City Of The Sun (1)

City of the Sun: Όταν ξεχνάς «να ακούς» τη μουσική

Η επιστροφή των City Of The Sun στην Αθήνα ή πώς κερδίζεις μουσικά ένα «στιχοκεντρικό» κοινό.

Διαβάστηκε φορες

Έστω πως —με αρκετή δόση αυθαιρεσίας— οδηγούμαστε στο παρακάτω νοητικό πείραμα και χωρίζουμε τους πανταχού μουσικόφιλους σε δυο ευρείες κατηγορίες. Απ’ τη μια οι «στιχοκεντρικοί» ή οι «εντάσεως νοήματος», και από την άλλη οι «μελωδιοκράτες» ή αλλιώς οι «εντάσεως σύνθεσης». Αν τώρα προχωρούσαμε σε μια τυχαία δειγματοληψία προκειμένου να διερευνήσουμε τυχόν πολιτισμικές διαφορές, η συνάντηση με το ελληνικό δείγμα δεν θα αποτελούσε έκπληξη να ωθήσει με ασφάλεια στην κατηγοριοποίησή του στους πρώτους. 

Γενικεύοντας, το εγχώριο κοινό, όσο γενεαλογικά εξοικειωμένο κι αν είναι με την παραδοσιακή —χορευτική— μουσική, ανέκαθεν έδινε προτεραιότητα ή παρακινούνταν από ένα καλογραμμένο τετράστιχο, παρά με κάποιο ατμοσφαιρικό ρυθμό ή μια δυναμική εξέλιξη ακόρντων. (Η αιτιολόγηση ή/και η δικαιολόγηση της παραπάνω θέσης δεν αναλύεται εδώ, αλλά ίσως σε κάποιο μελλοντικό κείμενο.)

Λαμβάνοντας το παραπάνω ως δεδομένο, κατευθυνόμενοι προς την κυριακάτικη εμφάνιση των City Of The Sun στο κέντρο της Αθήνας (Gazarte Roof Stage), οι προσδοκίες —ως προς την παρουσία του κοινού— ήταν ήδη σχεδόν διαμορφωμένες. Το μόνο που έμενε, σαν λευκός καμβάς αναμένοντας ανήσυχα αλλά με ουδετερότητα να γεμιστεί από τις εντυπώσεις της στιγμής, ήταν η ζωντανή εμφάνιση της ορχηστρικής μπάντας από τη Νέα Υόρκη. 


Πράγματι, η αυξημένη διάρκεια αναμονής της έναρξης σε συνδυασμό με την όχι και τόσο μαζική προσέλευση του κόσμου, έμοιαζε να εντείνει την αρχική αμηχανία —όσο κι αν ένα ποτό στον φιλόξενο και ζεστό χώρο του Gazarte κάνει πάντα τα πράγματα να μοιάζουν περισσότερο αισιόδοξα. Σε κάθε περίπτωση, το πλέον όλο και συχνότερα παρουσιαζόμενο φαινόμενο της καθυστερημένης αρχής του μουσικού δρώμενου, είχε περάσει από το σημείο που οξύνει την αγωνία και την προσμονή, σε αυτό της νευρικής υπομονής.

Όπως πάντα, όμως, και αυτή τη φορά το άκουσμα των πρώτων χαιρετισμών επί σκηνής κάνει το πρόσφατο παρελθόν να διαγράφεται και την όποια ταλαιπωρία να λησμονείται. Περνώντας στις αρχικές συγχορδίες και τις δονήσεις των κρουστών, έχει ήδη αρχίσει να ζωγραφίζεται ο καμβάς. Οι τέσσερις νέοι μουσικοί (John Pita, Zach Para, Matt Fasano και Marco Bolfelli) έχουν πάρει τη θέση τους στη σκηνή, προσπαθώντας κι εκείνοι με τη σειρά τους να αφουγκραστούν την ενέργεια της επικείμενης βραδιάς.

Η τελευταία θα αλλάξει άρδην από τη στιγμή που, μετά τα τρία πρώτα εισαγωγικά τραγούδια που έχουν θέσει για τα καλά τα θεμέλια, ο John Pita θα καλέσει όποιον το επιθυμεί να σηκωθεί από την καρέκλα του, να κατευθυνθεί στο μπροστινό μέρος της σκηνής και να χορέψει. Υπογραμμίζει ευχάριστα ότι, για όσους δεν το προτιμούν, δεν υπάρχει καμία πίεση. Κάπως έτσι, ενόσω η μουσική γίνεται όλο και εντονότερη και τα τραγούδια περισσότερο εξωστρεφή, τα τραπέζια πίσω από τον (εξαιρετικό στη δουλειά του) ηχολήπτη της βραδιάς έχουν αδειάσει και σχεδόν όλοι έχουν κατευθυνθεί στον κεντρικό χώρο – στήνοντας μια μικρή, ιδιότυπη «arena». Συνεπαρμένος, ο lead κιθαρίστας του αμερικάνικου trio κάνει το βήμα και χάνεται κι εκείνος μέσα σε αυτό που πλέον θύμιζε χορευτική πίστα. 


Μετά τα πρώτα λεπτά, αφομοιώνοντας πλέον τη μουσική πρόταση του σχήματος, πιάνεις τον εαυτό σου να βρίσκεται σε συναυλία, δίχως τώρα να έχει την ανάγκη «να κοιτά» τη σκηνή. Η μουσική επιτέλους δεν ακούγεται για να κατανοηθεί και επικοινωνείται αποκλειστικά μέσω της ακοής, εκβάλλοντας αβίαστα στη σωματική κίνηση μέσω του χορού. Οποιαδήποτε περαιτέρω οπτική επαφή αποτελεί παρεμβολή. Ο συνδυασμός της ακουστικής με την ηλεκτροκλασική κιθάρα —στην απουσία οποιουδήποτε φωνητικού, πόσο μάλλον στίχου— δίνει συνεχώς την εντύπωση πως «κόβει η μία ράβει η άλλη», με τις εναλλαγές της πρώτης μεταξύ σολαρισμάτων και riffs να επενδύονται άριστα από τα συνεχόμενα —πλην όμως αυξομειωτικά— ρυθμικά μέρη της δεύτερης. Όλα αυτά όμως δεν θα μπορούσαν να μην καταλήγουν σε κάτι κουραστικό και επαναλαμβανόμενο, αν ο Zach Para δεν τα έδενε με τα γεμάτα ένταση και ταχύτητα κρουστά του, πότε μέσω των drums και πότε μέσω του —σήματος κατατεθέν της μπάντας— cajon. 

Αφού ενημερώσει πως «τώρα αρχίζει να το διασκεδάζει», o Pita, έχοντας επιστρέψει στην αρχική του θέση, θα δεχθεί το πρώτο αίτημα της βραδιάς. Παρόλα αυτά, η ώρα για τη δημοφιλέστερη ίσως σύνθεσή τους, το “Second Sun”, δεν έχει έρθει ακόμα. Η μπάντα δε θα αντιδράσει στην παραγγελία, δείχνοντας ίσως έτσι το πώς θα αντιμετωπίσει και κάποια παρόμοια μελλοντική τέτοια. Αντίθετα, φαίνεται πως προτιμούν να δώσουν χώρο και χρόνο στις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες τους (“Tu Sol”, “Andalusia”, “Gaviota”) οι οποίες, κινούμενες μεταξύ flamenco, indie-rock και gypsy jazz, μοιάζει αλήθεια πως είναι —αδίκως— αρκετά λιγότερο παιγμένες. Το κοινό, όπως και να ‘χει, φαίνεται να τις απολαμβάνει σταθερά, δηλώνοντας έτσι σαφώς πως η επιστροφή του στα τραπέζια θα γίνει μόνο για μια τελευταία ανάσα πριν τον τελικό αγώνα προς τον τελευταίο συρμό του μετρό.


Κάπως έτσι η ώρα της λήξης έχει ήδη σημαδευτεί, και οι City Of The Sun αποχωρούν απότομα, προκειμένου —σχεδόν μηχανικά— να επιστρέψουν για το encore κομμάτι της εμφάνισης, το οποίο ολοκληρώνει στο ίδιο επίπεδο ενέργειας την παρουσία τους στην πρωτεύουσα. Μια παρουσία η οποία μοιάζει να έχει κάνει τα απαραίτητα βήματα προκειμένου να περιορίσει τους ενδογενείς κινδύνους που φέρει το είδος μουσικής που εκπροσωπεί, με πρώτο εξ αυτών την επαναληψιμότητα (βλ. το άρθρο του Ξενοφώντα Καράμπαλη από την προηγούμενη εμφάνισή τους). 

Η αλλαγή που διακρίνεται ευκολότερα είναι ο επαναπροσδιορισμός της δομής σε αρκετές από τις ζωντανές εκτελέσεις των τραγουδιών, μεταφέροντας ουσιαστικά την pop ταξινόμηση της σύνθεσης τραγουδιών «verse – bridge – chorus» από τους στίχους στα σόλο. Έτσι, η εκάστοτε μελωδία του τραγουδιού προλαβαίνει να αποτυπωθεί στο αυτί, δημιουργώντας με τη βοήθεια της εναλλασσόμενης έντασης των κρουστών ένα ενιαίο, ευδιάκριτο και ξεχωριστό ηχητικό και αισθητικό περιβάλλον. Προφανώς υπάρχουν ακόμα περιθώρια για νέες ιδέες και περαιτέρω βελτιώσεις.


Κάπου εδώ, όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όλα τα παραπάνω αφορούν μουσικούς που διανύουν μόλις την τρίτη δεκαετία της ζωής τους. Έχοντας ήδη δημιουργήσει ένα προσωπικό μουσικό σύμπαν, αποτελούμενο από υλικά ιδιαίτερης αισθητικής ομορφιάς και πρωτοτυπίας, το μόνο που απομένει είναι να το «ακούμε» κάθε χρόνο να μεγαλώνει όλο και περισσότερο. Στην πορεία αυτή, ας ελπίσουμε πως θα ανοίξει τις πόρτες του πιο εμφατικά, και πως θα υπάρξουν ως επισκέπτες του όλοι όσοι σήμερα δε γνωρίζουν την ύπαρξή του.


Οι φωτογραφίες ανήκουν στο Νικόλα Νταούτη και στο mixgrill.gr.

Διαβάστε ακόμα