Γιώργος Κοντοπόδης (3)

Γιώργης Κοντοπόδης: Η ενσάρκωση του Γιαννούλη Χαλεπά, η υποψηφιότητα στα βραβεία Κουν και ο νέος πρωταγωνιστικός ρόλος

«Είναι πολλοί οι δαίμονες που κουβαλάει ο καθένας μας», λέει με αφορμή την παράσταση «Ο Μπογιατζής», στην οποία πρωταγωνιστεί. Η σχέση του με το θέατρο, οι ρόλοι που επιλέγει και οι προκλήσεις των θεατρικών σκηνών στην Ελλάδα.

Διαβάστηκε φορες

MixGrill: Πώς ξεκινήσε για εσάς η υποκριτική; Υπήρχε κάπως στη ζωή σας από μικρή ηλικία, πριν αποφασίσετε να ασχοληθείτε μαζί της επαγγελματικά;

Γιώργης Κοντοπόδης: Δεν ξέρω αν η υποκριτική ξεκινάει ή αν υπάρχει σημείο ορατό εκκίνησης… Σίγουρα, αν ρωτήσετε όλους τους ηθοποιούς, θα σας πούνε ότι έχουν κάνει σεντόνια κάπες, ότι έχουν σταθεί μπροστά σε καθρέφτη κάνοντας διάφορες γκριμάτσες στην παιδική τους ηλικία… Νομίζω ότι είναι μία ανάγκη που υπάρχει από μικρή ηλικία και, αν είμαστε ευλογημένοι και τυχεροί, σιγά-σιγά σχηματοποιείται και γίνεται η δουλειά σου.

M.G.: Έχετε παίξει δύσκολους —και κάποιες φορές και «σκοτεινούς»— ρόλους. Τι είναι αυτό που σας τραβάει στη συγκεκριμένη επιλογή;

Γ.Κ.: Συνήθως οι ρόλοι που με ελκύουν θα έλεγα ότι είναι ακραίοι. Θεωρώ ότι όλοι οι ρόλοι είναι δύσκολοι όσο και εύκολοι, καθώς πρέπει να αναπαράγεις συναισθήματα, συνήθειες, σωματικές συμπεριφορές κάποιων ανθρώπων, που είτε είναι γύρω μας, είτε στο μυαλό μας. Οι σκοτεινοί ρόλοι έχουν προκύψει από αυτό το ακραίο που σας ανέφερα και πάντα προσπαθώ να προσεγγίζω τους ρόλους μου με μία αλήθεια που ξεκινάει από μέσα. Θεωρώ ότι δεν θα με εξέφραζε να παίζω χαρακτήρες που συναντάμε στην καθημερινότητά μας, εξ ου και το ακραίοι και —θα συμφωνήσω— ενίοτε «σκοτεινοί».

M.G.: Κάνετε θέατρο χρόνια. Με ποιον από τους ήρωες που έχετε υποδυθεί όλα αυτά τα χρόνια νιώθετε πιο κοντά και για ποιον λόγο;

Γ.Κ.: Αναπόφευκτα θα πρέπει να αναφερθώ στο ελεύθερο ζευγάρι του Ντάριο Φο, που ήτανε μία σημαντική στιγμή, η πρώτη στιγμή, αν θέλετε, που είδα γεμάτο θέατρο, η στιγμή που με οδήγησε σε τηλεοπτικά πλατό και φυσικά στο ρόλο για τη ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά, που έχω αγαπήσει ιδιαίτερα και που ολοκληρώνει φέτος τον κύκλο του μετά από τέσσερα χρόνια. 

Άλλος ένας ρόλος-σταθμός, κατ’ εμέ, που ίσως είναι και ο πιο αγαπημένος μου καθώς πρόκειται για την αφήγηση της ζωής ενός υπαρκτού προσώπου, ένας ρόλος και ένα έργο που είδαν πάρα πολλοί θεατές ανά την Ελλάδα, για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλη περιοδεία, ένας ρόλος που με έθεσε υποψήφιο για ένα βραβείο, ένας ρόλος που ήμουν μόνος μου επί σκηνής… Είναι πάρα πολλές οι παράμετροι.

M.G.: Πείτε μας έναν ήρωα που θα θέλατε να υποδυθείτε στο μέλλον και για ποιον λόγο.

Γ.Κ.: Να μια ερώτηση στην οποία πλέον δεν έχω απάντηση. Παλαιότερα θα μπορούσα να σας πω αρκετούς ρόλους. Τώρα πια αφήνομαι στο να με οδηγήσει η εποχή, οι ανάγκες της πραγματικότητας και το τι θα ήθελε ο κόσμος από το θέατρο κάθε σεζόν, μιας και η καθημερινότητά μας αλλάζει μέρα με τη μέρα.

M.G.: Πώς είστε συνήθως λίγη ώρα πριν ανεβείτε στη σκηνή; Υπάρχει μήπως κάποιο τελετουργικό που ακολουθείτε;

Γ.Κ.: Τελετουργικό συγκεκριμένο όχι. Η αλήθεια είναι ότι προσπαθώ να «ντύνομαι» το ρόλο μου από την ώρα που μπαίνω στο καμαρίνι. Απλώς, επειδή πολλές φορές αυτό με έχει οδηγήσει σε όχι ευχάριστες συμπεριφορές, προσπαθώ να μην ταυτίζομαι, παρά μόνο να αφήνομαι να με οδηγήσει στο ρόλο η μουσική έναρξης, το σκοτάδι και τα πρώτα λόγια του ρόλου.

M.G.: Φέτος ήσασταν υποψήφιος στα Βραβεία Κάρολος Κουν με το ρόλο του Γιαννούλη Χαλεπά. Τι σας έκανε να αναλάβετε το συγκεκριμένο ρόλο;

Γ.Κ.: Μεγάλη χαρά αυτή η υποψηφιότητα, επειδή αφορούσε το συγκεκριμένο έργο, το οποίο λάτρεψα από την πρώτη στιγμή που διάβασα το κείμενο. O Άγγελος Ανδρεόπουλος έγραψε ένα υπέροχο έργο για τη ζωή αυτo;y του ανθρώπου και θεώρησα μεγάλη χαρά και ευτυχία την ευκαιρία που μου δόθηκε να το αφηγηθώ και να το αφηγούμαι ακόμα για όσες παραστάσεις έχουν μείνει. Αλλά είμαι χαρούμενος και για την υπέροχη παράσταση που έστησε ο Αλέξανδρος Λιακόπουλος. Είναι η αλήθεια πως πρόκειται για μια όμορφη στιγμή που κρατάει χρόνια… και είμαι απόλυτα ευγνώμων γι’ αυτό.

M.G.: Στη σκηνή, ήσασταν πάρα πολύ φυσικός στο ρόλο του Χαλεπά. Τι χρειάστηκε να κάνετε για να έρθετε πιο κοντά στον ήρωά σας και να το μεταδώσετε στον κόσμο;

Γ.Κ.: Αυτό που σας ανέφερα πιο πάνω και μόνο. Η λέξη «αλήθεια», προσπαθώ να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, με το ρόλο και, κατ’ επέκταση, με το κοινό κάτι που μάλλον έχει επιτευχθεί στη συγκεκριμένη παράσταση στο 100% αλλά που γίνεται και κάθε φορά προσπάθεια να αναπαραχθεί χωρίς να επαναπαύομαι…

M.G.: Ακούσατε πολλά σχόλια και κριτικές για τον ήρωα αυτό, όπως και για την υποψηφιότητά σας στα βραβεία Κουν. Πώς τα διαχειρίζεστε/αξιοποιείτε αυτά τα σχόλια;

Γ.Κ.: Με ένα πολύ πλατύ χαμόγελο και ένα αίσθημα πληρότητας ,αλλά και ταυτόχρονα με μία όλο και αυξανόμενη αίσθηση ευθύνης για την επόμενη παράσταση.

M.G.: Τώρα παίζετε στην κλασική κωμωδία του Donald Churchill, “The Decorator” (Ο Μπογιατζής) στο θέατρο Αλκμήνη. Πείτε μας δυο λόγια για το ρόλο σας και εδώ.

Γ.Κ.: Πρόκειται για μία υπέροχη βρετανική κωμωδία, με το χαρακτηριστικό βρετανικό χιούμορ της φάρσας, η οποία με κάνει να παίρνω ανάσες και να χαμογελάω, ως αντίποδας του ρόλου του Γιαννούλη Χαλεπά. Ένας γλυκός ατάλαντος ηθοποιός, ο οποίος, επειδή δεν βρίσκει δουλειά, αναλαμβάνει να βάψει κάποια σπίτια και, ερχόμενος στο συγκεκριμένο διαμέρισμα, βρίσκεται ξαφνικά από μπογιατζής να μετατρέπεται σε ερωτικό αντικείμενο του πόθου δύο γυναικών, της ιδιοκτήτριας του σπιτιού και της συζύγου του εραστή της ιδιοκτήτριας, το οποίο προκαλεί απανωτές κωμικές καταστάσεις.

M.G.: Πώς και γιατί επιλέξατε να στραφείτε σε έναν κωμικό ρόλο αυτή τη φορά;

Γ.Κ.: Η κωμωδία είναι ένα είδος που λατρεύω. Το είχα αφήσει τα τελευταία χρόνια, αλλά πάντα επανέρχομαι και θέλω να επανέρχομαι στην κωμωδία, γιατί είναι κάτι στο οποίο και εγώ περνάω καλά αλλά και που έχει ανάγκη το κοινό. Και μην ξεχνάμε ό,τι θέατρο χωρίς κοινό δεν γίνεται.

M.G.: Το έργο αναφέρεται στις σχέσεις των ζευγαριών και στο πώς αυτές «δηλητηριάζονται» από έλλειψη εμπιστοσύνης, απιστία και παιχνίδια εξουσίας. Έχοντας πλέον ως αναφορά και το κείμενο το Churchill, γιατί πιστεύετε ότι οδηγείται ένα ζευγάρι σε αυτό το σημείο και πώς μπορεί να διαχειριστεί τις… φουρτούνες που προκύπτουν;

Γ.Κ.: Εκατομμύρια λόγοι, πιστεύω, από τους οποίους μπορεί να οδηγηθεί ένας άνθρωπος στην απιστία, αν και ως πρωταρχικό εγώ θα έλεγα τη βαθιά ανασφάλεια που έχει ο καθένας και την ανάγκη επιβεβαίωσης. Βλέπετε είναι, πιστεύω, πολλοί οι δαίμονες που κουβαλάει ο καθένας μας… Όσο για τη διαχείριση των φουρτουνών που μπορεί να προκύψουν… πιστέψτε με, ρωτάτε τον πλέον ακατάλληλο άνθρωπο [γέλια].

M.G.: Κλείνοντας, θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας μία ευχή για το μέλλον;

Γ.Κ.: Μια ευχή για το μέλλον… Θα ήθελα η επόμενη θεατρική σεζόν, η σεζόν μετά το Πάσχα, η σεζόν 2026-2027, η καλοκαιρινή σεζόν του 2026, να είναι καλύτερη από τη σεζόν που διανύουμε και που ολοκληρώνεται σε μερικές εβδομάδες, καθώς τα θέατρα φέτος πέρασαν όχι όμορφες στιγμές. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις παραστάσεις που συμμετείχα εγώ αλλά σε ό,τι ακούω από άλλους συναδέλφους για τα έργα στα οποία συμμετέχουν. Φέτος ο κόσμος δεν επέλεξε πολλές θεατρικές παραστάσεις και αυτό είναι κάτι που με προβληματίζει. Αυτό εύχομαι, λοιπόν, να λυθεί στο μέλλον.

Διαβάστε ακόμα