IMG 3666

Νίκος Καμακάς (Viceroy): «Σε λίγο θα πουλάμε την ελευθερία συσκευασμένη στα σούπερ μάρκετ»

Μία κουβέντα με τον «μπροστάρη» της πολλά υποσχόμενης μπάντας για την ουσία του rock, τη Θεσσαλονίκη και την επιμονή στο ρομαντισμό, σε εποχές βαθιά αντιρομαντικές.

Διαβάστηκε φορες

Υπάρχουν ακόμα μπάντες σ' αυτήν την πόλη, τη «χαμηλοτάβανη», που γεννούν ενδιαφέροντα πράγματα μέσα σε εξίσου χαμηλοτάβανα DIY στούντιο —όσο αντέχουν κι αυτά κόντρα στα Airbnb και τα υψηλά ενοίκια. Υπάρχουν ακόμα μπάντες σ' αυτήν τη χώρα, την πνιγηρή για τα νέα της άτομα, που μιλούν και παίζουν μουσική με ευθύτητα, ευαισθησία και πολιτική άποψη...

Αυτήν τη διαπίστωση μπορεί να κάνει όποιος γνωρίσει τους Θεσσαλονικείς Viceroy. Όποι@ θεωρεί ότι έχουμε να κάνουμε με μία ακόμα «φοιτητομπάντα», μάλλον κάνει λάθος. Με λατρεία προς τους Joy Division, shoegaze/grunge επιρροές και «μπολιάσματα» από την ιστορική rock σκηνή της γενέτειράς τους, βγαίνουν μπροστά με φόρα, νεύρο και καλλιτεχνική ωριμότητα.

Το ντεμπούτο τους, "Freedom Tastes Like Breakfast", που κυκλοφόρησε πριν μερικούς μήνες από τη Make Me Happy Records, συμπυκνώνει άριστα την ουσία της μουσικής τους, ενώ και οι εμφανίσεις τους, από το Schoolwave Festival μέχρι το πλευρό σημαντικών συγκροτημάτων στη χώρα μας αλλά και το εξωτερικό, σε βάζουν κατευθείαν στο νόημα.

Έχοντας μπει κι εμείς, λοιπόν, στο νόημα, αφού τους είδαμε τον περασμένο Σεπτέμβρη με τους The Black Lips, προσκαλέσαμε το Νίκο Καμακά, τραγουδιστή και κιθαρίστα στην μπάντα, να μας μιλήσει για την εμπειρία τους ως τώρα.

MixGrill: Πείτε μας δύο λόγια για το πώς ανταμώσατε και συνεργαστήκατε, ώστε να σχηματίσετε τους Viceroy (σημ: τελευταία σας προσθήκη, αν καταλαβαίνω καλά, είναι και μία κοπέλα, οπότε μπορείτε να μας τη συστήσετε και να περιγράψετε πώς εντάχθηκε και εκείνη στο σχήμα).

Νίκος Καμακάς: Με τον Άλεξ (μπάσο) είχαμε βρεθεί μαζί όταν εγώ ακόμα ήμουν στο λύκειο για να παίξουμε Joy Division και από τότε κολλήσαμε, και λόγω ακουσμάτων και λόγω παρέας. Στην ουσία, μάθαμε μουσική ο ένας πάνω στον άλλον. Είχαμε δοκιμάσει κάτι άλλα σχηματάκια πιο πριν -σε αυτά συγκαταλέγω και τη πρώτη εκδοχή αυτού που εξελίχθηκε στους Viceroy όπως είναι σήμερα, μιας και το μόνο που έχει διατηρηθεί από τότε είναι το όνομα- αλλά μας πήρε λίγο καιρό να βρούμε αυτό που ήταν. 

Πάντα, βέβαια, κυνηγούσαμε το δημιουργικό σκέλος της όλης διαδικασίας. Θέλαμε να γράψουμε τα δικά μας κομμάτια και να παίζουμε τα δικά μας κομμάτια. Εκεί τη βρίσκαμε και εκεί συνεχίζουμε να τη βρίσκουμε. 

Μετά ήρθε στα τύμπανα και ο Γιώργος και έδεσε το γλυκό. Με τον Γιώργο είχε τύχει να τζαμάρουμε από δω και από κει, και όταν ήρθε η στιγμή, ξέραμε με τον Άλεξ ότι εκεί έπρεπε να πάμε, με κλειστά τα μάτια. Είχαμε πήξει στις πρόβες το καλοκαίρι του ‘24 για να βγάλουμε αυτά που θέλαμε, και τώρα αυτό σε ένα ημι-στούντιο χωρίς κλιματισμό στα Λαδάδικα. Πριν λίγους μήνες, μπήκε και η Λουίζα στην κιθάρα και πήγαμε δυο ταβάνια πάνω σαν σχήμα. Την ξέραμε σαν φυσιογνωμία αλλά μιλήσαμε πρώτη φορά σε ένα live μας τον Δεκέμβρη στο Κιλκίς. Δοκιμάσαμε να παίξουμε μαζί και η φάση πήγε από μόνη της. 

M.G.: Ποιοι θα λέγατε ότι ήταν οι μέντορές σας όσον αφορά τα ακούσματα και τη γενικότερη αισθητική σας;

Ν.Κ.: Σίγουρα μας γοητεύει το αυθεντικό και το ωμό στη μουσική. Δεν μπορούμε τα «ναι μεν αλλά» και τους κωλοτούμπες, που όπου φυσάει ο αέρας πάνε και αυτοί, πόσο μάλλον τα δήθεν ατομάκια που προσπαθούν να πουλήσουν rock n’ roll με τραγούδια ελαφρολαϊκά. Τώρα, στα πλαίσια αυτά, γουστάρουμε τους ρέμπελους της φάσης. Από τους Clash και τους Gang Of Four, στο Σιδηρόπουλο και τις Τρύπες, στους Nirvana και τους Sonic Youth και στα της εποχής μας με Fontaines DC, Idles και στα εγχώρια με Super Stereo, Bonnie Nettles και Aflikto. Πολύ περισσότερο ταυτιζόμαστε με το Βαμβακάρη και τον Mingus παρά με τα βλαχο-αμερικανο-ροκσταριλίκια της κακιάς ώρας.

M.G.: Κάνατε το πρώτο σας live σε ένα rock στέκι στο στενάκι της Ερνέστου Εμπράρ, στην περιοχή της Βαλαωρίτου στη Θεσσαλονίκη. Εκεί έχει δημιουργηθεί μία παραγωγική «κυψέλη» από DIY προβάδικα, για την ανάδειξη και την προστασία των οποίων απέναντι στο gentrification υπάρχει και σχετική πρωτοβουλία. Έσείς έχετε κάποια επαφή με αυτήν την κοινότητα και τους ανθρώπους της; Ποιες αλλαγές βιώσατε εσείς στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου όσον αφορά τα στούντιο και εν γένει τους χώρους μουσικής έκφρασης στην πόλη;

Ν.Κ.: Αυτή είναι και η μεγαλύτερη πληγή σε όλη τη φάση. Και μεις σε ένα τέτοιο στουντιάκι στον 6ο όροφο μιας μισοδιαλυμένης πολυκατοικίας, φίσκα στην υγρασία και την μπόχα, παίζουμε, αλλά στην τελική έχει και αυτό τη γοητεία του. Εξάλλου, όταν παίζεις αυτή τη μουσική δεν μπορείς να λες ότι αυτό που λείπει από τη ζωή μου είναι ένα… Abbey Road. 

Το όλο θέμα του εξευγενισμού της περιοχής, του “gentrification” , είναι τρομακτικό και εξοργιστικό. Μέσα σε ένα χρόνο έχουμε δει μπάντες να μένουν χωρίς στούντιο, μαγαζιά άλλα να κλείνουν και άλλα να σταματάνε τα live, μπάτσοι να σπάνε συναυλίες και πάει κι άλλο τόσο. Και πώς ένας αλητάκος φοιτητής που γρατσουνάει την κιθάρα για να βγάλει το άχτι του με όλα όσα του έχουν φορτώσει στο κεφάλι να βρει 20 και 30 ευρώ την εβδομάδα για να πάει σε ένα στούντιο να κάνει την πρόβα του και να ξεσκάσει από όλη τη σκατίλα; 

Και φυσικά, το όλο πράμα είναι πολύ στοχευμένο, όσο παλιακό και αστείο και να ακούγεται αυτό. Τουλάχιστον, εγώ ούτε έχω δει ούτε έχω ακούσει να μπαίνει μπάτσος σε αυτοαποκαλούμενα «κέντρα διασκέδασης» —πλουσιοπαιδομπουζουκτσίδικα, για να γίνω σαφής—, μιας και ξέρω πολλά τέτοια στο κέντρο της πόλης, ίσως και στον ίδιο δρόμο με ένα αστυνομικό τμήμα που το ντεσιμπελόμετρο θα έμοιαζε με θερμόμετρο μέσα σε τζάκι. Και μπορούμε να το πάμε ένα βήμα παραπέρα και να παρατηρήσουμε πως το όλο φούντωμα του φαινομένου αυτού συμπίπτει χρονικά με τον εκμπατσισμό των πανεπιστημίων και τον τερματισμό οποιασδήποτε καλλιτεχνικής και δημιουργικής δράσης. Είναι πολύ συνειδητοποιημένοι σε αυτό που πάνε να κάνουν και αυτό ο περισσότερος κόσμος το αγνοεί. Είτε αυτό έχει τύμπανα και κιθάρες ηλεκτρικές είτε μπουζούκι και μπαγλαμά, τους χαλάει την παραμύθα και ταράζει τα νερά. Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο προσπαθούν να το σκοτώσουν ή και να το φέρουν στα μέτρα τους. 

M.G.: Έχω δει σε δημοσιεύματα να παρουσιάζεστε ως επίγονοι της ιστορικής ροκ σκηνής της Θεσσαλονίκης των ‘80s και τα ‘90s. Εσείς αποδέχεστε αυτήν τη σύνδεση; Μήπως είναι και λίγο στερεοτυπικό να συνδέουμε κάθε νέο rock συγκρότημα της πόλης με μία περίοδο καλλιτεχνικής άνθησης δεκαετίες πριν, όταν τα δεδομένα στη μουσική παραγωγή και την πόλη εν γένει έχουν αλλάξει δραματικά πλέον;

Ν.Κ.: Σίγουρα είμαστε πολύ στενά συνδεδεμένοι με τη Θεσσαλονίκη. Έχουμε μια σχέση που μου αρέσει να την αποκαλώ ερωτική. Έχει μέσα χαδάκια, νάζια, πιόματα, καυγάδες, ερωτικές εξομολογήσεις. Τώρα, πέρα από αυτό, σίγουρα έχουμε πολλές επιρροές και από Τρύπες και από Σπαθιά και από Μωρά, και είναι κάτι για το οποίο δεν κρυβόμαστε και δεν κρυφτήκαμε ποτέ. Απλά, ξέρεις, μετά από ένα σημείο δεν τολμάει κανείς να ακουμπήσει κιθάρα να παίξει ένα τραγούδι, ειδικά όταν πρόκειται για ελληνόφωνο. Κατευθείαν θα γυρίσει ο άλλος να σου πει: «Αυτός προσπαθεί να είναι οι Τρύπες ή ο Παυλίδης ή το οτιδήποτε». Και αυτό είναι λυπηρό. 

Καταλαβαίνω ως ένα σημείο την καχυποψία των προηγούμενων γενεών γιατί νιώθουν πως το rock —αν και διαφωνώ με αυτήν τη λέξη, τη χρησιμοποιώ για λόγους ευκολίας— είναι κάτι «δικό τους» και ότι πάμε να τους το πάρουμε, σε καμία περίπτωση αυτό όμως δεν βοηθάει την όλη κατάσταση. Όλοι έχουν δανειστεί ιδέες, έχουν επηρεαστεί και έχουν επηρεάσει. Δεν γίνεται κι αλλιώς δηλαδή. Και σε τέτοιες συνδέσεις εγώ βλέπω και μία ομορφιά —ίσως να είμαι ρομαντικός. Σίγουρα η κατάσταση στην οποία είναι η πόλη, και στο καλλιτεχνικό κομμάτι, διαφέρει από τα ‘80s και τα ‘90s αλλά δυστυχώς δεν ζούσα τότε για να μπορώ να συγκρίνω και να σου πω. Και στην τελική, όταν δεν σ’ αρέσει μια εποχή, την κάνεις δικιά σου και τελείωσες.

M.G.: Αλήθεια, κάνει… γκελ στους συνομηλίκους σας το «Παίζω σε rock μπάντα»; Σε ποιον βαθμό πιστεύετε ότι αφορά αυτή η μουσική –την οποία και εγώ προσωπικά, για να μην παρεξηγηθώ, αγαπώ πολύ– τη γενιά που βγαίνει με φόρα στον κόσμο τώρα;

Ν.Κ.: Κοίτα, αυτό σίγουρα έχει να κάνει και με τους κύκλους στους οποίους βρίσκεσαι και συναναστρέφεσαι. Εμένα, ας πούμε, στον δικό μου κύκλο δεν κάνει και καμία εντύπωση, σε μεγάλο βαθμό. Τώρα, αν πιάσεις τον αδερφό μου και του πεις το και το, θα σε κοιτάξει μάλλον περίεργα. Πάντως, υπάρχει μια δίψα, και αυτό λόγω των περιστάσεων –πολιτικών και μη— και είναι σε τέτοιες περιπτώσεις που αυτή η μουσική βρίσκει τον κόσμο, και πόσο μάλλον το νέο κόσμο.

M.G.: Με αφορμή τη συμμετοχή σας στο φεστιβάλ μαθητικών-φοιτητικών συγκροτημάτων Schoolwave, δηλώσατε πόσο σημαντικό είναι να υπάρχουν ρομαντικές πρωτοβουλίες, «μέσα στην έρημο της φιλοχρηματίας και της εκμετάλλευσης που κυριαρχεί στη σκηνή». Πέρα από αυτό το ιστορικό φεστιβάλ, υπήρξαν άλλες τέτοιες ρομαντικές στιγμές, έστω πολύ μικρές, που συναντήσατε στην ως τώρα πορεία σας και θα άξιζε να μοιραστείτε μαζί μας;

Ν.Κ.: Τα live στα πανεπιστήμια ήταν πάντα πολύ δυνατές στιγμές. Γενικά, επειδή είμαστε και ρομαντικά άτομα, ως επί το πλείστον, βιώνουμε το καθετί με το δικό μας τρόπο. Τα φεστιβαλάκια στον δρόμο είναι επίσης ζεστά. Με άλλα λόγια, όσο πιο κοντά έρχεσαι στον κόσμο, τον άνθρωπο, τόσο πιο καλά περνάς και συ. Και ο πρώτος μας δίσκος με τον τρόπο που μας συμπεριφέρθηκε και μας εμπιστεύτηκε η Make Me Happy είναι, το λιγότερο, ρομαντική στιγμή.

M.G: Μιας και το έθιξες, στα τέλη του 2025 κυκλοφορήσατε το ντεμπούτο σας “Freedom Tastes Like Breakfast”. Θέλετε να κάνετε μία σύνοψη του πώς γεννήθηκε αυτό το άλμπουμ και πώς κατέληξε να γίνει πραγματικότητα;

Ν.Κ.: Όπως είπα και πριν, τα κομμάτια τα δουλεύαμε όλο το καλοκαίρι του ‘24 . Αρχές Γενάρη κατεβήκαμε στην Αθήνα, στο  Electricity στα Εξάρχεια, με 11 κομμάτια και εντέλει καταλήξαμε να κρατήσουμε τα εννιά. Την όλη διαδικασία στήριξε και οργάνωσε η Make Me Happy και στην παραγωγή είχαμε το Δημήτρη Σταϊκόπουλο και τον Joseph Powell των Youth Valley.  Γράφαμε τα όργανα καμιά βδομάδα και μετά άλλες τέσσερις μέρες έγραφα εγώ τις φωνές. 

Είναι ένα άλμπουμ αρκετά συναισθηματικό ως προς το περιεχόμενο και την ουσία του και είναι ποτισμένο με στιγμές και ανθρώπους που πλέον δεν είναι κομμάτι της ζωής μας. Και αυτό, να σου πω την αλήθεια, σκάει αρκετά περίεργα…

M.G.: “Freedom Tastes Like Breakfast”: τίτλος εμπνευσμένος από το ποίημα “As Freedom Is A Breakfastfood” του E.E. Cummings. Τι θέλει να πει… ο ποιητής, στη δική σας περίπτωση και γιατί επιλέξατε αυτόν τον τίτλο;

Ν.Κ.: Είναι ένα άλμπουμ στο οποίο ανοιχτήκαμε και εκτεθήκαμε πολύ σαν άνθρωποι. Όπως ο Cummings, έτσι και εμείς με το δικό μας τρόπο θέλουμε να πιστεύουμε πως είναι η αγάπη και το συναίσθημα κόντρα στη λογική που θα οδηγήσουν τον άνθρωπο να λυτρωθεί από το κατακάθι στο οποίο έχει εξελιχθεί η κοινωνία. Έχουμε αλλοιωθεί τόσο πολύ από το υλικό και το ψέμα, που έχουμε υλικοποιήσει ακόμα και της αξίες μας. Σε λίγο μπορεί και να πουλάμε στα σουπερμάρκετ συσκευασμένη ελευθερία υπό την μορφή ενεργειακών ποτών ή κατεψυγμένων σάντουιτς! Και ναι, θα έχει σίγουρα μεγάλη κατανάλωση.

M.G.: Μόλις πριν μερικές εβδομάδες ολοκληρώσατε το πρώτο σας tour σε Βαλκάνια και Κεντρική Ευρώπη. Τι κρατάτε και τι καινούργιο μάθατε για το συγκρότημα και εσάς τους ίδιους από αυτήν την περιπέτεια; Διορθώστε με αν κάνω λάθος, αλλά το tour είχε και τη μορφή οικονομικής ενίσχυσης, για να χρηματοδοτήσετε τα επόμενα σχέδιά σας;

Ν.Κ.: Σίγουρα δεθήκαμε και ήρθαμε πιο κοντά τόσο σαν μπάντα όσο και σαν παρέα. Όταν βλέπεις τελείως άγνωστο κόσμο να χτυπιέται και να κοπανιέται με τη μουσική σου, καταλαβαίνεις πολλά κυρίως για σένα και το τι κάνεις στην πραγματικότητα. Το tour δεν είχε τη μορφή οικονομικής ενίσχυσης, ωστόσο κάθε tour έχει απώτερο σκοπό την οικονομική ενίσχυση, γιατί στην εποχή του streaming η μόνη σοβαρή πηγή εσόδων για έναν μουσικό είναι το live. Είσαι και ψιλοαναγκασμένος να το κάνεις κάπως, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν κάτι το οποίο δεν το θέλαμε. Γνωρίσαμε και κόσμο, είδε και καινούρια πράγματα το μάτι μας, μπας και ανοίξει καθόλου, γιατί το ‘χουμε και αυτό λίγο ανάγκη.

M.G.: Έχετε παίξει live με καταξιωμένες εγχώριες και ξένες μπάντες (ενδεικτικά: Mary’s Superflower Head, The Bonnie Nettles, Ta Toy Boy, The Black Lips, The Underground Youth). Τι σημαίνει για εσάς η πρόσκληση στο να «ανοίξετε» τη συναυλία ενός τέτοιου συγκροτήματος; Εκτός από συναισθηματική αξία, προσφέρει και στη βελτίωσή σας ως performers το να παρακολουθείτε αυτούς τους καλλιτέχνες επί σκηνή;

Ν.Κ.: Είναι πολύ όμορφο όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει και γνωρίζεσαι με ανθρώπους που έχουν δυο τρεις καινούριες κουβέντες να σου πουν. Ιδιαίτερα όταν παίζεις με μπάντες που γουστάρεις κιόλας, βγαίνεις στη σκηνή με άλλο αέρα. Και μαθαίνεις καινούρια πράγματα και απομυθοποιείς κάποια άλλα εκ των οποίων, κατά τη γνώμη μου, το δεύτερο σε βοηθάει πολύ περισσότερο σε όλη τη φάση.

M.G.: Σε κάποια live σας παρατηρήσαμε ότι υπήρχε μία πλαστική κούκλα από ρουχάδικο με συνθήματα γραμμένα πάνω της. Έχετε κάποια ενδιαφέρουσα ιστορία να μας πείτε για αυτήν και πώς κατέληξε να είναι σκηνικό στα live σας;

Ν.Κ.: Αυτή η κούκλα ήταν ένα πείραμα το οποίο επιχειρήσαμε πριν λίγο καιρό. Ήταν μια απλή κούκλα βιτρίνας στην οποία είχαμε γράψει έτσι καμιά δυο κουβέντες και όταν ήμασταν οι τρεις μας την βάζαμε στη μέση του stage. Η αλήθεια είναι ότι επειδή πέφτει ήδη πολύ κουβάλημα, την αφήσαμε πίσω. Αλλά μπορεί και να επιστρέψει κάποια στιγμή!

M.G.: Κλείνοντας, υπάρχει κάποιος στόχος –ή και ευχή– για το μέλλον των Viceroy που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας;

Ν.Κ.: Αυτή τη στιγμή, ετοιμάζουμε καινούρια μουσική, αρκετά πιο «ωμή» και «κοφτερή» από τον πρώτο δίσκο, την οποία και ανυπομονούμε να κυκλοφορήσουμε για να την ακούσει και κανένα αυτί. Είναι να μπούμε στούντιο το καλοκαίρι και ο δίσκος θα κυκλοφορήσει από τη Fine, που μας βοήθησε και με το tour. Μέχρι τότε, τα λέμε στα live!

Tags