Είναι μεγάλη υπόθεση το να διατηρείς ζωντανή τη δημιουργική φλόγα μίας μπάντας 25 χρόνια πλέον, ενώ γύρω σου όλα αλλάζουν: τα γούστα του κόσμου, οι τάσεις της μουσικής βιομηχανίας, ακόμα και οι άνθρωποι με τους οποίους μοιραζόσουν για χρόνια μία κοινή καλλιτεχνική πορεία.
Όμως, φαίνεται ότι των Θεσσαλονικιών The Skelters το λέει η (καθαρόαιμη rock n' roll) ψυχούλα τους! Με εφαλτήριο τα «ιερά τέρατα» της κλασικής ξένης ροκ (Beatles, Queen κ.α.), έχουν χτίσει μία ταυτότητα που ισορροπεί ανάμεσα στη μελωδική ποπ ευαισθησία και την κιθαριστική ενέργεια. Όλα αυτά με το δικό τους στυλ, χωρίς να προσκολλώνται σε νοσταλγικά στερεότυπα.
Σχεδόν μια δεκαετία μετά το άλμπουμ “Revive”, οι Skelters επέστρεψαν τον περασμένο Οκτώβριο με το “Con Man’s Chronicles”, έναν φιλόδοξο δίσκο που σηματοδοτεί μια νέα εποχή για το συγκρότημα, τόσο σε επίπεδο σύνθεσης όσο και συνολικής καλλιτεχνικής κατεύθυνσης. Είχε προηγηθεί η αποχώρηση του Σταύρου Αμανατίδη και του Θοδωρή Νικολάου, με το τωρινό lineup της μπάντας να αποτελείται από τους: Άγγελο Χαραβατσίδη (φωνή, κιθάρα, πιάνο), Δανιήλ (Dani) Χαραβατσίδη (ντραμς, φωνητικά, πιάνο) και Κωστή Βογιατζόγλου (κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα, φωνητικά).
Μέσα από αυτές τις αλλαγές στη σύνθεση, μια πιο συλλογική δημιουργική διαδικασία και την επιλογή ενός ενιαίου αφηγηματικού concept, η μπάντα επαναπροσδιορίζει τον εαυτό της, σχολιάζοντας παράλληλα –με δόση σαρκασμού αλλά και προσωπικής εμπειρίας– τις παθογένειες της μουσικής βιομηχανίας.
Στη συζήτηση που ακολουθεί, ο Άγγελος Χαραβιτσίδης, ένα από τα ιδρυτικά μέλη του συγκροτήματος, μιλά για τη διαδρομή μέχρι το νέο άλμπουμ, τη δυναμική της τριάδας που διαμόρφωσε τον ήχο του και τη διαρκή ανάγκη για αυθεντικότητα σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς.
MixGrill: Σχεδόν 10 χρόνια μετά το "Revive", επιστρέφετε με το "Con Man's Chronicles". Πώς κύλησε αυτή η δεκαετία για τους The Skelters; Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη «σπίθα» που πυροδότησε την ανάγκη να μπείτε ξανά στο στούντιο για έναν ολοκληρωμένο δίσκο;
Άγγελος Χαραβιτσίδης: Αυτή η δεκαετία είχε πολλές και σημαντικές αλλαγές για τους The Skelters. Το 2016, μετά από 15 χρόνια κοινής πορείας, αποχώρησε από το συγκρότημα ο Σταύρος Αμανατίδης, ο οποίος βρισκόταν στην κιθάρα και στα φωνητικά, με το "Revive" να αποτελεί ουσιαστικά την τελευταία του συμμετοχή στη δισκογραφία μας.
Τη θέση του ανέλαβε ο Κωστής Βογιατζόγλου, μια επιλογή που μόνο εύκολη δεν ήταν, καθώς ψάχναμε κάποιον που να μπορεί όχι μόνο να ανταποκριθεί τεχνικά ως κιθαρίστας, αλλά να έχει και κοινές μουσικές αναφορές με εμάς, καθώς και να μπορεί να τραγουδά και να συμμετέχει ενεργά στα φωνητικά της μπάντας. Ο Κωστής ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που χρειαζόμασταν.
Συνεχίσαμε δυναμικά με live εμφανίσεις μέχρι το 2020, όταν η πανδημία ανέκοψε αναπόφευκτα τη ροή μας. Για ένα διάστημα αναγκαστήκαμε να περιορίσουμε σημαντικά τις live εμφανίσεις μας, όμως από το 2022 επιστρέψαμε ξανά δυναμικά με πολλές εμφανίσεις και περισσότερη όρεξη από ποτέ.
Το 2023, μετά από περίπου 20 χρόνια συνεργασίας, ολοκληρώθηκε και η πορεία μας με τον Θοδωρή Νικολάου, που έπαιζε μπάσο στο συγκρότημα. Εκεί έπρεπε να παρθεί μια σημαντική απόφαση για το πώς θα συνεχίζαμε και τελικά αποφασίσαμε να αναλάβω εγώ το μπάσο στα live, θεωρώντας πως αυτή ήταν η πιο λειτουργική και ουσιαστική λύση για την επόμενη μέρα της μπάντας.
Η ιδέα για νέο album υπήρχε ήδη από το 2019. Είχαμε σκοπό να δουλέψουμε πάνω σε κάποια δικά μου τραγούδια, ενώ μέσα στην περίοδο της πανδημίας προέκυψαν ακόμη περισσότερες συνθέσεις από εμένα. Παράλληλα, αποφασίσαμε να αξιοποιήσουμε και τραγούδια του Κωστή που είχε γράψει παλαιότερα, με στόχο να ενταχθούν στον δίσκο.
Παρότι είχαν ήδη ξεκινήσει κάποιες πρώτες ηχογραφήσεις και δύο τραγούδια —ένα δικό μου και ένα του Κωστή— βρίσκονταν σχεδόν σε τελική, μιξαρισμένη μορφή, οι αλλαγές στο line-up μάς οδήγησαν στην απόφαση να αφήσουμε πίσω ό,τι είχαμε κάνει μέχρι τότε και να ξεκινήσουμε από το μηδέν.
Θέλαμε να δημιουργήσουμε έναν δίσκο απόλυτα προσαρμοσμένο στη νέα μορφή των The Skelters, έναν δίσκο που να μπορούμε να υποστηρίξουμε 100% και στη σκηνή, με τον ίδιο ακριβώς χαρακτήρα και ενέργεια που έχει στις ηχογραφήσεις. Έτσι, στα τέλη Οκτωβρίου του 2023 ξεκινήσαμε ουσιαστικά από την αρχή τη δημιουργία του "Con Man’s Chronicles".
Η πραγματική «σπίθα» πίσω από αυτόν τον δίσκο ήταν η ανάγκη μας, ως καλλιτέχνες αλλά και ως μπάντα, να επαναπροσδιορίσουμε τον εαυτό μας δημιουργικά. Μετά από όλες τις αλλαγές, τις δυσκολίες και τις μεταβατικές περιόδους που περάσαμε, νιώσαμε πως ήρθε η στιγμή να επιστρέψουμε με κάτι νέο, φρέσκο και ουσιαστικό, έναν δίσκο που όχι μόνο θα σηματοδοτούσε τη νέα εποχή των The Skelters, αλλά θα έδειχνε ξεκάθαρα ότι παραμένουμε δημιουργικοί, ανήσυχοι και πιο έτοιμοι από ποτέ για το επόμενο κεφάλαιο της πορείας μας.
M.G. Στο "Con Man's Chronicles" λειτουργείτε ξεκάθαρα ως τριάδα (Angel, Dani, Kostis). Πώς άλλαξε αυτή η συνθήκη τη χημεία σας και τον τρόπο που συνθέτετε; Ήταν πιο εύκολο να καταλήξετε σε αποφάσεις;
Α.Χ.: Η αλήθεια είναι πως η χημεία μας ως τριάδας λειτούργησε εξαιρετικά και πιστεύω ότι αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στον ίδιο το δίσκο. Από την πρώτη στιγμή υπήρξε μια πολύ αυθόρμητη και δημιουργική ροή μεταξύ μας, που έκανε όλη τη διαδικασία της σύνθεσης να κυλήσει σχεδόν φυσικά.
Στις πρώτες πρόβες μας δουλεύαμε με τον πιο «κλασικό» τρόπο, συνθέταμε πρώτα τη μουσική και στη συνέχεια γράφαμε τους στίχους. Αν και μουσικά τα πράγματα έβγαιναν πολύ εύκολα γιατί συμπληρώναμε ιδανικά ο ένας τον άλλον, διαπιστώσαμε ότι η στιχουργική διαδικασία μάς δυσκόλευε περισσότερο με αυτή τη μέθοδο.
Έπειτα από ένα μικρό διάστημα παύσης του project, το καλοκαίρι το 2024 αποφασίσαμε να συνεχίσουμε και να δοκιμάσουμε την αντίστροφη προσέγγιση, να γράψουμε πρώτα τους στίχους και στη συνέχεια να συνθέσουμε τη μουσική πάνω σε αυτούς. Αυτό αποδείχθηκε εξαιρετικά αποτελεσματικό για εμάς και έδωσε ακόμη μεγαλύτερη συνοχή στον δίσκο.
Έτσι, τραγούδια όπως τα “Falling Thunder”, “That’s Right”, “Lonely Rider”, “Pro Soul”, “Time To Trap” και “Awesome” ξεκίνησαν πρώτα μουσικά και στη συνέχεια «ντύθηκαν» με στίχους, ενώ κομμάτια όπως τα “Down To Earth”, “Begging For Reprise”, “Legacy” και “A Never Ending Story” δημιουργήθηκαν με την αντίστροφη διαδικασία και μάλιστα πολύ πιο αβίαστα, αφού η μουσική γράφτηκε πάνω στο ήδη υπάρχον lyrical concept.
Η διαδικασία λήψης αποφάσεων ήταν ίσως πιο εύκολη από ποτέ. Δουλεύαμε όλοι μαζί πάνω σε κάθε κομμάτι, το παίζαμε στην πρόβα, το ηχογραφούσαμε εκείνη τη στιγμή, το ακούγαμε επιτόπου και στη συνέχεια αποφασίζαμε από κοινού ποια σημεία λειτουργούσαν καλύτερα και ποια χρειάζονταν αλλαγές. Ήταν μια απόλυτα συλλογική, άμεση και ουσιαστική διαδικασία.
Αφού καταλήγαμε στην τελική μορφή κάθε τραγουδιού, ξεκινούσε η ηχογράφηση στα home studios του καθενός μας, έχοντας πάντα ως βασικό σημείο αναφοράς το take της πρόβας, γιατί συνήθως εκεί βρισκόταν η πιο αυθεντική και δυνατή εκδοχή του κάθε κομματιού.
Συνολικά, το να λειτουργούμε ως τριάδα μάς έδωσε μεγαλύτερη αμεσότητα, καλύτερη επικοινωνία και έναν πολύ πιο οργανικό τρόπο δημιουργίας. Ήταν μια διαδικασία που όχι μόνο έκανε πιο εύκολες τις αποφάσεις, αλλά μας έφερε και ακόμη πιο κοντά μουσικά ως μπάντα.
M.G.: Είναι ένα αυθεντικό concept album, πράγμα σπάνιο στις μέρες του Spotify και των fast-forward singles. Πώς γεννήθηκε η ιδέα του "Con Man"; Αποφασίσατε από την αρχή ότι θα γράψετε μια ενιαία ιστορία ή τα κομμάτια σας οδήγησαν εκεί;
Α.Χ.: Η αλήθεια είναι πως στην αρχή δεν είχαμε κάποιο συγκεκριμένο concept στο μυαλό μας. Ξεκινήσαμε να γράφουμε τα πρώτα τραγούδια εντελώς οργανικά, χωρίς να έχουμε αποφασίσει ότι θα κινηθούμε θεματικά ή αφηγηματικά. Είχαμε ήδη ολοκληρώσει τα “Falling Thunder”, “That’s Right”, “Lonely Rider” και μόλις τελειώσαμε το “Pro Soul”, ο Dani σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή ότι όλο αυτό θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα concept album και μας το πρότεινε.
Αμέσως καταλάβαμε ότι υπήρχε χώρος για κάτι μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο από μια απλή συλλογή τραγουδιών. Η ιδέα μάς ενθουσίασε όλους και αποφασίσαμε να τη στηρίξουμε. Από εκείνο το σημείο και μετά, γνωρίζαμε πλέον ακριβώς προς τα πού θέλαμε να κινηθούμε, οπότε τα υπόλοιπα τραγούδια γράφτηκαν με ξεκάθαρο άξονα την ιστορία και τη φιλοσοφία του “Con Man”.
Για να είμαι ειλικρινής, στην αρχή εγώ σκεφτόμουν περισσότερο με βάση το πώς κινείται σήμερα η μουσική βιομηχανία, δηλαδή τα singles, τα μικρά σε χρόνο τραγούδια και την λογική του “γρήγορου consumption”. Όμως, ο Κωστής και ο Δανιήλ πίστευαν πολύ στην ιδέα του concept album και ήθελαν να το πάμε προς τα εκεί. Και επειδή στη μπάντα λειτουργούμε δημοκρατικά… είπα το «ναι» [γέλια].
Τελικά, θεωρώ πως ήταν μία από τις καλύτερες αποφάσεις που πήραμε δημιουργικά. Το "Con Man’s Chronicles" μάς έδωσε τη δυνατότητα να ξεφύγουμε από τη λογική του μεμονωμένου τραγουδιού και να δημιουργήσουμε ένα έργο με συνοχή, αφήγηση και κινηματογραφική ροή, κάτι που προσωπικά πιστεύω ότι λείπει από τη σύγχρονη μουσική πραγματικότητα.
Σε μια εποχή όπου όλα κινούνται γρήγορα και η προσοχή του ακροατή διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα, εμείς θελήσαμε να κάνουμε το αντίθετο: να προσκαλέσουμε τον κόσμο να ακούσει έναν δίσκο από την αρχή μέχρι το τέλος και να βιώσει μια ολοκληρωμένη μουσική ιστορία.
M.G.: Έχετε αναφέρει ότι ο "Con Man" σατιρίζει πρόσωπα και καταστάσεις που έχετε βιώσει στα 25+ χρόνια της πορείας σας, κυρίως με ιδιοκτήτες live χώρων. Πόσο τοξική μπορεί να γίνει τελικά η μουσική «βιομηχανία» (ακόμα και σε underground επίπεδο) για έναν καλλιτέχνη που απλώς θέλει να μοιραστεί την τέχνη του;
Α.Χ.: Το να δημιουργείς μουσική είναι από μόνο του μια όμορφη και δημιουργική διαδικασία. Η πραγματική δυσκολία ξεκινά όταν προσπαθείς να τη φέρεις στον κόσμο, να την προωθήσεις και να βρεις το κοινό που θα τη στηρίξει, ειδικά σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, και ακόμη περισσότερο όταν επιλέγεις να γράφεις και να τραγουδάς στα αγγλικά, κάτι που παραδοσιακά απευθύνεται σε πιο περιορισμένο κοινό.
Μέσα σε αυτά τα 25+ χρόνια έχουμε δει πολλές πλευρές του χώρου, και τις όμορφες και τις σκοτεινές. Όπως σε κάθε ανταγωνιστικό περιβάλλον, υπάρχουν συχνά συμπεριφορές από ανθρώπους του χώρου που δεν χαρακτηρίζονται απαραίτητα από συναδελφικότητα ή σεβασμό. Αυτό, λίγο-πολύ, είναι αναμενόμενο.
Εκεί, όμως, που αρχίζει η πραγματική απογοήτευση είναι όταν ο καλλιτέχνης δεν αντιμετωπίζεται με βάση την αξία, το ταλέντο, την ποιότητα ή το όραμά του, αλλά αποκλειστικά με βάση το πόσο «χρήσιμος» θεωρείται για έναν χώρο. Όταν το βασικό κριτήριο δεν είναι η μουσική, αλλά το πόσους φίλους μπορείς να φέρεις στον χώρο, εαν έχεις γυναικεία παρουσία στο group, πόσο «εύκολα προωθήσιμο» είναι το σχήμα σου ή αν ανταποκρίνεται περισσότερο στα κριτήρια που κάποιοι χώροι θεωρούν εμπορικά ασφαλή, τότε η τέχνη περνάει σε δεύτερη μοίρα.
Όλες αυτές οι εμπειρίες, μαζί με πολλές ακόμη μικρές ή μεγάλες απογοητεύσεις που συναντά ένας μουσικός στην πορεία του, αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία του χαρακτήρα του “Con Man”. Παρότι ξεκίνησε ως σατιρική αναφορά σε συγκεκριμένες συμπεριφορές που έχουμε βιώσει, στην πραγματικότητα ο “Con Man” εξελίχθηκε σε κάτι πολύ πιο συμβολικό: έναν χαρακτήρα που αντιπροσωπεύει κάθε μορφή χειραγώγησης, ματαιοδοξίας, εκμετάλλευσης ή ψευδαίσθησης που μπορεί να συναντήσει κανείς, όχι μόνο στη μουσική βιομηχανία, αλλά και στη ζωή γενικότερα.
Γι’ αυτό και τελικά το album δεν μιλά μόνο για τη δική μας εμπειρία ως μπάντα. Μιλά για κάτι πολύ πιο καθολικό.
M.G.: Ο Κωστής (Βογιατζόγλου) ανέλαβε την ηχογράφηση, τη μίξη και το mastering. Πόσο σημαντική είναι για εσάς αυτή η DIY αυτονομία όσον αφορά τον απόλυτο έλεγχο του ήχου σας;
Α.Χ.: Για εμάς αυτή η αυτονομία ήταν εξαιρετικά σημαντική, γιατί μας έδωσε απόλυτο δημιουργικό έλεγχο σε κάθε στάδιο της παραγωγής. Ο καθένας μας ηχογράφησε τα δικά του μέρη στον προσωπικό του χώρο. Εγώ ηχογράφησα μπάσο, lead vocals, backing vocals και φωνητικά στο δικό μου studio, ο Dani τα drums στο δικό του studio, (που ουσιαστικά βρίσκεται στον ίδιο χώρο, στο υπόγειο/garage του σπιτιού μας, το οποίο έχουμε διαμορφώσει ως studio και ηχογρφεί ο καθένας μας απλά σε αλλη κάρτα ήχου), ενώ ο Κωστής ηχογράφησε τις κιθάρες, φωνή, τα πλήκτρα και τα δικά του μέρη στο δικό του studio.
Το γεγονός ότι δουλεύαμε έτσι μάς έδωσε την ελευθερία να ηχογραφούμε όποτε θέλαμε, με το δικό μας ρυθμό, χωρίς το άγχος του studio clock και χωρίς χρονικούς περιορισμούς. Αυτό από μόνο του επηρέασε θετικά την απόδοση και την ποιότητα του τελικού αποτελέσματος.
Όσον αφορά τη μίξη, ο Κωστής έκανε εξαιρετική δουλειά. Έχει μεγάλη εμπειρία πάνω στον τομέα της ηχοληψίας και της παραγωγής, καθώς ασχολούνταν επαγγελματικά με αυτό για πολλά χρόνια, οπότε υπήρχε απόλυτη εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του.
Ίσως το σημαντικότερο για εμένα προσωπικά είναι ότι αυτή ήταν από τις λίγες φορές που ολοκληρώσαμε τη διαδικασία της μίξης τόσο γρήγορα και τόσο ομαλά. Στις προηγούμενες δουλειές, συχνά υπήρχαν περιπτώσεις όπου έπρεπε να εξηγώ ξανά και ξανά στους ηχολήπτες πώς φανταζόμασταν τον ήχο, να ζητάω διαφορετικά εφέ στη φωνή ή αλλαγές στη γενικότερη αισθητική και κατεύθυνση της παραγωγής. Εδώ δεν χρειάστηκε σχεδόν τίποτα από αυτά, γιατί όλα αποδόθηκαν ακριβώς όπως τα είχαμε στο μυαλό μας από την αρχή.
Γι’ αυτό και το DIY στοιχείο σε αυτή την παραγωγή δεν ήταν απλώς μια πρακτική επιλογή, ήταν βασικό μέρος της καλλιτεχνικής μας ταυτότητας για τον συγκεκριμένο δίσκο.
M.G.: Ακούγοντας κομμάτια όπως το "That's Right" ή το "Awesome", νιώθει κανείς την classic rock/pop-rock στόφα (Beatles, Queen, U2), αλλά με ένα πολύ φρέσκο, σημερινό «γυάλισμα». Ποιο είναι το μυστικό για να ακούγεσαι πιστός στις ρίζες σου χωρίς να γίνεσαι ρετρό-καρικατούρα;
Α.Χ.: Πολύ εύστοχη ερώτηση! Νομίζω πως το βασικό μυστικό είναι να εμπνέεσαι από τις επιρροές σου χωρίς να τις αντιγράφεις. Για εμάς, οι Beatles αποτελούν διαχρονικά τη μεγαλύτερη επιρροή μας, όχι μόνο στο συγκεκριμένο δίσκο αλλά γενικότερα σε όλη την πορεία των The Skelters. Όμως, άλλο πράγμα η επιρροή και άλλο η μίμηση.
Προσπαθούμε πάντα να αποφεύγουμε τη λογική του “copy-paste”, δηλαδή να παίρνεις αυτούσιες μουσικές φράσεις, δομές ή αισθητικές και απλώς να τις αναπαράγεις. Αντίθετα, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να απορροφούμε το πνεύμα, τη φιλοσοφία και τη συνθετική λογική αυτών των καλλιτεχνών και να τα φιλτράρουμε μέσα από τη δική μας προσωπικότητα.
Σίγουρα υπάρχουν σημεία στα τραγούδια μας όπου οι επιρροές είναι παρούσες, αλλά προσπαθούμε να είναι οργανικά ενσωματωμένες μέσα στο δικό μας ήχο και όχι τόσο εμφανείς, ώστε να μπορεί κάποιος να πει εύκολα «αυτό είναι σαν το τάδε κομμάτι». Αν κάποιος το αντιληφθεί ως επιρροή και όχι ως αναπαραγωγή, τότε σημαίνει πως έχουμε πετύχει τον στόχο μας.
Πιστεύω πως αυτό είναι τελικά το κλειδί, να τιμάς τις ρίζες σου, χωρίς να εγκλωβίζεσαι σε αυτές. Να παίρνεις στοιχεία από το παρελθόν, αλλά να τα χρησιμοποιείς για να δημιουργήσεις κάτι που ακούγεται ζωντανό, σύγχρονο και αυθεντικά δικό σου.
M.G.: Το άλμπουμ κλείνει με το "A Never Ending Story". Είναι τελικά ο αγώνας του καλλιτέχνη για αυθεντικότητα και επιβίωση κόντρα στους κάθε λογής "Con Men" μια ιστορία που δεν τελειώνει ποτέ;
Α.Χ.: Νομίζω πως δεν αφορά μόνο τον καλλιτέχνη, αλλά τον άνθρωπο γενικότερα. Ο αγώνας απέναντι σε κάθε μορφή χειραγώγησης, εκμετάλλευσης, ματαιοδοξίας ή ψευδαίσθησης είναι κάτι που συναντάμε όλοι σε διαφορετικές μορφές, σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας.
Ο “Con Man”, παρότι γεννήθηκε μέσα από εμπειρίες μας στον χώρο της μουσικής, στην πορεία εξελίχθηκε σε έναν πολύ πιο συμβολικό χαρακτήρα. Αντιπροσωπεύει οποιονδήποτε ή οτιδήποτε προσπαθεί να σε αποπροσανατολίσει, να σε εκμεταλλευτεί ή να σε απομακρύνει από αυτό που πραγματικά είσαι.
Με αυτή την έννοια, ναι, είναι μια ιστορία που πιθανότατα δεν τελειώνει ποτέ. Γιατί όσο ο άνθρωπος παλεύει να παραμείνει αυθεντικός, να προστατεύσει την ταυτότητά του και να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, πάντα θα υπάρχουν εμπόδια, πειρασμοί και άνθρωποι που θα προσπαθούν να τον εκμεταλλευτούν ή να τον αλλάξουν.
Γι’ αυτό και το “A Never Ending Story” λειτουργεί σαν ιδανικό κλείσιμο του δίσκου: γιατί υπενθυμίζει πως αυτή η μάχη δεν αφορά μόνο τη μουσική βιομηχανία ή τον καλλιτέχνη, αφορά όλους μας.
M.G.: Αν μπορούσατε να «αλλάξετε τον κόσμο με τη μουσική σας», όπως ονειρευόσασταν όταν πρωτοφτιάξατε την μπάντα, τι θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα διορθώνατε;
Α.Χ.: Αν μπορούσαμε να αλλάξουμε κάτι μέσα από τη μουσική μας, θα θέλαμε ο κόσμος να επανασυνδεθεί περισσότερο με την ουσία της μουσικής να ακούει τη μουσική πιο ουσιαστικά και να συνδέεται πραγματικά μαζί της.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η υπερπληροφόρηση και η ασταμάτητη προώθηση κάνουν πολλές φορές το κοινό να βομβαρδίζεται από μουσική που μπορεί να είναι άμεσα καταναλώσιμη, αλλά δεν αφήνει πάντα πραγματικό συναίσθημα ή διάρκεια στον χρόνο. Θα θέλαμε ο κόσμος να αναζητά περισσότερο τη μουσική που τον αγγίζει βαθιά, που του δημιουργεί εικόνες, συναισθήματα και του μένει μέσα του.
Για εμάς, η μουσική πρέπει να γεμίζει τον άνθρωπο, να του προσφέρει χαρά, συγκίνηση, έμπνευση, να λειτουργεί σαν εμπειρία και όχι απλώς σαν background noise.
Αυτός είναι και ο λόγος που προσπαθούμε να γράφουμε μουσική με αγνότητα και ειλικρίνεια, όπως μεγάλωσαν κάνοντάς μας να νιώθουμε οι καλλιτέχνες που αγαπήσαμε. Όταν ακούγαμε μικροί τραγούδια των Beatles, νιώθαμε ότι κάθε κομμάτι άνοιγε έναν ολόκληρο νέο κόσμο μπροστά μας. Αν έστω και ένας άνθρωπος νιώσει κάτι αντίστοιχο ακούγοντας τη δική μας μουσική, τότε έχουμε πετύχει το σκοπό μας.
M.G.: Η μουσική των Skelters ήταν πάντα φτιαγμένη για να ιδρώνει στο σανίδι. Υπάρχουν κλεισμένες ημερομηνίες για live ώστε να παρουσιάσετε το Con Man's Chronicles ολόκληρο; Θα σας δούμε και στην Αθήνα;
Α.Χ.: Έχουμε ήδη κάποιες εμφανίσεις κλεισμένες και φυσικά στόχος μας είναι να παρουσιάσουμε το Con Man’s Chronicles όσο το δυνατόν περισσότερο ζωντανά, γιατί πιστεύουμε πως αυτός ο δίσκος αποκτά άλλη διάσταση όταν παίζεται live!
Η επόμενη μας εμφάνιση είναι την Παρασκευή 17 Απριλίου, όπου εγώ και ο Κωστής θα παίξουμε σε έναν νέο χώρο στη Θεσσαλονίκη, το Major Tom. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν ήδη αρκετές ημερομηνίες κλεισμένες για το καλοκαίρι, κυρίως στη Χαλκιδική, ενώ αναμένονται και ανακοινώσεις το επόμενο διάστημα.
Όσο για την Αθήνα, είναι σίγουρα μέσα στα πλάνα μας και ελπίζουμε πολύ σύντομα να μπορέσουμε να κανονίσουμε εμφάνιση και εκεί.
Ο κόσμος μπορεί να ενημερώνεται για όλες τις επόμενες εμφανίσεις μας μέσα από το επίσημο site μας, www.theskelters.com καθώς και από τις σελίδες μας σε Instagram και Facebook.