Yiannis Papadopoulos Photo III

Γιάννης Παπαδόπουλος: Η jazz ταιριάζει στο ελληνικό ταπεραμέντο, αν της δοθεί η ευκαιρία

Με αφορμή τον πρώτο προσωπικό δίσκο του πιανίστα τον ρωτήσαμε για τις μουσικές που χώρεσαν εκεί, τις συναυλίες που έρχονται, την jazz στην Ελλάδα και διάφορα άλλα.

Διαβάστηκε φορες

Ο Γιάννης Παπαδόπουλος είναι ένας πιανίστας κυρίως γνωστός μέσα από το σχήμα Next Step, αλλά η ενασχόλησή του με την jazz και τη μουσική γενικότερα δεν σταματάει εκεί. Ήταν αυτός που με το πιάνο συνόδευε τον Αλέξανδρο Δράκο Κτιστάκη στην επιτυχημένη σειρά Lighthouse Sessions στο YouTube κανάλι του ΚΠΙΣΝ κατά τη διάρκεια του ανοιξιάτικου εγκλεισμού. Πριν από μερικές εβδομάδες κυκλοφόρησε μέσα από την Puzzlemusik τον πρώτο του προσωπικό δίσκο, ο οποίος φέρει τον τίτλο "Mirrorself", που υποδηλώνει ενδοσκόπηση.

Ο δίσκος περιλαμβάνει έξι κομμάτια που έχουν ηχογραφηθεί ξανά στο παρελθόν, κυρίως από τους Next Step, οι οποίοι κυκλοφόρησαν πέρσι έναν ζωντανό δίσκο με κάποια κοινά κομμάτια ("At The Zoo"). Το "Tempest" πρωτοακούστηκε σε διαφορετική εκδοχή σε μια συλλογή του περιοδικού Jazz & Τζαζ το 2011, ενώ το "Neverending" συμπληρώνει την επτάδα του δίσκου και είναι το μόνο που ηχογραφείται για πρώτη φορά. Η διαφορά με τις προηγούμενες εκδοχές είναι πως εδώ το jazz trio του Παπαδόπουλου με τον Ντίνο Μάνο στο κοντραμπάσο και τον Βασίλη Ποδαρά (γνωστό και ως Billy Pod) στα τύμπανα ουσιαστικά συνοδεύεται από ένα κουαρτέτο εγχόρδων.

Όλα αυτά αλλά κυρίως τα πενήντα λεπτά της μουσικής του "Mirrorself" μάς κίνησαν την περιέργεια για να μιλήσουμε με τον Γιάννη Παπαδόπουλο για όσα έχει κάνει και όσα θα κάνει.

MixGrill: Πού και πώς σε βρίσκουμε αυτές τις μέρες; Έχει λίγες εβδομάδες που κυκλοφόρησε ο πρώτος προσωπικός δίσκος σου, λίγες λιγότερες που ξαναβγήκες στη σκηνή (της Τεχνόπολης) και το καλοκαίρι τρέχει με τα σχέδιά του. Τι από όλα αυτά - ή κάτι άλλο αν υπάρχει - κυριαρχεί στην προσοχή σου;

Γιάννης Παπαδόπουλος: Με βρίσκετε καλά και στη διαδικασία προετοιμασίας της παρουσίασης του νέου μου έργου "4th Stream Music" στην Πειραιώς 260 στις 16 και 17 Ιουλίου, το οποίο σαφέστατα κυριαρχεί στην προσοχή μου. Έχω και κάποια άλλα συναυλιακά σχέδια, αλλά καλώς ή κακώς αυτό υπερτερεί! Κατα τ' άλλα, ανυπομονώ και για τις διακοπές μου!

MG: Στα τέλη του Μάη συμμετείχες με το σχήμα του Billy Pod σε συναυλία στην Τεχνόπολη. Είχες αρκετό καιρό να εμφανιστείς ζωντανά σε κοινό, φαντάζομαι. Πόσο διαφορετική ήταν αυτή εμπειρία μετά από την ασυνήθιστη παύση των προηγούμενων μηνών; Άνοιξε την όρεξή σου για όσα θα φέρει το καλοκαίρι και η σεζόν που ακολουθεί ή δεν είσαι τόσο αισιόδοξος για την εξέλιξη με τους περιορισμούς της πανδημίας;

ΓΠ: Φυσικά και μου άνοιξε την όρεξη και μου θύμισε και πόσο πολύ μου είχε λείψει. Είμαι επιφυλακτικός όμως για το πώς θα συνεχιστεί όλο αυτό με αυτήν την πολυπόθητη επιστροφή στην κανονικότητα...

MG: Μπορεί αυτή η χρονιά να μην είχε συναυλίες με κοινό ως τώρα, αλλά εσύ συμμετείχες στα Lighthouse Sessions του ΚΠΙΣΝ με τον Αλέξανδρο Δράκο Κτιστάκη, στα οποία παίζατε παρέα με πολλούς άλλους μουσικούς. Αντιμετώπισες αυτές τις παραστάσεις τη συγκεκριμένη περίοδο κάπως διαφορετικά συγκριτικά με άλλες του «φυσιολογικού» παρελθόντος; Τι σου έχει μείνει από το παίξιμο και τις συζητήσεις με όλους αυτούς τους μουσικούς μπροστά και πίσω από τις κάμερες;

ΓΠ: Η εμπειρία των Lighthouse Sessions ήταν απο τις πιο δυνατές μουσικές εμπειρίες που είχα ποτέ. Ήρθαν σε μια εποχή που είχα απελπισμένη ανάγκη να παίξω μουσική, να βρεθώ με τους φίλους μου, να... υπάρξω ξανα ως καλλιτέχνης. Παρόλο που η συνθήκη του live streaming είναι πολύ διαφορετική από του live με κοινό, δεν με απασχόλησε αυτό ιδιαίτερα. Αφενός η αντίδραση του κόσμου από το σπίτι ήταν πολύ ενθουσιώδης. Αφετέρου ήταν εξαιρετικά σαφές, σε εμένα τουλάχιστον, ότι δεν φαίνονται live εμφανίσεις στον ορίζοντα. Άρα δεν το συνέκρινα συνεχώς με το παρελθόν. Απλά το ευχαριστιόμουν!
Όμως, το πιο σημαντικό για μένα ήταν η ποιότητα της δουλειάς που έγινε, σε όλους τους τομείς. Μουσική, οργάνωση, υγειονομική προστασία... όλα. Από τις λίγες φορές που όλα ήταν άψογα σε μια διοργάνωση.

MG: Ας παραμείνουμε για λίγο ακόμα στις συναυλίες. Στα μέσα Ιουλίου αναμένονται δύο βραδιές στο Φεστιβάλ Αθηνών με τίτλο "Fourth Stream Music" και με την ίδια ομάδα μουσικών που παίζει στον καινούργιο δίσκο. Με βάση την προσωπική σου ματιά και όσα ετοιμάζετε για τις εμφανίσεις αυτές, θα μπορούσες να αναφέρεις κάποια (μουσικά) στοιχεία που διαχωρίζουν - ή επεκτείνουν - το «ρεύμα» αυτό από το Third Stream που στέκεται μεταξύ κλασικής και jazz μουσικής;

ΓΠ: Σαφώς. Το στοιχείο αυτό είναι η rock και η σύγχρονη ηλεκτρική μουσική εν γένει. Εκτός από αγαπημένα μου, τα τρία αυτά είδη μουσικής έχουν υπάρξει και τα τρία πιο σημαντικά πεδία έρευνάς μου, τόσο ως μουσικός όσο και ως ακροατής. Σε σημείο που οι διαφορές τους είναι για μένα, αν όχι δυσδιάκριτες πια, τότε σίγουρα ασήμαντες.

MG: Παράλληλα με τις προσθήκες electronica και post rock που είδα να αναφέρονται για αυτή την εμφάνιση και χρησιμοποιούνται από διάφορα άλλα σχήματα της εποχής μας, υπάρχουν και μουσικοί σε ολόκληρο τον κόσμο που προσεγγίζουν την jazz προσθέτοντας στοιχεία της παραδοσιακής τους μουσικής. Παρακολουθείς, ως ακροατής, αυτόν τον χώρο; Έχεις σκεφτεί καθόλου να ακολουθήσεις αυτό το μονοπάτι ως μουσικός; Αν ναι, πιστεύεις πως το κύριο όργανό σου αποτελεί εμπόδιο σε κάτι τέτοιο, δεδομένων των χαρακτηριστικών των παραδοσιακών μουσικών της Ελλάδας;

ΓΠ: Έχω την χαρά να έχω παίξει πάρα πολύ με εκπληκτικούς μουσικούς του «παραδοσιακού» χώρου. Τον Haig Yazdjian, τους Takim, τη Μάρθα Μαυροειδή, τον Νίκο Παραουλάκη και πολλούς άλλους. Η επαφή μου με αυτόν τον υπέροχο κόσμο και η σύμπραξή μου με αυτούς τους φανταστικούς μουσικούς με έκαναν να αγαπήσω την παραδοσιακή μουσική, αλλά και να συνειδητοποιήσω πόσο σοβαρή είναι. Με τις ελάχιστές μου γνώσεις πάνω σε αυτήν δεν θα μπορούσα να αποπειραθώ κάτι τέτοιο. Το πιάνο σαφώς δε βοηθάει, αλλά νομίζω ότι αν είχα πραγματικές γνώσεις στη θεωρία και πράξη της μουσικής αυτής, μπορεί να πρότεινα κάτι ενδιαφέρον, αλλά σε καμία περίπτωση χωρίς την πολύχρονη αφιέρωση σε αυτήν την μουσική. Πράγμα που... δεν το βλέπω να γίνεται σύντομα!

Η jazz, ζωντανά...

MG: Υποθέτω πως επιθυμείς να κάνεις συναυλίες με την υπόλοιπη εξάδα για την προώθηση αυτού του δίσκου. Έχεις φτάσει όμως στο να τις σχεδιάζεις για τον χειμώνα που έρχεται; Κάποιοι λένε πως οι jazz συναυλίες είναι «χειμερινό σπορ». Βλέπεις τέτοιες διαφορές πάνω στη σκηνή;

ΓΠ: Όχι ιδιαίτερα! Βρίσκω ως δυο διαφορετικές συνθήκες τις συναυλίες σε κλειστό και σε ανοιχτό χώρο. Δεν θα έλεγα όμως ότι οι συνθήκες αυτές υπαγορεύουν το στιλ, αλλά μάλλον το στήσιμο μιας συναυλίας. Σίγουρα οι κλειστές συναυλίες έχουν κάτι το πιο «ζεστό», αλλά στις ανοιχτές, αισθάνομαι ότι ο κόσμος έρχεται με μία de facto καλύτερη διάθεση.

MG: Για τις συναυλίες χρειάζονται και οι χώροι που τις φιλοξενούν. Πώς βλέπεις την εξέλιξη των σκηνών του jazz χώρου στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια; Για άλλες πόλεις της Ελλάδας έχεις εικόνα; Σκέφτομαι το παράδειγμα του Duende jazz bar στη Θεσσαλονίκη που έκλεισε στην αρχή της πανδημίας. Είναι σαν το πρόβλημα με την κότα και το αυγό αυτά τα μέρη και η ύπαρξη σημαντικού κοινού της μουσικής που φιλοξενούν; Βλέπεις κάποιον τρίτο παράγοντα που θα μπορούσε να μικρύνει αυτή την αλληλεξάρτηση; Σχετίζεται η «jazzοφοβία» που κυκλοφορεί;

ΓΠ: Είναι πράγματι θλιβερό να βλέπουμε μέρη που φιλοξενούν την jazz να κλείνουν συνεχώς το ένα μετά το άλλο, ειδικά όταν δεν βλέπουμε αντίστοιχο ρυθμό στο άνοιγμα τέτοιων χώρων, σε καμία περίπτωση. Ωστόσο, για να είμαι λίγο αισιόδοξος - βλέπετε, μου είναι πολύ εύκολο να είμαι το αντίθετο - νομίζω πως οι ελάχιστοι νέοι χώροι που στήριξαν την jazz, το έκαναν με αγάπη και ειλικρινή πίστη στο όραμα της ελληνικής σκηνής. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Τώρα, υπάρχει μια σχετική «jazzοφοβία» στο ελληνικό κοινό, αλλά όπως όλες οι φοβίες, οφείλονται στην άγνοια. Νομίζω πως η jazz είναι μια μουσική που ταιριάζει πολύ στο ελληνικό ταπεραμέντο, αν της δοθεί η ευκαιρία. Δυστυχώς, μια μεγάλη μερίδα κόσμου πιστεύει πως η jazz είναι «Χριστούγεννα, Sinatra και κοκτέιλ». Αν ήταν αυτό, δεν θα είχα ασχοληθεί ποτέ με αυτήν. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο σαν art form και σαν κοινωνική σημασία. Παρόλο που μου αρέσουν τα Χριστούγεννα και ακόμα περισσότερο ο Sinatra (τα κοκτέιλ όχι τόσο), η jazz δεν είναι αυτό. Είναι κάτι πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο ευρύ.

MG: Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος που αποφάσισες να γίνει η κυκλοφορία του καινούργιου δίσκου αυτή την περίοδο, δεδομένου ότι πέντε από τα επτά τραγούδια έχουν δισκογραφηθεί παλιότερα με τους Next Step και το "Tempest" ακόμα νωρίτερα σε μια συλλογή του Jazz & Τζαζ;

ΓΠ: Η αλήθεια είναι ότι το άλμπουμ θα μπορούσε να είχε ηχογραφηθεί αρκετά νωρίτερα ή/και να έχει κυκλοφορήσει νωρίτερα. Αλλά τώρα ένιωθα μεγαλύτερη ανάγκη και μεγαλύτερη σιγουριά να το κάνω. Ναι μεν τα περισσότερα κομμάτια έχουν ηχογραφηθεί με το Next Step από πολύ παλιότερα, αλλά για μένα αυτό είναι το ωραίο με τις jazz συνθέσεις. Αλλάζεις εντελώς την ενορχήστρωση, κάνεις διαφορετικούς αυτοσχεδιασμούς και έχεις μια τελείως νέα εκδοχή της ίδιας σου της σύνθεσης, σε επίπεδο που δεν είχες φανταστεί.


Η ενδοσκόπηση στον καινούργιο δίσκο

MG: Για τον καινούργιο δίσκο λες πως (προσαρμόζω το δελτίο τύπου): «η ηχογράφηση είναι μια ρεαλιστική αποτύπωση και παρατήρηση του ειδώλου μας, απαλλαγμένη από προσδοκίες ή φόβους». Τα περισσότερα κομμάτια είναι αρκετά παλιά. Αντιλαμβάνεσαι διαφορές - ως εξέλιξη - στο είδωλο που βλέπεις τα χρόνια που μεσολάβησαν από τη σύνθεση ως την ηχογράφηση;

ΓΠ: Φυσικά. Και αυτός είναι και ο λόγος που προχώρησα στη διασκευή τους. Πάντα εξελισσόμαστε. Πιστεύω ότι όταν ηχογράφησα αυτό το άλμπουμ, βρισκόμουν στην πιανιστική ωριμότητα να τα ηχογραφήσω, παρόλο που η σύνθεση ήταν πολύ παλαιότερη.
Μπορεί να φαίνεται περίεργο, αλλά όταν τα έγραφα νόμιζα ότι έπαιζα με κάποιον τρόπο. Ωστόσο, δεν ήταν αυτή η πραγματικότητα. Όταν το παίξιμό μου προσέγγισε λίγο περισσότερο αυτό που είχα αρχικά σκεφτεί, τότε ήρθε η ώρα να προχωρήσω.

MG: Σκέφτομαι την παραπάνω ερώτηση σε συσχετισμό με το εξώφυλλο που σχεδίασε ο αδερφός σου (Carmelo). Υπάρχει ένα είδωλο μέσα σε ένα μάτι με την κουκίδα να υποδηλώνει τη «λήψη» από καθρέφτη. Θα μπορούσε να είναι και ένας ήλιος που δύει / ανατέλλει, βέβαια, αλλά σίγουρα το είδωλο μοιάζει μέσα σε νερό. Μπορεί η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας - και αντίστοιχα για μουσική που παίξαμε ή ακούσαμε - να παραμείνει σταθερή για κάποιο σημαντικό διάστημα; Τι σκέφτεσαι για όλα αυτά;

ΓΠ: Νομίζω πως η έννοια του ειδώλου έχει αποτυπωθεί πανέμορφα στο artwork του δίσκου. Θεωρώ ότι η εικόνα του εαυτού μας μπορεί να παραμένει σταθερή, αλλά η βαθιά συνείδηση αυτής είναι πολύ βραχεία. Αυτό είναι και ακριβώς το νόημα της (ανύπαρκτης κατα τ' άλλα) λέξης mirrorself. Είναι αυτή η πολύ φευγαλέα στιγμή που καταλαβαίνεις και αισθάνεσαι ποιος είσαι, τόσο καθαρά λες και είσαι «απέναντι». Εκείνη τη στιγμή έχεις την καθαρή σου εικόνα, όταν φύγεις για λίγο από τη θέση του ανθρώπου που κοιτάζεται στον καθρέφτη και απλά παρατηρήσεις λίγο αυτό που απεικονίζει ο καθρέφτης, χωρίς απαραίτητα να σε αγγίζει το γεγονός ότι αυτό είσαι εσύ τελικά.

MG: Δεν αντιλαμβάνομαι να υπάρχουν πολλά στοιχεία αυτοσχεδιασμού στον δίσκο. Πώς τα πας με αυτή την προσέγγιση της μουσικής, είτε ατομικά είτε ομαδικά; Χωρίς να είμαι μουσικός, σκέφτομαι πως μπορεί μια πολύ συγκεκριμένη πλευρά του παραπάνω ειδώλου να παρουσιάζεται με έναν μοναδικό τρόπο μέσα από μία τέτοια διαδικασία, που ενδεχομένως να έχει περισσότερο ενδιαφέρον για όσες και όσους παίζουν παρά για τους ακροατές.

ΓΠ: Είναι πολύ κολακευτικό να το λέτε, γιατί υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία αυτοσχεδιασμού στον δίσκο. Όμως, μου αρέσει να μην είναι ευθέως διακριτό αυτό. Θεωρώ ότι το να συνθέτεις, και άρα να ελέγχεις απόλυτα το τι θα συμβεί στη μουσική, πρέπει να διέπεται από το αναπάντεχο, την έκπληξη, κάτι που ο αυτοσχεδιασμός εγγενώς διαθέτει. Από την άλλη, μου αρέσει ο αυτοσχεδιασμός να έχει τα στοιχεία αυτά, αλλά και έντονα στοιχεία συμμετρίας και οργάνωσης. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνω για μένα τον πιο «διασκεδαστικό» τρόπο να παίζω, να έχω μια προσεγμένη σύνθεση, η οποία όμως όχι μόνο είναι ανοιχτή στο απροσδόκητο, αλλά και το προκαλεί.


Η εγχώρια jazz και τα μουσικά σχολεία

MG: Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αύξηση στην ποιότητα και ποσότητα όσων ηχογραφούνται εντός συνόρων στους κύκλους της jazz, αλλά δεν πιστεύω πως υπάρχει αντίστοιχη αύξηση του κοινού που τα ακούει συνειδητά. Πιστεύεις ότι υπάρχει κάτι πέρα της μουσικής δημιουργίας που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά πόσοι και πώς την αντιλαμβάνονται; Έχουν μερίδιο ευθύνης τα μέσα (έντυπα, ραδιόφωνο και τηλεόραση) ή η συμβολή τους είναι ανεπαίσθητη στον σημερινό ψηφιακό κόσμο;

ΓΠ: Πιστεύω πως χρειάζεται χρόνος. Η παλιά γενιά ακροατών, που δεν είναι και τόσο φίλα προσκείμενη στην jazz, εξαρτάται πολύ από τα μέσα. Τα οποία φυσικά δεν προβάλλουν ιδιαίτερα την jazz - και πολλά άλλα είδη βέβαια. Δεν είναι μόνο η jazz το «θύμα». Όμως, η νέα γενιά, που αμφιβάλλω καν αν έχει τηλεόραση ή αν ακούει ραδιόφωνο, πιστεύω πως βλέπει λίγο πιο συμπαθητικά πολύ περισσότερα είδη μουσικής απ' όσα προβάλλονται. Άρα, θεωρώ πως χρειάζεται χρόνος μέχρι να δούμε μια πραγματική προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα των μέσων, καθώς πιστεύω πως τα ΜΜΕ θα αντικατασταθούν πλήρως από τα social media. Όταν γίνει αυτό, θα έχουμε και μια πιο καθαρή εικόνα του τι πραγματικά αρέσει στον κόσμο και τι όντως ήταν θέμα υπερπροβολής ή υπόπροβολής.

MG: Αρκετοί σημερινοί μουσικοί ξεκίνησαν από μουσικά σχολεία ή, όπως η παρέα σας στον δίσκο αυτό, συναντήθηκαν σε μουσικά τμήματα, όπως αυτό του Ιόνιου Πανεπιστήμιου. Ποιο πιστεύεις πως είναι το σημαντικότερο στοιχείο του ρόλου τέτοιων δομών και ποιο είναι αυτό που κρατάς εσύ προσωπικά;

ΓΠ: Να προσθέσω ότι σχεδόν όλοι μας στον δίσκο αυτό ήμασταν και μαθητές Μουσικών Σχολείων. Οι μισοί μάλιστα ήμασταν και συμμαθητές στο Μουσικό Σχολείο της Παλλήνης.
Οι δημόσιες δομές Μουσικής Εκπαίδευσης στη χώρα μας είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητες. Όχι μόνο για τον προφανή λόγο της μετάδοσης της πληροφορίας από δάσκαλο σε μαθητή ή αυτού που πρόχειρα λέμε «εκπαίδευση». Αλλά για τη ζύμωση των νέων παιδιών σε έναν κύκλο εκκολαπτόμενων και φτασμένων καλλιτεχνών, για τις παραστάσεις που θα πάρει ένα παιδί στα σχολεία αυτά ή αργότερα στα Πανεπιστήμια. Για αυτό που θα αποτελεί την κοινότητα μέσα στην οποία μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν τόσο ως άνθρωποι όσο και ως καλλιτέχνες. Και για τις δύο κοινότητες αυτές - το Μουσικό Γυμνάσιο και Λύκειο Παλλήνης, και το Ιόνιο Πανεπιστήμιο στην Κέρκυρα - είμαι και θα είμαι για πάντα αφάνταστα υπερήφανος που υπήρξα μέλος τους.

MG: Κλείνοντας, θα ήθελα να σε ρωτήσω ποιος είναι ο αγαπημένος σου τρόπος να ανακαλύπτεις καινούργιες μουσικές και ποιος θα ήταν ο ιδανικός τρόπος για σένα να ανακαλύψει ένας ακροατής τον δίσκο αυτό; Από τον σύνδεσμο που θα μπει κάτω από αυτή τη συνέντευξη; Από κάποιον αλγόριθμό ή κάποιον φίλο; Μήπως τυχαία σε κάποια συναυλία; Κάπως αλλιώς ίσως;

ΓΠ: Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Προσωπικά, έχω ανακαλύψει νέους μουσικούς κόσμους με όποιον πιθανό τρόπο υπάρχει. Μέχρι και επειδή μου άρεσε το εξώφυλλο (ευτυχώς, ήταν το "Blackwater Park" των Opeth, το οποίο λατρεύω). Δεν υπάρχει κάποιος ενδεδειγμένος τρόπος, αρκεί η ακρόαση της νέας αυτής μουσικής να είναι το δυνατόν πιο βαθιά και καθαρή.
Ωστόσο, εμένα πάντα θα με εξιτάρει το «από κάποιον φίλο». Λατρεύω τις συζητήσεις για νέα μουσική και, εκτός απ' αυτό, βρίσκω πολύ σημαντικό το να μοιραζόμαστε ό,τι θεωρούμε όμορφο!

Διαβάστε ακόμα