KAPTEN 01 (2)

Για τους Kapten, τα live είναι το «σημείο μηδέν, εκεί που όλα ξεγυμνώνονται»

Μία συζήτηση για ένα από τα πιο αναγνωρισμένα —και πιο ξεσηκωτικά— συγκροτήματα της Θεσσαλονίκης αυτήν την περίοδο.

Διαβάστηκε φορες

Την πρώτη φορά που άκουσα τους Θεσσαλονικιούς Kapten, πριν δυο χρόνια περίπου, κατευθείαν ο νους μου πήγε στους Jungle By Night, ένα νέο τότε ολλανδικό jazz-afrobeat συγκρότημα που ευτύχησα να δω live το 2012, σε μία από τις μεγαλύτερες συνεδριακές διοργανώσεις παγκοσμίως στο χώρο της μουσικής, το WOMEX. 

Φαίνεται πως το ξύπνημα της μνήμης πέτυχε διάνα, κι αυτό γιατί οι Kapten έχουν επίσης τις μουσικές τους καταβολές στην Ολλανδία. Η αρχή έγινε από τον Παναγιώτη Καπετανάκη, που αν και πρωτομυήθηκε στο μουσική μέσω της κιθάρας, τελικά έδωσε όρκο αιώνιας αφοσίωσης στην τρομπέτα. Σπούδασε στο HKU, το Πανεπιστήμιο Τεχνών της Ουτρέχτης. Από εκεί κράτησε την παράδοση και την ελευθερία που παρέχει το ίδρυμα αλλά και η χώρα ολόκληρη σε νέους μουσικούς, παράλληλα με απαράμιλλη οργάνωση και πρακτική στήριξη στο ξεκίνημά τους.

Τελικά, τα πράγματα ήρθαν έτσι, που η επιστροφή στη Θεσσαλονίκη για τον Παναγιώτη ήταν οριστική. Εκεί, σε συνθήκες καραντίνας και γενικότερου μαρασμού της πόλης, αποφάσισε να δώσει σάρκα και οστά στα όσα είχα μάθει και στα όσα οραματιζόταν, σχηματίζοντας τους Kapten. Το συγκρότημα ξεκίνησε από μια παρέα φίλων και γνωστών, και τελικά η παρέα έγινε οικογένεια.

Μέχρι και πρόσφατα, οι Kapten είχαν κυκλοφορήσει ένα EP ("Polarity") και μία σειρά σειρά από singles. Πλέον, εδώ και περίπου έναν μήνα μας χάρισαν και ένα full-length ντεμπούτο, το "Dancing Tooth". Με tribal αισθητική και χορευτικά vibes ήδη από τον τίτλο, μέσα από εφτά κομμάτια μάς χαρίζουν ένα ξεσηκωτικό, καλοδουλεμένο κράμα από jazz, afrobeat, trip hop, soul και rock μελωδίες.

Μέλος του συγκροτήματος είναι και ο κιθαρίστας Γρηγόρης Λιόλιος, μαζί με τους Αλεξάνδρα Καραμπουρνιώτη (φωνή), Maquitto (μπάσο), Θωμά Κωστούλα (τύμπανα), Θάνο Τσακιλτζίδη (σαξόφωνο), Αλέξη Μακατσέλο (ντραμς) και Νίκο Tsop (φωνή). Με αφορμή μία διπλή, χορταστική live εμφάνιση στο Eightball στη Θεσσαλονίκη 26 και 27 Δεκεμβρίου, μιλά στο MixGrill για τι κάνει τελικά την μπάντα οικογένεια, τι κρατάνε από την Ολλανδία και πώς καταφέρνουν να συνδυάζουν τόσες διαφορετικές καταβολές σε ένα δεμένο αποτέλεσμα.

MixGrill: Πάνε πλέον πέντε χρόνια από όταν δημιουργήθηκε το σχήμα. Πώς θα χαρακτηρίζατε το μέχρι στιγμής ταξίδι των Kapten με μία πρόταση;

Γρηγόρης Λιόλιος: Ένα ταξίδι γεμάτο ένταση, αμφιβολίες, έκσταση και πολλή δουλειά, που μας έμαθε πώς να στεκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον και να εμπιστευόμαστε τη μουσική σαν κοινό έδαφος.

M.G.: Συγκεντρωθήκατε και ξεκινήσατε να παίζετε μουσική και οι οχτώ μαζί μέσα στην περίοδο της πανδημίας. Οι περιορισμοί αυτής της περιόδου στη μετακίνηση, την επικοινωνία κτλ. αποτέλεσαν για εσάς πρόκληση ή μήπως ένα κίνητρο για να συσφίξετε ακόμα περισσότερο τις σχέσεις σας και να φτιάξετε αυτή τη μεγάλη μουσική «οικογένεια», όπως χαρακτηρίζετε οι ίδιοι τους Kapten; Επίσης, τι κριτήρια έπρεπε να πληροί κάποιος για να μπει στην «οικογένεια»;

Γ.Λ.: Στην αρχή έμοιαζε με εμπόδιο, αλλά πολύ γρήγορα έγινε ώθηση. Δεν υπήρχαν πολλές διέξοδοι, ούτε σκηνές ούτε περισπασμοί. Οπότε όλη η ενέργεια έπεσε μέσα στην μπάντα. Παίζαμε, ξαναπαίζαμε, συζητούσαμε, τσακωνόμασταν και ξαναδενόμασταν. Αυτή η συνθήκη μάς έφερε πολύ κοντά και έθεσε τις βάσεις για τον τρόπο που λειτουργούμε μέχρι σήμερα. Οικογένεια σημαίνει ότι δεν έρχεσαι απλώς να παίξεις το όργανό σου. Έρχεσαι να μοιραστείς χώρο, χρόνο και ευθύνη. Να ξέρεις πότε να τραβηχτείς πίσω και πότε να στηρίξεις. Δεν μας ενδιέφερε ποτέ η βιτρίνα ή το πόσο εντυπωσιακός είναι κάποιος· μας ενδιέφερε αν μπορεί να υπάρξει μέσα σε μια συλλογική διαδικασία χωρίς εγωισμούς.

M.G.: Η εμπειρία από το HKU στην Ουτρέχτη και γενικά από την Ολλανδία πώς πέρασε στη συλλογική ταυτότητα των Kapten; Υπάρχουν στοιχεία της ολλανδικής τζαζ σκηνής —σε επίπεδο νοοτροπίας, σύνθεσης ή ελευθερίας— που θεωρείτε ότι έχουν περάσει στον ήχο σας;

Γ.Λ.: Μας επηρέασε βαθιά. Στην Ολλανδία μάθαμε ότι η μουσική δεν χρειάζεται άδεια για να υπάρξει. Υπάρχει μια ελευθερία και μια εμπιστοσύνη στο ένστικτο, ειδικά στην jazz σκηνή, που μας ξεκλείδωσε. Αυτή η λογική της ισότητας, του αυτοσχεδιασμού και του ρίσκου έχει περάσει στον τρόπο που γράφουμε και παίζουμε.

M.G.: Στη μουσική σας μπορεί να διακρίνει κανείς πολλές επιρροές, από jazz, afrobeat και dub μέχρι rock, trip hop και rap. Αυτές οι επιρροές προηγούνται της δημιουργίας και γράφετε μουσική εξαρχής με βάση αυτές ή προκύπτουν κατόπιν εορτής, τη στιγμή της δημιουργίας;

Γ.Λ.: Προκύπτει φυσικά. Ο καθένας φέρνει διαφορετικά ακούσματα στο δωμάτιο και αυτά ανακατεύονται χωρίς πρόγραμμα. Δεν μας ενδιαφέρει να «χωρέσουμε» κάπου. Αν κάτι μας βγάζει αλήθεια και ενέργεια, μένει. Αν όχι, φεύγει, όσο κι αν ακούγεται ωραίο θεωρητικά.

M.G.: Τέλη Νοεμβρίου κυκλοφορήσατε το πρώτο σας full-length EP, το “Dancing Tooth”. Προσωπικά, διέκρινα μία αισθητά πιο «ανεβασμένη» διάθεση σε σχέση με το ντεμπούτο σας του 2020, το EP “Polarity”. Εκεί κυριαρχούσε πιο έντονα η ατμοσφαιρική, πειραματική jazz. Στο “Dancing Tooth” δεν λείπει αυτό το στοιχείο, όμως έχουμε και πιο ανεβαστικές μελωδίες, με έντονο afrobeat και funk χρώμα. Θα λέγατε ότι αυτή η εξέλιξη απηχεί μια γενικότερη μετατόπιση στον ήχο σας ή πιο πολύ μια στοχευμένη προσέγγιση μόνο για το συγκεκριμένο άλμπουμ;

Όχι, είναι εξέλιξη. Το “Polarity” ήταν πιο εσωστρεφές, πιο κινηματογραφικό. Το “Dancing Tooth” βγήκε πιο σωματικό, πιο ρυθμικό, με περισσότερη εξωστρέφεια. Αντανακλά το πού βρισκόμαστε σαν άνθρωποι και σαν μπάντα αυτή την περίοδο, χωρίς να ακυρώνει το παρελθόν μας.

M.G.: Αν κάποιος ακούσει για πρώτη φορά τους Kapten μέσα από το “Dancing Tooth”, τι θεωρείτε ότι θα καταλάβει για εσάς που δεν ήταν τόσο καθαρό στις προηγούμενες δουλειές σας;

Γ.Λ.: Ότι είμαστε μια μπάντα που θέλει να σε βάλει μέσα [στην όλη της κατάσταση]. Όχι να σε εντυπωσιάσει από απόσταση. Η μουσική μας είναι για να τη νιώσεις στο σώμα, να ιδρώσεις, να χαθείς λίγο. Και ταυτόχρονα να καταλάβεις ότι πίσω από τον ρυθμό υπάρχει σκέψη και σύνδεση.

M.G.: Το συγκρότημα έγινε γνωστό πρώτα στη Θεσσαλονίκη και έπειτα και στην υπόλοιπη Ελλάδα στόμα με στόμα, μέσα από συναυλίες κυρίως σε χώρους με underground, αυτο-οργανωμένη λογική. Πώς αισθάνεστε για αυτήν σας την κατάκτηση; Πιστεύετε ότι η πορεία σας θα ήταν διαφορετική, αν είχατε στη διάθεσή σας ένα πιο ώριμο οικοσύστημα για την προώθηση της μουσικής σας, σε χώρους για live, σε κρατική στήριξη, σε κανάλια προώθησης-ΜΜΕ κτλ.;

Γ.Λ.: Είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας. Το κοινό μας χτίστηκε πρόσωπο με πρόσωπο, χωρίς φίλτρα. Σίγουρα ένα πιο οργανωμένο οικοσύστημα θα βοηθούσε πρακτικά, αλλά αυτή η διαδρομή μάς κράτησε γειωμένους και κοντά στον λόγο που ξεκινήσαμε να παίζουμε μουσική εξαρχής.

M.G.: Παγανιστικές μάσκες, δύο σετ ντραμς και ατέλειωτος χορός! Είναι για εσάς οι συναυλίες το ιδανικό συμπλήρωμα στο μουσικό σύμπαν που χτίζεται δισκογραφικά ή απλώς μια ευκαιρία για… ξέφρενο πάρτι;

Γ.Λ.: Είναι το σημείο μηδέν. Εκεί που όλα ξεγυμνώνονται. Δεν υπάρχει απόσταση, δεν υπάρχει προστασία. Είναι τελετουργία, ξέσπασμα και γιορτή μαζί.

M.G.: Είστε σε θέση να μας αποκαλύψετε κάποιο από τα μελλοντικά σας σχέδια, μετά από τα δύο live σας στο Eightball Club;

Γ.Λ.: Δουλεύουμε καινούργιο υλικό και νιώθουμε ότι ανοίγουμε έναν νέο κύκλο. Θέλουμε περισσότερα live, περισσότερη κίνηση εκτός Ελλάδας και ακόμα μεγαλύτερη ελευθερία στον ήχο μας. Τα live στο Eightball είναι απλώς το επόμενο checkpoint, όχι το τέλος της διαδρομής.

Οι Kapten εμφανίζονται στο Eightball (Πίνδου 1, Λαδάδικα, Θεσσαλονίκη) στις 26 και τις 27 Δεκεμβρίου. Περισσότερες πληροφορίες και εισιτήρια εδώ.
Tags