Οι HeadQuake αποτελούν μία από τις πιο σταθερές και ουσιαστικές παρουσίες της ελληνικής heavy/stoner rock σκηνής εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Ιδρυτές ο ντράμερ Μπάμπης Δαλίδης —ανθρώπινο κεφάλαιο της εγχώριας ροκ με μακρά πορεία και στους θρυλικούς Villa 21— και ο κιθαρίστας Θανάσης Μπανάσιος, με διεθνή εμπειρία σε μεγάλα σχήματα
Με ρίζες στα μέσα των 90s και ενεργή συμμετοχή στη διαμόρφωση του εγχώριου underground, το συγκρότημα έχει συνδέσει το όνομά του με έναν ήχο αυθεντικό, βαρύ και ανεπιτήδευτο, που βρίσκει φυσική θέση τόσο στη δισκογραφία του όσο και στις ζωντανές εμφανίσεις του, δίπλα σε σχήματα όπως οι Monster Magnet, Nightstalker και Black Rainbows. Από τα πρώτα demo μέχρι το "Into The Spiral" του 2014, οι HeadQuake έχουν αποδείξει ότι δεν αντιμετωπίζουν το heavy rock ως στυλ, αλλά ως στάση ζωής.
Το 2025 επέστρεψαν με το "The Weight Of Forever", έναν δίσκο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως συνέχεια και ως ανανέωση: πιο ώριμος, πιο πολυσχιδής, αλλά εξίσου ακατέργαστος και ειλικρινής. Με αφορμή αυτή την κυκλοφορία, μιλήσαμε με τον τραγουδιστή τους Κώστα Ντάλλα για το μεγάλο διάστημα που μεσολάβησε από την προηγούμενη δουλειά τους, τις αλλαγές στη σύνθεση, τη σχέση τους με το live στοιχείο, αλλά και για όλα εκείνα που κρατούν μια μπάντα ζωντανή όταν οι δεκαετίες περνούν — χωρίς ποτέ να βαραίνουν.

M.G.: Το τελείωμα του 2025 σας βρήκε με μια νέα πολύ καλή κυκλοφορία, την οποία ονομάσατε “The Weight Of Forever”, 11 χρόνια μετά το “Into The Spiral”. Γιατί χρειάστηκε να περάσει τόσο μεγάλο διάστημα μεταξύ των δύο κυκλοφοριών;
Κώστας Ντάλλας: Γιατί μετά την κυκλοφορία του “Into the Spiral” και ενώ δουλεύαμε καινούργιο υλικό, νιώσαμε την ανάγκη για ένα διάλειμμα. Πολλά τα χρόνια, βλέπεις, και για να υπάρχει υγεία στις σχέσεις μας, τα διαλείμματα είναι απαραίτητα. Έτσι, βάλαμε την μπάντα στην «κατάψυξη», μέχρι να νιώσουμε ότι μας λείπει πολύ. Το ξανανιώσαμε στα τελειώματα της πανδημίας και ήταν σαν να μην πέρασε μία μέρα.
M.G.: Βλέπουμε ότι έχει επέλθει διαφοροποίηση στο line-up των HeadQuake με την αντικατάσταση της Angel Lo Verde στο μπάσο. Στη θέση της βρίσκουμε πλέον τον Γαβριήλ Ρεμούνδο. Έπαιξε αυτό κάποιο ρόλο στον ήχο του συγκροτήματος;
Κ.Ν.: Όταν αλλάζει ένα μέλος, αναπόφευκτα διαφοροποιείται και η χροιά του ήχου μίας μπάντας. Στη δική μας περίπτωση αντικαταστάθηκε μια εξαιρετική μουσικός και φίλη με τον Γαβριήλ (Βίλυ), που είναι ένας από τους καλύτερους μπασίστες της σκηνής. Όμως, από τη στιγμή που οι υπόλοιποι τρεις είμαστε στη μπάντα από τότε που φτιάχτηκε, η δομή του ήχου και η άποψη παραμένουν pure HeadQuake.
M.G.: Στον δίσκο “Roots And Branches”, όπου αποτυπώνονται τα πρώτα βήματα της μπάντας, συναντάμε στα φωνητικά τον Argie των Nightstalker, όπως επίσης και κιθάρες από τον σπουδαίο Κώστα Ποθουλάκη, που προσωπικά θεωρούμε ως μία από τις μεγαλύτερες απώλειες για τη σκηνή της χώρας. Για τον Κώστα το θεωρούμε απολύτως φυσιολογικό να είχε συμβεί και λόγω της συνύπαρξής του μαζί με τον Μπάμπη Δαλίδη στους υπέροχους Villa 21, όμως σχετικά με την παρουσία του Argie θα θέλαμε να μας πείτε κάποιες περισσότερες λεπτομέρειες.
Κ.Ν.: Το 1993 ήμασταν μπάντα λίγων μηνών και θέλαμε να κάνουμε ένα demo, να δούμε πού βρισκόμασταν. Ο Κώστας Ντάλλας, που ήταν από τότε ο βασικός τραγουδιστής της μπάντας, έπρεπε να λείψει λόγω σπουδών. Έτσι, μας βοήθησε στα φωνητικά για την ηχογράφηση ο Αργύρης των φίλων Nightstalker, που κάναμε πρόβες στον ίδιο χώρο και καθόταν σε κάποιες πρόβες μας και ψιλοήξερε τα κομμάτια μας. Παίξαμε και κάποια live με τον Αργύρη στη φωνή, όπως εκείνο το θρυλικό στο Πεδίο του Άρεως, αποχαιρετισμό στον Κώστα Ποθουλάκη, ούτε δύο μήνες μετά τον χαμό του, μαζί με Last Drive, Τρύπες κλπ. Μετά από λίγο καιρό έφυγε και ο Θανάσης για σπουδές στη Μόσχα και πήραμε το Στέλιο Γιαννουλάκη στην κιθάρα από τους Αέρα Πατέρα. Έτσι, γράψαμε το δεύτερο demo μας. Αυτά τα δύο demos εμφανίζονται στις δύο πλευρές του “Roots Αnd Branches”, που κυκλοφόρησε αρκετά χρόνια αργότερα για ιστορικούς λόγους.
M.G.: Αν με κάποιον τρόπο η σύνθεση αυτή παρέμεινε στο πέρασμα του χρόνου, έχετε ίσως φανταστεί ποια θα μπορούσε να είναι η εξέλιξη των HeadQuake μέσα στα χρόνια που επακολούθησαν;
Κ.Ν.: Κανείς δεν ξέρει, όπως δεν ξέρουμε και τι θα γινόταν αν παρέμενε η σύνθεση του ομώνυμου άλμπουμ του 2007, που και εκείνη ήταν δυναμίτης. Με το “Keep Them Satisfied” στη συλλογή της Sony, με ένα πολύ καλό άλμπουμ που έπαιρνε εξαιρετικές κριτικές, με πολλά live μέχρι και Κάιρο, με support στους Monster Magnet και μετά… το σύνδρομο «HeadQuake», που λέγαμε και πιο πάνω.
M.G.: Από το παρελθόν ας περάσουμε στο παρόν, που όπως είπαμε και στο ξεκίνημα της συνέντευξής μας σας βρίσκει με έναν νέο δίσκο, ο οποίος έχει δεχτεί πολύ καλές κριτικές, και όχι άδικα. Προσωπικά θεωρούμε ότι είναι μια κυκλοφορία που ξεπερνάει τα πλαίσια μιας stoner δουλειάς, αλλά μπορεί πολύ άνετα να καλύψει όλα τα ηχητικά πεδία του heavy ήχου γενικότερα. Εσείς, ως δημιουργοί του, πόσο ικανοποιημένοι έχετε μείνει και πόσο πιστεύετε ότι έχετε καταφέρει να διευρύνετε τον ήχο της μπάντας και να εξερευνήσετε νέες μουσικές προκλήσεις; Σε σχέση με τις προηγούμενές σας κυκλοφορίες, πόσο νομίζετε ότι υπάρχει διαφοροποίηση και, αν ναι, πού οφείλεται αυτό;
Κ.Ν.: Επειδή δεν είμαστε στην πρώτη νιότη μας και έχουμε βιώσει και άλλες προηγούμενες σκηνές που μας έχουν σημαδέψει, αυτό που παίζουμε δεν θα μπορούσε να είναι μόνο stoner. Δεν μπορείς να ακυρώσεις τα βιώματά σου. Μας εξιτάρει και μας ενεργοποιεί ο πιο καινούργιος ήχος, αλλά αναπόφευκτα θα εμφανιστεί ασυναίσθητα μέσα του και ό,τι άλλο έχεις αγαπήσει από το παρελθόν. Έτσι αντιλαμβανόμαστε εμείς τη διεύρυνση του ήχου μας. Σαν ένα χαρμάνι του καινούργιου και των επιρροών μας. Αυτός είναι και ο λόγος που τα άλμπουμ μας δεν ακούγονται ίδια. Το “The Weight of Forever” θεωρούμε ότι είναι το sequel του “Into the Spiral”. Ίσως η πιο ολοκληρωμένη δουλειά μας ως σήμερα.
M.G.: Επίσης θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας πληροφορίες για το χρόνο που περάσατε στο στούντιο κατά το διάστημα των ηχογραφήσεων και, καθώς και μια αναφορά στην παραγωγή του δίσκου και σε όσους βοήθησαν στην ολοκλήρωσή του.
Κ.Ν.: Πριν μπούμε στο στούντιο, είχαμε κάνει αρκετές πρόβες ώστε να είμαστε δεμένοι και να μην σπαταλάμε πολύτιμο χρόνο. Έτσι, σε ένα Σαββατοκύριακο φτιάξαμε ήχο και γράψαμε όλες τις βάσεις. Μετά, σε κάποια σκόρπια απογεύματα γράψαμε κιθάρες και φωνές και κάναμε το mix. Το στούντιο είναι το Matrix στην Κυψέλη. Ζεστό και φιλόξενο, όπου αισθανθήκαμε άνετα και αυτό φαίνεται, πιστεύουμε, και στην ηχογράφηση. Ο δε ηχολήπτης, Γιάννης Πετρογιάννης, πολύ έμπειρος και συνεργάσιμος και υπέρ το δέον υπομονετικός με τις όποιες παραξενιές μας. Είχε λύσεις για κάθε πρόβλημα και διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό το καλό ηχητικό αποτέλεσμα, γιατί πέρα από την ηχοληψία έκανε μαζί με το Θανάση την παραγωγή, όπως και το mastering. Αν και όποτε γράψουμε άλλο άλμπουμ, εκεί θα ξαναπάμε.
M.G.: Παρατηρώντας και τα εξώφυλλα τόσο των προηγουμένων κυκλοφοριών σας όσο και της τελευταίας, βλέπουμε ότι δίνετε ιδιαίτερη σημασία και στην οπτική πλευρά των κυκλοφοριών σας. Θα θέλαμε να μας πείτε κάποια περισσότερα πράγματα για το ποιοι κρύβονται πίσω από αυτές τις δημιουργίες.
Κ.Ν.: Πράγματι, μας ενδιαφέρει το artwork να είναι καλαίσθητο και ταυτόχρονα όσο το δυνατόν να απεικονίζει το ύφος της μουσικής που περιέχει το άλμπουμ. Το εξώφυλλο του “Roots and Branches” είναι αγνώστου καλλιτέχνη από το Μπαλί, πάνω σε μεταξωτό πανί με τεχνική μπατίκ. Το εξώφυλλο του ομώνυμου το έκανε ο τότε μπασίστας μας Λεωνίδας Παπαδάκης, που είναι γραφίστας. Του “Into the Spiral” ο φοβερός Μάνθος Στεργίου (Monster Design) και του “The Weight Of Forever” η ανιψιά του Μπάμπη, Ουρανί Δαλίδη, απόφοιτος της Καλών Τεχνών, που χωρίς οδηγίες κατάλαβε τι θέλαμε και με την πρώτη μας παρουσίασε αυτό το artwork. Respect.
M.G.: Η συνεργασία σας με τη Sound Effect Records πώς προέκυψε; Έχοντας βέβαια και τον Μπάμπη Δαλίδη στη σύνθεσή σας, που έχει γράψει μεγάλη ιστορία με την Creep Records, νομίζουμε ότι η άποψή σας σχετικά με τις δισκογραφικές εταιρείες έχει μεγάλη βαρύτητα.
Κ.Ν.: Σε ένα παζάρι δίσκων στο Γκάζι το 2005, έξω στον ανοιχτό χώρο γίνονταν διάφορα δρώμενα, μεταξύ των οποίων και live από ελληνικές μπάντες. Εκεί παίξαμε και εμείς. Μας άκουσε ο Γιάννης Ανδριόπουλος, ιδιοκτήτης της Sound Effect και του ομώνυμου δισκάδικου που είχε πάγκο στο παζάρι, και μας πρότεινε να ηχογραφήσουμε άλμπουμ και να το κυκλοφορήσει στην εταιρία του. Έκτοτε έχουμε μια καλή συνεργασία που φτάνει μέχρι σήμερα. Θέλουμε να πούμε και ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Θόδωρο και τη θεσσαλονικιώτικη Smash Records, που κυκλοφόρησε το προηγούμενο άλμπουμ μας “Into The Spiral” σε μια περίοδο που η Sound Effect δεν μπορούσε. Ανέλαβε, όμως, τη διανομή του. Γενικά οι ανεξάρτητες εταιρείες είναι ο αιμοδότης της ελληνικής ροκ σκηνής και η Sound Effect είναι από τις πιο δραστήριες, χωρίς στεγανά. Αρκεί να του κάνει κλικ του Γιάννη μία μπάντα και θα στηρίξει.
M.G.: Εκτός βέβαια από τις ηχογραφήσεις στο στούντιο, μεγάλο μέρος στη ζωή ενός συγκροτήματος παίζουν και οι ζωντανές εμφανίσεις. Όσον αφορά εσάς, έχετε μέχρι στιγμής τη χαρά να μοιραστείτε τη σκηνή με σπουδαία ονόματα όπως Monster Magnet, Black Rainbows, Radar Men From The Moon, Sienna Root, Baby Woodrose και βέβαια με μερικά από τα κορυφαία ελληνικά σχήματα, όπως οι Nightstalker, που από ό,τι ξέρουμε είστε και μεγάλοι fans. Τι έχετε αποκομίσει από τις κοινές σας αυτές εμφανίσεις με τέτοια ονόματα, τόσο μουσικά όσο και σε επίπεδο αναμνήσεων; Για να είμαστε ειλικρινείς, έχουμε μια μεγάλη περιέργεια για το τι μπορεί να συνέβαινε παρασκηνιακά με τους Monster Magnet, αν και μάλλον ισχύει το ότι συνέβη στο live με τους Monster Magnet θα μείνει εκεί!
Κ.Ν.: Οι live εμφανίσεις είναι όντως σημαντικό κεφάλαιο, αν όχι το σημαντικότερο, στην πορεία μίας μπάντας. Γι’ αυτό τις αντιμετωπίζουμε με σεβασμό και επιλεκτικότητα, προκειμένου να μην καταντήσουν αγγαρεία παίζοντας εδώ και εκεί, με μέτριο ήχο και ισχνή προσέλευση κοινού, επειδή σε είδαν πριν λίγες μέρες κάπου αλλού. Αποφασίσαμε να παίζουμε λίγες φορές, σε προσεγμένους χώρους, με μπάντες που μας αρέσουν, ελληνικές ή ξένες, για να περνάμε καλά και να γουστάρουμε.
Έτσι, με όσους έχουμε μοιραστεί τη σκηνή έχουμε μόνο τα καλύτερα να θυμόμαστε. Ωραίες ροκ στιγμές, παρτάροντας με συντροφικότητα και χωρίς σνομπισμούς. Και ναι, με τους Monster Magnet ήταν από τις δυνατότερες, καθώς αποτελούσαμε δική τους επιλογή για support, γιατί στα live τους επιλέγουν οι ίδιοι το opening act. Αυτός είναι ο λόγος που όταν ξαναήρθαν, πάλι εμείς ανοίξαμε το live. Ο tour manager τους μάλιστα ήθελε να είμαστε το support στην επόμενη ευρωπαϊκή τους περιοδεία. Όμως, επειδή δεν ζούμε από τη μουσική και έχουμε όλοι πρωινές δουλειές που δεν μπορούσαμε να παρατήσουμε, αρνηθήκαμε ευγενικά. Μας έμεινε, όμως, η ικανοποίηση.
M.G.: Σχετικά πάντως με τις ζωντανές σας εμφανίσεις, η αλήθεια είναι ότι είναι σχετικά λίγες και επιλεκτικές. Οφείλουμε να πούμε, πάντως, ότι ιδιαίτερη έκπληξη μας προκάλεσε το ότι έχετε εμφανιστεί στο Κάιρο της Αιγύπτου, ενός όχι και τόσο συχνού προορισμού για κάποιο συγκρότημα. Αλήθεια, πώς προέκυψε αυτό και θα θέλαμε να μας πείτε πώς σας φάνηκε αυτή η εμπειρία.
Κ.Ν.: Αυτή είναι μία τρελή ιστορία. Μία Ελληνοαιγύπτια που έμενε Κάιρο ήρθε Ελλάδα για διακοπές. Ένας φίλος της, Αιγύπτιος ραδιοφωνικός παραγωγός, της ζήτησε επιστρέφοντας να του φέρει λίγα CDs από ελληνικές ροκ μπάντες. Μέσα σε αυτά ήταν και το ομώνυμο δικό μας, που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Του αρέσαμε του τύπου, και ιδιαίτερα το κομμάτι “Up In The Mountains, το οποίο άρχισε να το παίζει στην εκπομπή του.
Υπήρξε θετική ανταπόκριση από τον κόσμο και το κομμάτι μπήκε σε heavy rotation και σε άλλες ραδιοφωνικές εκπομπές. Χωρίς να ξέρουμε εμείς τίποτα, σκάει κάποια στιγμή πρόταση από διοργανωτή συναυλιών για δύο εμφανίσεις, μία στο Κάιρο και μία σε κάποια πόλη στην Ερυθρά Θάλασσα. Ο χώρος της συναυλίας ήταν σε μία μεγάλη αίθουσα του Nile Hilton, όπου μέναμε και εμείς, επειδή τα μεγάλα ξενοδοχεία είναι οι μόνοι χώροι που επιτρέπεται το αλκοόλ, λόγω τουριστών. Στήσανε εσπευσμένα stage, ηχητικά, φώτα, κονσόλες κλπ. Έπεσε πολλή δουλειά. Στα μεγάλα ξενοδοχεία όμως, για να μπεις, εξαιτίας κάποιων πρόσφατων τρομοκρατικών ενεργειών, έπρεπε να περάσεις από αστυνομικό μπλόκο για ταυτότητες και face control, μαγνητική πύλη, εξονυχιστικό ψάξιμο κλπ., με αποτέλεσμα όταν ξεκίνησε το live, που δεν μπορούσε να καθυστερήσει λόγω ωρών κοινής ησυχίας του ξενοδοχείου, πολύς κόσμος ήταν ακόμη έξω περιμένοντας τη σειρά του στο ψάξιμο.
Μόλις κατάλαβαν ότι ξεκίνησε η συναυλία, επειδή ακουγόταν μέχρι έξω, άρχισαν τα επεισόδια. Έγινε ντου για να μπουν μέσα, η αστυνομία δεν τους άφηνε με τίποτα αν δεν τους ψάξει, έπεσε ξύλο πολύ, όσο άκουγαν ότι παίζαμε και το έχαναν ενώ είχαν εισιτήριο, υποτροπίαζαν και δικαίως. Φοβήθηκαν και οι υπεύθυνοι του Hilton με όσα συνέβαιναν και σε συνεννόηση με την αστυνομία, μισή ώρα αφότου ξεκινήσαμε να παίζουμε, κατέβασαν τον γενικό του ρεύματος και τέλος. Άρχισε τότε η μανούρα από τους μέσα και μετά από ένα τέταρτο διαβουλεύσεων μας επέτρεψαν να παίξουμε άλλα δύο κομμάτια, για να εκτονωθεί η κατάσταση — τουλάχιστον το “Up Ιn Τhe Mountains” που περίμεναν όλοι. Παίξαμε αυτό και δεν υπήρξε ποτέ δεύτερο, γιατί ξανακατέβασαν τον γενικό και μας έστειλαν στα δωμάτιά μας.
Εξυπακούεται ότι οι άλλες δύο εμφανίσεις ακυρώθηκαν. Τα εισιτήρια της επιστροφής, όμως, ήταν για μετά από τέσσερις μέρες. Οπότε μείναμε στο Κάιρο και κάναμε διακοπές με έξοδα των ευγενέστατων διοργανωτών, οι οποίοι ανέλαβαν ξεναγοί μας και μας γύρισαν παντού.
M.G.: Σας πέρασε ποτέ η σκέψη να παίξετε τα τραγούδια σας σε unplugged μορφή;
Κ.Ν.: Κατά καιρούς ναι, αλλά ποτέ δεν το κάναμε. Μόνο το 2010/2011, όταν ο Μπάμπης είχε ένα σοβαρό τροχαίο με μηχανάκι και έμεινε ένα χρόνο στα pits, οι υπόλοιποι, με την προσθήκη κρουστών και με το όνομα Soulrise, παίξαμε κάποια ακουστικά live, κυρίως με διασκευές.
Βέβαια, είναι ίσως πολύ καλή ιδέα ένα unplugged album με τα αγαπημένα tracks από όλη τη δισκογραφία μας. Χμμμ…
M.G.: Θεωρείτε τον εαυτό σας ικανοποιημένο από τη μέχρι στιγμής ανταπόκριση του κόσμου απέναντι στο συγκρότημα ή πιστεύετε ότι η μουσική που παίζετε απευθύνεται εκ των πραγμάτων σε ένα πολύ συγκεκριμένο ακροατήριο; Υπάρχει ίσως η προοπτική να δημιουργηθεί νέο ακροατήριο από τις επόμενες γενιές;
Κ.Ν.: Το ακροατήριο μπορεί να είναι συγκεκριμένο, αλλά έχει αποδειχθεί αρκετό για να στηρίξει και να δώσει ώθηση σε μία μπάντα hard ήχου, όπως είμαστε κι εμείς. Όπως έχουμε δει, κάποιες μπάντες τα έχουν καταφέρει να γίνουν hype και να περάσουν στο επόμενο level. Αυτό είναι αποτέλεσμα αποκλειστικής ενασχόλησης σχεδόν με το αντικείμενο — κάτι που εμείς ποτέ δεν είχαμε την πολυτέλεια να το κάνουμε.

M.G.: Εμφανιστήκατε πρόσφατα ζωντανά μαζί με τους Widow Pit και τους Penny Dreadful. Έχετε την αίσθηση ότι υπάρχει μέλλον στη heavy σκηνή της χώρας και αν, με την πολύχρονη εμπειρία σας, έχετε ήδη εντοπίσει κάποιες άλλες μπάντες που θα έπρεπε να μπουν στο ραντάρ μας;
Κ.Ν.: Ήταν ένα φοβερό live σε ένα sold out UnderAthens, με φοβερή τη συμμετοχή του κόσμου και με πολύ κέφι από την μπάντα. Είχαμε, άλλωστε, να εμφανιστούμε πολλά χρόνια και ήταν σαν να μην πέρασε μία μέρα.
Φυσικά και υπάρχει μέλλον, ειδικά στο heavy rock. Έχουμε φτιάξει σκηνή στην Ελλάδα που την αναγνωρίζουν και στο εξωτερικό. Ξεπηδάνε συναυλιακοί χώροι που γεμίζουν όταν φέρνουν heavy μπάντες από το εξωτερικό κυρίως, αλλά και κάποιες ελληνικές που έχουν ξεχωρίσει. Καινούργιες αξιόλογες μπάντες φυσικά υπάρχουν, αλλά δεν θα πούμε ονόματα για να μην αδικήσουμε καμία. Γενικώς, ψαχτείτε —υπάρχει πολύ καλό υλικό που περιμένει να το ανακαλύψει το κοινό του.
M.G.: Υπάρχουν κάποια ανακοινώσιμα σχέδια σχετικά με την προώθηση του “Weight Of Forever” στο προσεχές μέλλον; Υπάρχουν πιθανότητες να σας δουν ζωντανά οι fans σας και εκτός Αθηνών;
Κ.Ν.: Παίξαμε ήδη το εξαιρετικό live στην Αθήνα, οπότε Αθήνα ξανά προς τους καλοκαιρινούς μήνες. Κοιτάμε την περίπτωση για ένα μίνι ελληνικό tour.
M.G.: Κλείνοντας κάπου εδώ τη συνέντευξή μας, θα θέλαμε και πάλι να σας ευχαριστήσουμε για την αφιέρωση του χρόνου σας σχετικά με τη συνέντευξή μας και να σας ευχηθούμε το “Weight Of Forever” να έχει ένα όμορφο ταξίδι. Θα θέλαμε η τελευταία κουβέντα να ανήκει σε εσάς.
Κ.Ν.: Θα θέλαμε να παροτρύνουμε τον κόσμο, κυρίως τα νέα παιδιά, να ψάχνουν. Μέσα σε κλαμπάκια, σε αυτοδιαχειριζόμενους χώρους και κυρίως στο διαδίκτυο, υπάρχουν πολλές ωραίες μουσικές που περιμένουν να ανακαλυφθούν. Μην περιμένουν μόνο ό,τι τους σερβίρει ο αλγόριθμος. Υγεία, καύλα, rock n’ roll!