Στις 29 Νοεμβρίου, ζήσαμε το live των σπουδαίων New Model Army —μιας μπάντας που προσωπικά θεωρώ από τις πιο «αναγκαίες» στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, αφού λένε τα πράγματα όπως πραγματικά έχουν, χωρίς φτιασιδώματα— στον ιστορικό χώρο του Principal Club Theater (πρώην Αποθήκης) στο συγκρότημα του Μύλου, στη Θεσσαλονίκη. Ένα live που αποτέλεσε και το τελευταίο live ξένου συγκροτήματος στο Principal και εν γένει στο Μύλο, μιας και το ακίνητο έχει πλέον πωληθεί σε εταιρεία, ώστε να μετατραπεί σε χώρο γραφείων.
«Πρόοδος...», λοιπόν, όπως πολύ σαρκαστικά είπε και ο Justin Sullivan, τραγουδιστής των New Model Army, εκείνο το βράδυ…
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά.
Όσον αφορά την εμφάνιση των New Model Army, ενός συγκροτήματος ιδιαίτερα αγαπητού στη Θεσσαλονίκη και γενικότερα στη χώρα μας, δεν νομίζω ότι κανείς από το αρκετά μεγάλο κοινό τους που παρευρέθηκε σε αυτό το, τρόπον τινά, «αποχαιρετιστήριο» live του Principal έμεινε παραπονεμένος —τόσο οι νεότεροι οπαδοί τους όσο και, ακόμη περισσότερο, οι πιο πιστοί και αφοσιωμένοι παλιότεροι. Κάτω και από το συγκινησιακό βάρος που δημιουργήθηκε και στο ίδιο το συγκρότημα, αφού ήταν πολύ καλά πληροφορημένοι για το μέλλον του χώρου, τίμησαν και με το παραπάνω το κλασικό, παλιό τους ρεπερτόριο.
Προσωπικά, ξεπέρασαν αυτό που περίμενα να ακούσω, γιατί πέρα από τα προφανή νεότερα τραγούδια τους, πήγαν πίσω στον χρόνο με τα ανεπανάληπτα "The Hunt", "Christian Militia", "No Rest", "Vagabonds", "51st State", "Here Comes the War", "I Love The World" κ.ά.
Στιβαρή εμφάνιση, όπως πάντα, με τη φιγούρα του Justin Sullivan —ο οποίος είναι και το μόνο ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος— να συγκεντρώνει επάνω του τα περισσότερα βλέμματα. Όπως αποδείχθηκε, μέσα στο κοινό υπήρχαν και αρκετοί Βρετανοί φίλοι τους, που έκαναν αισθητή την παρουσία τους.

Είναι γνωστό μέσα στα χρόνια ότι οι N.M.A. έχουν μια μεγάλη ομάδα σκληροπυρηνικών οπαδών, πολλοί από τους οποίους τους ακολουθούν πιστά σε όποια χώρα κι αν εμφανίζονται.
Βέβαια, δεν παρέλειψαν και τις πιο πρόσφατες δημιουργίες τους, με τραγούδια όπως τα "First Summer After", "Echo November", "Winter" κ.ά.
Να μην ξεχάσουμε ότι και οι ίδιοι συμφώνησαν, για να τιμήσουν και αυτοί με τη σειρά τους τον αποχαιρετισμό στο Principal, με ένα εισιτήριο να εισέρχονται στο live δύο άτομα.
Και φυσικά, αξίζει να αναφέρουμε και την παρουσία των Θεσσαλονικιών ΜΑΟΥΝΑ ως support act, ενός σχήματος που αποτελείται απο παλιές καραβάνες της τοπικής σκηνης και που πρόσφατα κυκλοφόρησε το δισκογραφικό του ντεμπούτο.
Σε μία αποστροφή του λόγου του, ο Justin, κάνοντας αναφορά στο λυπηρό γεγονός ότι ο εν λόγω συναυλιακός χώρος σε λίγο καιρό θα αποτελεί παρελθόν, είπε —προφανώς σαρκαστικά— ότι όλα αυτά αποτελούν «πρόοδο», και δικαίως επιδοκιμάστηκε από το κοινό.
Οπότε, με την… πρόοδο, όπως βέβαια αυτή ισχύει στους «υπέροχους» καιρούς που όλοι έχουμε τη χαρά ή την κατάρα —αναλόγως πώς τη βιώνει ο καθένας— να ζούμε, κάπου εδώ θα επιχειρήσουμε να ρίξουμε μια ματιά στο τι συμβαίνει τελικά με τον πολιτισμό στην πόλη μας.
Σαφώς και δεν είμαστε οι καταλληλότεροι ή οι πιο καταρτισμένοι επί του θέματος, οπότε θα αρκεστούμε στην προσωπική μας άποψη, αν και έχoυμε την αίσθηση ότι θα ταυτιστούμε με πολλούς από εσάς.

Προφανώς, σε μια καπιταλιστική κοινωνία, το πιο πιθανό είναι ότι, αργά ή γρήγορα, θα υπάρξει ενδιαφέρον αγοράς για κάτι που πωλείται —ειδικά αν μιλάμε για ένα πραγματικό φιλέτο, όπως είναι ο πολυχώρος του Μύλου. Κατά συνέπεια, το ότι βρέθηκε μια εταιρεία να τον αγοράσει δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη, ασχέτως της άποψης που έχουμε πολλοί από εμάς για τον τρόπο που λειτουργούν οι μεγάλες εταιρείες.
Οπότε, μιας και μιλάμε για ανθρώπους των οποίων το απόλυτο ενδιαφέρον είναι να επιτύχουν το μέγιστο επιχειρηματικό κέρδος, τους είναι παντελώς αδιάφορο το τι ρόλο έπαιξε στον πολιτισμό της πόλης ο εν λόγω χώρος, ούτε τι θα προκληθεί σε ανθρώπους που εξακολουθούσαν να δουλεύουν εκεί και τώρα έχουν να αντιμετωπίσουν νέες προκλήσεις και οικονομική αιμορραγία· ούτε το αν οι V.I.C. χάσουν το στούντιό τους, ούτε αν στερηθούμε όλοι τις εκδηλώσεις εκεί.

Έχουμε την αίσθηση ότι ανάλογοι χώροι, που άφησαν έντονο αποτύπωμα στην πολιτιστική ζωή της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της χώρας —και όχι μόνο— και αποτέλεσαν ένα από τα πιο ιδιαίτερα project που γνώρισε ποτέ όχι μόνο η πόλη αλλά γενικότερα η Ελλάδα, θα έπρεπε να τυγχάνουν προστασίας από το ίδιο το κράτος. Αν, βέβαια, είχε ποτέ αυτή η χώρα ανθρώπους άξιους να διαχειριστούν τον πολιτισμό όπως του αξίζει, και όχι να τον αφήνουν στα χέρια ιδιωτών και τελικά να ξεπουλιέται σε όποια εταιρεία τύχει, αποκτώντας έτσι μια εντελώς άλλη κατεύθυνση.
Δεν θα εξαιρέσουμε ούτε τους τοπικούς «άρχοντες» της πόλης, από τα χείλη των οποίων δεν ακούσαμε τίποτα για την κατάληξη του Μύλου —προφανώς επειδή είναι απόλυτα ικανοποιημένοι από τα επίπεδα πολιτισμού στην πόλη. Και, άλλωστε, είπαμε: καπιταλισμός. Αφού πωλείται, βρέθηκε αγοραστής. Τι θέλετε να γίνει δηλαδή;
Εμείς, οι λίγο μεγαλύτεροι ηλικιακά, που ζήσαμε τον πολυχώρο του Μύλου από το ξεκίνημά του μέχρι και τώρα, στις χαλεπές εποχές του, νιώθουμε ότι μας αφαίρεσαν ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής μας —και δεν αναφερόμαστε μόνο στα συναυλιακά, αλλά και σε έντονες προσωπικές στιγμές του καθενός μας.
Ακόμη και γαμήλιο γλέντι έχει συμβεί εκεί. Έχουμε χαρεί, έχουμε στεναχωρηθεί στους χώρους αυτούς, και υπάρχει ένα τεράστιο συναισθηματικό φορτίο που τώρα μοιάζει σαν κάποιος να μας το στερεί χωρίς τη θέλησή μας.

Οι μνήμες, βέβαια, θα μας συντροφεύουν για πάντα: από τις συναυλίες, το καφέ και το εστιατόριο, το Ξυλουργείο, το ραδιόφωνο του 88 Μισό, τον ανοιχτό συναυλιακό χώρο μπροστά στο βαγόνι, και όλους τους άλλους χώρους που μας κράτησαν συντροφιά μέσα στα χρόνια και δημιούργησαν αναμνήσεις ανεξίτηλες. Νομίζω ότι σίγουρα αξίζει να μνημονεύουμε τους ανθρώπους που πρωτοστάτησαν στη δημιουργία αυτής της κοιτίδας πολιτισμού, που —όπως και να το κάνουμε— δεν περισσεύει στη Θεσσαλονίκη.
Σίγουρα τους ενδιέφερε και το επιχειρηματικό κέρδος, αλλά μην μου πείτε ότι αυτός ήταν και ο μοναδικός τους αυτοσκοπός ή ότι δεν υπήρχε αγάπη για να παραχθούν πραγματικά πολιτιστικά δρώμενα σε μια πόλη που διψούσε για κάτι τέτοιο. Δημιούργησαν, άλλωστε, κάτι πρωτοποριακό, και στη Θεσσαλονίκη λίγο-πολύ όλοι γνωριζόμαστε.
Όπως και να έχει, τώρα πια είναι αργά για δάκρυα. Νομίζω ότι θα πρέπει να σκεφτούμε και κατά πόσο όλοι μας βάλαμε το λιθαράκι μας για να φτάσει εδώ η κατάσταση και πόσο στηρίξαμε αυτό το οικοδόμημα, κυρίως στα πιο δύσκολα χρόνια του. Κανείς μας δεν μπορεί να είναι άμοιρος ευθυνών —σαφώς, βέβαια, με ό,τι αντιστοιχεί στον καθένα.

Το σίγουρο είναι, πάντως, ότι αφήνοντας στην άκρη τους μελοδραματισμούς, τα συναισθηματικά και τις αναμνήσεις, οριστικά και αμετάκλητα —όποιοι κι αν είναι τελικά οι λόγοι—, άλλος ένας χώρος πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη θα αποτελέσαι σύντομα παρελθόν, όσο κι αν μας πονάει αυτό.
Και είστε πολύ οικτρά γελασμένοι αν νομίζετε ότι αυτή η αιμορραγία θα τελειώσει εδώ.
Σε μεγάλο κίνδυνο βρίσκονται και πολλοί άλλοι αγαπημένοι χώροι, που είναι κάτι περισσότερο από δεύτερο σπίτι μας, και απειλούνται με άμεσο κλείσιμο τα επόμενα δύο-τρία χρόνια από την άλλη μεγάλη μάστιγα: τα Airbnb. Μπροστά στο κέρδος, οι ιδιοκτήτες προσανατολίζονται να πετάξουν έξω τα παιδιά που νοικιάζουν τα συγκεκριμένα μαγαζιά —και δεν φαντάζομαι να νομίζετε ότι όσοι λειτουργούν τέτοιους χώρους είναι και ιδιοκτήτες τους.
Αν τους ρωτήσετε, θα σας κατατοπίσουν για τα δυστοπικά χρόνια που, κατά τα φαινόμενα, θα ζήσουμε αναπόφευκτα, αν και εφόσον σταθούμε όλοι εμείς απαθείς και αδιάφοροι.

Όλοι ξέρουμε ότι έχουν κλείσει ήδη ουκ ολίγα μαγαζιά, και τα περισσότερα από όσα παραμένουν ανοιχτά δέχονται έναν ανελέητο πόλεμο —τόσο από τους ιδιοκτήτες Airbnb όσο και από τις Αρχές— σε μια… αγαστή συνεργασία.
Πρέπει να κατανοήσουμε ότι τα χειρότερα είναι μπροστά μας και, αν καθίσουμε με σταυρωμένα τα χέρια, μετά θα είναι πολύ αργά για οτιδήποτε.
Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι πραγματικά πώς αντέχει ακόμη το Φεστιβάλ Κινηματογράφου και δεν έχει αποτελέσει κι αυτό παρελθόν.

Ελπίζω κάποια στιγμή και οι δημοτικές αρχές να σκύψουν σοβαρά πάνω από αυτό το πρόβλημα, μήπως και σωθεί ό,τι μπορεί να σωθεί εδώ που έφτασαν τα πράγματα —αν και, για να πω την αλήθεια, δεν είμαι και πολύ αισιόδοξος για μια τέτοια προοπτική.
Εδώ που βρίσκονται τα πράγματα, κανείς δεν μπορεί να δικαιολογηθεί λέγοντας «δεν ήξερα», αν πράγματι μας ενδιαφέρει να μην έχουμε πολύ σύντομα κι άλλα μνημόσυνα τύπου Μύλου.
Εκτός, βέβαια, αν είστε κι εσείς φίλοι της… προόδου.

Καλή νύχτα και καλή τύχη. Μα πάνω απ’ όλα, καλό κουράγιο και στήριξη στα παιδιά που, αποφασισμένα όπως μάθαμε, θα συνεχίσουν να δημιουργούν με μεγάλο κόστος για τους ίδιους, μεταφέροντας τόσο το Principal όσο και το Club του Μύλου σε νέο μετερίζι σε άλλο σημείο της Θεσσαλονίκης.
Η φωτογραφία εξωφύλλου ανήκει στον Κωστή Κοτσώνη και οι φωτογραφίες στο εσωτερικό του άρθρου στον Άκη Καλλόπουλο.