teleios fonos (3)

«Ο Τέλειος Φόνος»: Ένα αστυνομικό έργο έργο με έξυπνη πλοκή και εξαιρετικές ερμηνείες

Στο θέατρο Eliart, σε κείμενο του Φρέντερικ Νοτ, ένα έργο άρτια δομημένο, με ευφάνταστους διαλόγους και ιντριγκαδόρικη πλοκή.

Διαβάστηκε φορες

Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Ο Τέλειος Φόνος», το έργο του Φρέντερικ Νοτ, στο θέατρο Eliart, σε απόδοση και σκηνοθεσία Γιώργου Φρατζεσκάκη. Ένα έργο αστυνομικό και ψυχογραφικό, το οποίο στον κινηματογράφο έχει μεταφερθεί σκηνοθετικά και έγινε γνωστό από τον Άλφρεντ Χίτσκοκ το 1954. Κάποια από τα θέματα που πραγματεύεται είναι η χειριστικότητα, η ιδιοτέλεια, η απιστία και η απληστία του ανθρώπου, στοιχεία δηλαδή που δείχνουν τη διαχρονικότητα του έργου.

Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τον απατημένο σύζυγος και πρώην διάσημος τενίστας Τόνι Γουέντις. Όταν αυτός ανακαλύπτει πως η όμορφη και πλούσια σύζυγός του, Μάργκο, τον απατάει με τον Μαρκ Χάλιντεϊ, έναν γνωστό συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων, δεν διστάζει να σχεδιάσει τη δολοφονία της, προκειμένου να αρπάξει την περιουσία της. Με αυτόν το στόχο, βρίσκει έναν παλιό του γνωστό και κακοποιό, τον Τσαρλς Σουάν. Εκβιάζοντας και δωροδοκώντας τον, τον πείθει να τη σκοτώσει. Ωστόσο, η ζωή έχει άλλα σχέδια και η Μάργκο γλιτώνει. Τώρα, είναι σειρά ενός τίμιου και ηθικού επιθεωρητή να διαλευκάνει το έγκλημα.

Κύρια στοιχεία του έργου είναι η γρήγορη δράση, η ψυχαναλυτική προσέγγιση των ρόλων, η ακρίβεια στη λεπτομέρεια και η έξυπνη πλοκή. Οι ηθοποιοί στη σκηνή, απόλυτα συντονισμένοι μεταξύ τους, δένουν και προσφέρουν στο κοινό ένα αξιόλογο αποτέλεσμα και μια παράσταση ανάλογη του βεληνεκούς του συγγραφέα.

Το κοινό φεύγει απόλυτα ικανοποιημένο από την υπόθεση και την ερμηνεία των ηρώων. Ο Θάνος Καληώρας πείθει στο ρόλο του ιντριγκαδόρου και εγωπαθή συζύγου, ενός ανθρώπου δηλαδή με ναρκισσιστικά στοιχεία στην προσωπικότητά του. Το ύφος και η ψυχρή στάση του, ειδικά τη στιγμή που σχεδιάζει τη με κάθε λεπτομέρεια δολοφονία της συζύγου του, προδίδουν έναν άνθρωπο μεθοδικό και χειριστικό

Η Αλεξάνδρα Ούστα, στο ρόλο της Μάργκο, μάς δίνει την αίσθηση της όμορφης μα και αθώας συζύγου, που εμπιστεύεται τον άνδρα της. Λεπτή και φινετσάτη, παίζει μια γυναίκα πλούσια με ωραία, με διακριτική παρουσία στο χώρο. 

Ο Χρήστος Μάνντακας παίζει τον εραστή της Μάργκο, που είναι βαθιά και ειλικρινά ερωτευμένος μαζί της. Επίσης, είναι ένας πετυχημένος συγγραφέας και αλτρουιστής άνθρωπος, κάτι που κάνει το κοινό να τον συμπαθήσει. 

Ο Γιώργος Φρατζεσκάκης μάς δίνει έναν βαθιά ηθικό και, ομολογουμένως, πανέξυπνο επιθεωρητή, που διακατέχεται βαθιά από την αίσθηση του καθήκοντος και αναλαμβάνει τη λύση του εγκλήματος. Ο Φρατζεσκάκης παίζει με τη στάση του σώματός του, και το εριστικό και ειρωνικό ύφος του προσδίδουν αληθοφάνεια στα χαρακτηριστικά του ρόλου του. 

Ο Παναγιώτης Κατσίκης, στο ρόλο του κακοποιού, πείθει ως λωποδύτης μα και φοβισμένος. Δείχνει να έχει ηθικές αναστολές, ωστόσο ο πειρασμός είναι μεγάλος και υποκύπτει τελικά στις πιέσεις του απατημένου συζύγου, μπροστά στο προσωπικό όφελος

Τα σκηνικά του έργου, υπό το Σάννα Πασχαλίδη, παραμένουν σταθερά και αποτελούνται από το καθιστικό του ζευγαριού. Στο θεατή δίνεται μία αίσθηση πολυτέλειαςΦίνα και λεπτεπίλεπτα έπιπλαακριβάκόκκινα χαλιά, ένα ακριβό φωτιστικό, όλα δίνουν την εντύπωση ενός πλούσιου ζευγαριού, όπως άλλωστε και τα ανάλογα κοστούμια, τα οποία έχει αναλάβει επίσης ο Πασχαλίδης. Άξια αναφοράς είναι και η μουσική επένδυση που έχει κάνει ο Joniman (J.M.) και μεταφέρει όλο το μυστήριο και την ένταση που εγκιβωτίζει η παράσταση.

Συνολικά, ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση νιώθει ηθικά ικανοποιημένος με το cast των ηθοποιών αλλά και με την ίδια την υπόθεση, αναλογιζόμενος τα ηθικά διλλήματα στα οποία στέκεται το σενάριο.

Διαβάστε ακόμα