Στην παράσταση παρακολουθούμε την ιστορία ενός σύγχρονου ζευγαριού και της κοινής του πορείας, που ξεκινά από το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου ημιδιαμονής. Εκεί συναντιούνται για πρώτη φορά οι ήρωες που ενσαρκώνουν η Θάλεια Ματίκα και ο Τάσος Ιορδανίδης.
Δεν γνωρίζουμε τίποτα γι’ αυτούς. Απλώς, τους παρακολουθούμε να τσακώνονται. Εκείνος πιο ήρεμος και χαλαρός, σε φάση ζεν, πιο συνεννοήσιμος και συναισθηματικός, να προσπαθεί να την προσεγγίσει και να τη χαλαρώσει. Εκείνη σκληρή, απότομη, μαγκάκι κι ανεξάρτητη, δείχνει να μην διστάζει να το φτάσει στα άκρα. Δύο κόσμοι τόσο διαφορετικοί.
Μα πίσω από όλα αυτά υποβόσκει πάντα, σε όλες τις συναντήσεις που παρακολουθούμε, μια ερωτική ατμόσφαιρα, μια περιρρέουσα συναισθηματική κατάσταση.

Σταδιακά ξετυλίγεται το κουβάρι μέσα από το διάλογο, μέσα από την ανάγκη της Θάλειας Ματίκα να μιλήσει για τα άγχη της στη δουλειά και στη μεταξύ τους σχέση. Φόβοι, απωθημένα, μυστικά, παρεξηγήσεις ξεδιπλώνονται μπροστά στο κοινό και μόνο στο τέλος ξεκαθαρίζουν όλα. Σταδιακά μαθαίνουμε τι έγινε, ποια σχέση έχουν αυτοί οι δύο και ποια η διαδρομή τους, από ποιο σημείο ξεκίνησαν και πού έφτασαν.
Ένα σύγχρονο ζευγάρι με όλα τα προβλήματα της ζωής και της καθημερινότητας. Έγνοιες, δυσκολίες, ανασφάλειες, πόθοι, απωθημένα, σκαμπανεβάσματα, αδιέξοδα, προβλήματα βρίσκονται μπροστά στα μάτια του ανυποψίαστου κοινού. Μια παράσταση γεμάτη από συναισθήματα, που καθώς περνάει η ώρα, το κοινό γελάει όλο και περισσότερο. Δύο άνθρωποι, μια γυναίκα και ένας άνδρας, δύο άνθρωποι αντίθετοι μεταξύ τους, μια πηγαίνουν κόντρα ο ένας με τον άλλον, μια τα βρίσκουν και συμφιλιώνουν. Οι θεατές παρακολουθούν με ενδιαφέρον την εξέλιξη της σχέσης του, αναρωτιούνται και κάποιες στιγμές ίσως και να βλέπουν τους εαυτούς τους και να ακούν από τα στόματα των δύο καλλιτεχνών ατάκες που και οι ίδιοι έχουν πει.
Το λεξιλόγιο κάποιες φορές ξεφεύγει, καθώς η υπόθεση εκτυλίσσεται ανάμεσα σε ένα ζευγάρι που καβγαδίζει έντονα. Όσον αφορά στο κείμενο, φαίνεται πως ο Τάσος Ιορδανίδης μελέτησε και μίλησε πολύ με ζευγάρια. Αυτό το καταλαβαίνει κανείς από τις ατάκες που ακούγονται μεταξύ τους και λύνουν το κοινό στα γέλια, αλλά και από τις μικρές λεπτομέρειες ως προς το κομμάτι της υπόθεσης και του πώς δένουν όλα μεταξύ τους.
Ένα γράμμα στο τέλος δίνει απαντήσεις στα ερωτήματα που προκύπτουν όσο περνάει η ώρα και η υπόθεση εκτυλίσσεται. Ο τρόπος που χειρίζεται το κείμενο και η δραματουργία του οξύνουν την περιέργεια, οι έξυπνοι διάλογοι, σε συνδυασμό με τις αληθοφανείς αντιδράσεις των ηρώων, ξεδιπλώνουν το γέλιο. Το κείμενο και η συνοχή του ρέει αβίαστα χωρίς να υπάρχει η παραμικρή κοιλιά στο έργο.

Η σκηνοθεσία του έργου, που επιμελείται η Θάλεια Ματίκα, δένει απόλυτα με την υπόθεση και βοηθά στην εξέλιξη και όχι μόνο, καθώς προοικονομεί καταστάσεις. Στο τέλος του έργου, αυτό που καταλαβαίνουμε από το κομμάτι της σκηνοθεσίας μέχρι το τραγούδι των Beatles, που παίζει, είναι πως τίποτα δεν είναι τυχαίο. Όλα καλά σχεδιασμένα και μελετημένα, προκειμένου να δώσουν στο κοινό το έναυσμα να σκεφτεί και να αφομοιώσει κάποια μαθήματα που προσδοκά να περάσει η παράσταση. Γιατί στο τέλος, ό,τι κι αν γίνει, το σημαντικό είναι να έχεις δίπλα σου κάποιον και να σου κρατάει το χέρι με το πέρασμα του χρόνου.
Εν κατακλείδι πρόκειται για μια παράσταση που προκαλεί γέλιο μα και κλάμα προς το τέλος. Όταν ο θεατής έχει καταλάβει πώς έφτασαν εδώ και γίνονται εξομολογήσεις εκατέρωθεν, αυτό που μένει είναι μια φράση μόνο: «Θέλω να σου κρατάω το χέρι». Άραγε η αγάπη είναι αρκετή πάντα;
Οι φωτογραφίες ανήκουν στη Ζωή Μολυβδά Φαμέλη.