμπειρία ακρόασης του δίσκου. Πίστεψέ με, είναι αλλιώς να ακούς αυτό το album στο mp3 player τρέχοντας επάνω στον διάδρομο γυμναστικής και αλλιώς να το ακούς καθισμένος σε μια πολυθρόνα και να έχεις ταυτόχρονα στα χέρια σου το κουτάκι με την υφασμάτινη υφή και το καλαίσθητο ένθετο. Συμβάλλουν κι αυτά στο κλίμα του δίσκου, όπως και να το κάνουμε.

Κλείνοντας λοιπόν, ξέρεις ότι στην Ελλάδα έχουμε πολλούς Παπακωνσταντίνου. Έχουμε τον Γιώργο που τον ακούμε να μας εξαγγέλλει μέτρα για μια καλύτερη ζωή, έχουμε τον Βασίλη που ζούμε για να τον ακούμε και τον Θανάση που τον ακούμε και κάνει τη ζωή μας στιγμιαία καλύτερη! Διάλεξε!


Διαβάστε ακόμα