Δεύτερο απόγευμα στο PhillGood Festival, με ακόμα περισσότερη ζέστη και ακόμα περισσότερο –και εμφανώς νεότερο κόσμο– σε σχέση με χθες.
Πλέον έχουμε μάθει τα κατατόπια και έτσι κατευθυνόμαστε ήδη από νωρίς στο main stage, για να απολαύσουμε τις ταλαντούχες Los Bitchos, που συνδυάζουν cumbia και ανατολίτικες μελωδίες με ψυχεδελικό rock σε άκρως ξεσηκωτικά instrumental σύνολα.

Serra Petale (κιθάρα), Josefine Jonsson (μπάσο), Nic Crawshaw (ντραμς) μας ταρακούνησαν με εθιστικά riffs για κάπου λιγότερο από μία ώρα, με κομμάτια όπως το “Pista (Fresh Start)” και το “La Bomba”. Μία πολύ, πολύ καλή εμφάνιση που θα «έγραφε» καλά και κάτω από τον καυτό αθηναϊκό ήλιο. Τις περιμένουμε ξανά στην Ελλάδα σύντομα.
Και από το ηλιόλουστο νοτιοαμερικάνικο σύμπαν των Los Bitchos οδηγηθήκαμε νοερά στη «βαριά» και ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα των Sleaford Mods. Το post-punk ντουέτο από το Νότιγχαμ, που κυκλοφόρησε φέτος τον πολύ καλό δίσκο “The Demise Of Planet X”, κατάφερε να τραβήξει όλα τα βλέμματα πάνω του από το πρώτο τραγούδι, το “The Good Life”. Βασικά, τα βλέμματα τράβηξε ο τραγουδιστής Jason Williamson, που σήκωσε όλο το βάρος της σκηνικής παρουσίας, με τον… έτερο Καππαδόκη, Andrew Fearn, να αναλαμβάνει το μουσικό σκέλος, που ήταν όλο προ-ηχογραφημένο, στο λάπτοπ του.

Αυτό που ακολούθησε την επόμενη μία ώρα ήταν μία άκρως καταιγιστική εμφάνιση, με έναν Jason να «φτύνει» –κυριολεκτικά και μεταφορικά– ρίμες με ρυθμό πολυβόλου και απίστευτη υπερένταση. Η βαριά βρετανική προφορά, οι προλεταριακές του καταβολές, η εμπειρία του στην υποκριτική και στην εναλλαγή ρόλων, όλα βρήκαν τη θέση τους στην ερμηνεία του. Στίχοι που περιγράφουν ωμά, νατουραλιστικά σχεδόν, την πραγματικότητα της εργατικής τάξης στην Αγγλία, θυμωμένη απαγγελία, αστείρευτη σάτιρα, «τσιτωμένες» μελωδίες με ηλεκτρονικά και κιθαριστικά στοιχεία. Ο ορισμός του post-punk, κυρία μου!

“Megaton”, “Mork N’ Mindy”, “UK Grim”, “Bang Someone Out”, “Jobseeker” είναι μερικά από τα τραγούδια που ακούσαμε, μαζί με την εξαιρετική διασκευή στο “West End Girls” των Pet Shop Boys. “It's fucking boiling, innit?”, σχολίασε ο Jason, και πράγματι ήταν, για αυτό λίγο μετά οι διοργανωτές έβγαλαν μία μάνικα και… μας ράντισαν! Αλλά και η μάνικα να μην σε έβρισκε, θα σε έβρισκαν τα «σκάγια» από τα μισογεμάτα ποτήρια μπίρας που σκάγαν προς το stage.

Και αφού φούντωσε το πράμα με την ξεσηκωτική εμφάνιση των Sleaford Mods, ήρθε και… κόρωσε εντελώς με τους Kneecap, το hip hop τρίο από τη Βόρεια Ιρλανδία που δικαίως τραβά τα βλέμματα τα τελευταία χρόνια για την επιλογή του να τραγουδά στα ιρλανδικά, τις εμπρηστικές του δηλώσεις και το ξεχωριστό στυλ του.

Mo Chara και Móglaí Bap στο ραπάρισμα, DJ Próvaí στα beats, μας χάρισαν πάνω από μία ώρα ατέλειωτου χτυπήματος στα moshpits, μαζί με προβοκατόρικες ατάκες και ξεκάθαρο πολιτικό στίγμα, κατά της αγγλικής αποικιοκρατίας και υπέρ του λαού της Παλαιστίνης.
«Το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία εις βάρους των λαών της Παλαιστίνης και του Λιβάνου [...] Αναλάβετε δράση. Διαμαρτυρηθείτε. Viva Palestina», διαβάσαμε στην οθόνη του stage, ενώ οι Kneecap μάς καλωσόρισαν με το “Éire go Deo” (μτφ: Ιρλανδία για πάντα) από το φετινό τους “Fenian”, πριν προχωρήσουν αμέσως μετά στο “Smugglers & Scholars” από το ίδιο άλμπουμ. Και μετά… ακολούθησε χαμός.

Ο Mo Chara, καλυμμένος με μία παλαιστινιακή καφίγια, και ο Móglaí Bap, κουκουλωμένος με ένα μπουφάν που κάποια στιγμή το έβγαλε για να την παλέψει με τη ζέστη, αλωνίζαν τη σκηνή απ’ άκρη σ’ άκρη, με τον Próvaí να χοροπηδά πίσω από τα decks. Κάποια στιγμή, αστειεύτηκαν λέγοντας πόσο πολύ εξελίχθηκαν σαν μπάντα, που έφτασαν οι Gorillaz να συνοδεύουν την εμφάνισή τους, ενώ δεν έλειψαν και οι εκκλήσεις για αλληλεγγύη προς την Παλαιστίνη και εναντίωση στις αποικιοκρατικές πρακτικές παντού στον κόσμο.

“Better Way To Live” (ένα μανιφέστο ευτυχίας ζώντας με τα απλά), “Gael Phonics” (μάθημα για ραπάρισμα στην ιρλανδική γλώσσα, με… μπηχτές για το Duolingo!), “Get Your Brits Out” (ένα παιχνιδιάρικο, ανεβαστικό «κατηγορώ» για το κόμμα DUP, που επιθυμεί την παραμονή της Βόρειας Ιρλανδίας στο Ηνωμένο Βασίλειο), “Guilty Conscience” (ένα παιχνιδιάρικο τραγούδι για την πάλη των τάξεων) είναι μερικές από τις επιλογές τους σε αυτήν τους την περιοδεία. Μαζί και το “FENIAN” και το δημοφιλέστατο “H.O.O.D.”, μας έδειξαν πώς γίνεται η πολιτική-ταξική επανοικειοποίηση χαρακτηρισμών με αρνητική σημασία, πριν κλείσουν με το άκρως rave-punk “THE RECAP” και υποσχεθούν να επιστρέψουν σύντομα στη χώρα, που τους υποδέχθηκε τόσο θερμά.
Και αφού ανάψαν τα αίματα με τις δύο προηγούμενες εμφανίσεις, είχε έρθει η ώρα για τους headliners της βραδιάς, για το πρωτότυπο project του Damon Albarn των Blur και του κομίστα Jamie Hewlett· για τους Gorillaz.
Ένα τέταρτο πριν τις 23:00, ολόκληρο το «καραβάνι» των Gorillaz ανέβηκε στην κατάμεστη από μουσικά όργανα σκηνή, μέσα σε φρενήρη ενθουσιασμό από τον κόσμο. Τελευταίος ο Damon, το αγαπημένο (για κάποιους) παιδί της Britpop, που κάθισε στα πλήκτρα.
Οι πρώτες νότες από το παραδοσιακό ξύλινο φλάουτο του Ινδού Ajay Prasanna στο “The Mountain”, από το ομότιτλο πρόσφατο άλμπουμ των Gorillaz, σκόρπισαν τον ενθουσιασμό –και δημιούργησαν το καθιερωμένο πια «τείχος» από οθόνες κινητών παντού γύρω μας. Πρώτα εμφανίστηκε στο πίσω μέρος του stage η εικονική κιθαρίστρια των Gorillaz, η Noodle, μέσα σε παροξυσμό από κραυγές.
Στο επόμενο τραγούδι, το “The Happy Dictator” από το ίδιο άλμπουμ, ο Albarn σηκώθηκε από τα πλήκτρα και ήρθε κοντά μας για την πρώτη ερμηνεία της βραδιάς. Στην οθόνη εμφανίστηκαν σιγά-σιγά και οι υπόλοιποι χαρακτήρες των Gorillaz, μαζί με τους Αμερικανούς Sparks, που ακούγονταν προηχογραφημένοι.

Όπως ήταν αναμενόμενο, τα οπτικά εφέ είχαν ιδιαίτερα πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν τη συναυλία. Εξάλλου, έφεραν την υπογραφή του έτερου συνιδρυτή της μπάντας, Jamie Hewlett. Από το stage «πέρασαν» όλοι οι ήρωες του σύμπαντος των Gorillaz, είτε μέσα από σκηνές των αντίστοιχων βιντεοκλίπ είτε από πρωτότυπα βίντεο μόνο για τη συναυλία. O 2-D, ο Murdoc, η Noodle και ο Russell δημιουργούσαν το δικό τους εικονικό σόου μέσα από κινούμενα σχέδια, ενώ από κάτω ένα λεφούσι 10 και παραπάνω μουσικών εκτελούσε τα μουσικά του καθήκοντα με μαεστρία.
Το setlist έβαλε σε προτεραιότητα το “The Mountain”, με τραγούδια όπως το “Orange County”, το “Damascus” και το “Delirium”, μαζί με τα πιο εμπορικά “Demon Days” και “Plastic Beach”. Στα τραγούδια αυτών των άλμπουμ διαπιστώσαμε το πόσο καλά ξέρουν και οι νεότεροι τη μουσική των Gorillaz, αφού τραγουδούσαν κάθε στίχο με όλη τους τη δύναμη, από το “Kids With Guns”, το "Rhinestone Eyes" και το “El Mañana” μέχρι το “On Melancholy Hill” και το “19-2000”. Από τα πιο πρόσφατα άλμπουμ, έλειψε τελείως το “Cracker Island” του 2023, αντιθέτως χορέψαμε με το “Tranz” από το “The Now Now” και το “Andromeda” από το “Humanz”, που ήρθε σετάκι με το “She’s My Collar”, που έκανε το ντεμπούτο του σε αυτήν την περιοδεία.

Επίσης αναμενόμενα, οι μουσικοί που συνόδευαν τον Albarn στη σκηνή ήταν εξαιρετικοί. Περισσότερο στο προσκήνιο βρέθηκαν οι Jeff Wooton (κιθάρα) και Seye Adelekan (μπάσο). Όμως, εκεί που χορτάσαμε θέαμα ήταν στις πολλές… φιλικές συμμετοχές που επεφύλασσαν οι Gorillaz, καθότι είναι μία μπάντα με πάμπολλες σημαντικές συνεργασίες, κάποιες από τις οποίες αναβιώνουν και στα live.
Mos Def στο “Stylo” και το “Damascus”, Kara Jackson στο “Orange County”, Bootie Brown στο “Dirty Harry” έσπειραν τον ενθουσιασμό και δημιούργησαν ακόμα μεγαλύτερη πιστότητα στις ζωντανές εκτελέσεις των κομματιών.
Σε όλα αυτά, ήταν προφανές ότι πολύς κόσμος είχε έρθει για να πρωτοδεί τον Damon Albarn. Αυτός το ανταπέδωσε με κομπλιμέντα για τη Βουλγαρία και μερικές «επισκέψεις» στο κάγκελο, για να κάνει χειραψίες και να υπογράψει βινύλια στους τυχερούς που βρέθηκαν μπροστά-μπροστά. Από κει και πέρα, θα λέγαμε ότι ήταν ένας μετρημένος performer, που έδινε πολύ χώρο σε όλους τους συνεργάτες του για να ακουστούν.

Μετά από περίπου μιάμιση ώρα, η πρώτη εμφάνιση των Gorillaz στη Βουλγαρία ολοκληρώθηκε με τα “Feel Good Inc.” και “Clint Eastwood”, και ένα κύμα ενέργειας πλημμύρισε όλο το χώρο, καθώς 20.000 άτομα τραγουδούσαν και κουνούσαν ρυθμικά το σώμα.
Υπόκλιση από τους μουσικούς, αυλαία και… μπαμ! Ένα πεντάλεπτο σόου με πυροτεχνήματα γέμισε τον ουρανό, καθώς η μπάντα μάς αποχαιρετούσε καθοδόν προς τα παρασκήνια.
Σαν πυροτέχνημα έσκασε και αυτή η τόσο γεμάτη δεύτερη μέρα, μια μέρα γεμάτη «εκρήξεις» και χρώμα. Και στο τέλος, ηρεμία, σκοτάδι και μία αγαλλίαση στην ψυχή.
