Οι Μιχάλης και Παντελής Καλογεράκης, τα «δικά μας» Καλογεράκια, είναι από τα πιο ιδιαίτερα δίδυμα της σύγχρονης ελληνικής μουσικής σκηνής. Από την Κρήτη ως τις μεγάλες σκηνές της Αθήνας, υπερασπίζονται την ποίηση μέσα από τη μουσική τους —όχι ως κάτι απόμακρο ή «δύσκολο», αλλά ως μια ζωντανή, καθημερινή πράξη συγκίνησης και αντίστασης. Μελοποιούν στίχους που αγαπούν, συνεργάζονται με καλλιτέχνες όπως η Μάρθα Φριντζήλα, η Μαρία Φαραντούρη και ο Γιώργος Νταλάρας, δημιουργούν συναυλίες που λειτουργούν σαν κοινότητες: ανοιχτές, τρυφερές, συμπεριληπτικές.
Μιλώντας μαζί τους για το MixGrill, μου έγινε σαφές πως δεν τους ενδιαφέρει να «συναντήσουν τον κόσμο» με τεχνάσματα ή στρατηγικές —αλλά να παραμείνουν πιστοί στη δική τους συγκίνηση. Κι έτσι, χωρίς βιασύνη και με πίστη στον λόγο, κατόρθωσαν να φέρουν την ποίηση πιο κοντά στο κοινό από ποτέ, αποδεικνύοντας πως η τέχνη μπορεί να είναι ταυτόχρονα λαϊκή και απολύτως σύγχρονη. Σας... τους παραδίδω. :)
MixGrill: Είστε ένα δίδυμο που έφερε — ή καλύτερα, υπερασπίστηκε — την ποίηση μέσα στην ελληνική μουσική σκηνή, με έναν τρόπο που τελικά αγκαλιάστηκε από ανθρώπους κάθε ηλικίας. Πώς πιστεύετε ότι έγινε αυτό; Πού νιώθετε ότι συναντηθήκατε με τον κόσμο;
Παντελής: Πιστεύω πως ο κόσμος έχει ανάγκη τη σύνδεση και το χιούμορ για να αντέξει την καθημερινότητα. Επίσης, έχουμε ανάγκη να βρισκόμαστε όλα εκείνα τα άτομα που ασφυκτιούν από την πατριαρχία και τον φαλλοκρατισμό. Έχουν την τάση οι άνθρωποι που συμφωνούν να έλκονται, και εγώ προσωπικά έχω ανάγκη να ανεβαίνω στη σκηνή και να εκφράζω τις απόψεις μου μέσα από ποιήματα που αγαπώ. Δεν θεωρώ ότι κάποιος που έρχεται στα live έρχεται επειδή θα ακούσει μελοποιημένα ποιήματα, αλλά τελικά καταλήγει να τραγουδάει ποιήματα, το οποίο είναι κέρδος.
Μιχάλης: Με επιμονή σε αυτό που θέλουμε να πούμε και με ουσιαστική δουλειά. Χωρίς βιασύνες και με χαμηλές προσδοκίες. Σκοπός δεν ήταν να συναντήσουμε τον κόσμο ή να προσπαθήσουμε να τον συγκινήσουμε. Σκοπός ήταν και είναι να είμαστε πιστοί στη δική μας συγκίνηση. Ο καλλιτέχνης νομίζω πρέπει να μένει σταθερός στο δικό του μικρό ξεχωριστό κόσμο του, με τον καιρό μπορεί κάποιος να ενδιαφερθεί και να θελήσει να δει —να ακούσει— τον κόσμο αυτό και να συγκινηθεί από αυτόν. Ωστόσο, ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να ψάχνει τον κόσμο, αλλά το ανάποδο.
M.G.: Έχετε αναφερθεί στη Μάρθα Φριντζήλα ως τη «μουσική σας μαμά» — κάτι που κι εκείνη το λέει με καμάρι, όπως θυμάμαι χαρακτηριστικά από τις κοινές σας εμφανίσεις στο Κύτταρο πέρυσι. Και ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς ήταν από τους πρώτους που στάθηκαν δίπλα σας. Μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη ερμηνεύσατε τα «Πατώματα» του Μπρεχτ στο άλμπουμ «Προσωπικό». Πώς νιώθετε για αυτή την υποστήριξη; Τι σημαίνει για εσάς αυτή η μουσική οικογένεια που δημιουργήθηκε γύρω από την τέχνη σας; Υπάρχουν καλλιτέχνες που θα θέλατε να ενταχθούν σε αυτήν, τώρα ή στο μέλλον;
Π.: αισθάνομαι πολύ τυχερός που γνώρισα και συνδέθηκα με ανθρώπους που θαυμάζω και αγαπώ. Επίσης, είναι όμορφη η συνειδητοποίηση ότι τουλάχιστον τα άτομα στα οποία αναφέρθηκες στηρίζουν την ύπαρξη τους πάνω στην αγάπη, την ευγένεια, την φροντίδα, την αλληλεγγύη, το πραγματικό νοιάξιμο, το χιούμορ, με λεπτότητα δηλαδή και χαμόγελο.
Μ.: Ο Μιχάλης Γκανάς μάς γνώρισε όταν είμασταν 17 χρονών στην Κρήτη και, όταν ανέβηκα Αθήνα μαζί με το Νίκο Μοσχοβάκο, γίναμε μια παρέα που για τουλάχιστον πέντε χρόνια τούς συναντούσα σχεδόν καθημερινά στο κέντρο της Αθήνας, για καφέ, τσιπουράκι και κουβέντα. Η Μάρθα ήταν η πρώτη καλλιτέχνιδα που πήγα να γνωρίσω στο Baumstrasse το 2011 και από τότε έγινε η σύνδεση.
Κάναμε με τη Μάρθα τον πρώτο μας δίσκο το 2015, ενώ η Μαρία Φαραντούρη συμμετέιχε στον δεύτερο δίσκο, που βγηκε το 2016. Από τότε μέχρι σήμερα έχω αρκετό name dropping να κάνω, αλλά δεν θα το κάνω.
M.G.: Και μέσα σε όλα αυτά, έχετε συνεργαστεί με ξεχωριστές φωνές και παρουσίες: η Φαραντούρη, η Φριντζήλα, πρόσφατα και ο Γιώργος Νταλάρας. Τι κρατάτε από τον καθένα; Νιώθετε πως αυτές οι συναντήσεις διαμόρφωσαν —ή άλλαξαν— κάτι στο μουσικό σας χαρακτήρα;
Π.: Για εμένα, όλες οι συναντήσεις με άτομα με διαμορφώνουν, για αυτό και πιστεύω πως είμαι άλλος άνθρωπος κάθε μέρα. Κάτι μέσα μου αλλάζει με κάθε άνθρωπο που έρχομαι σε επαφή και χτίζουμε μαζί μια γέφυρα επικοινωνίας. Δεν ξεχωρίζω το μουσικό μου χαρακτήρα από το ποιος είμαι, οπότε ναι, ό,τι έρχεται στη ζωή μου με διαμορφώνει.
Μ.: Κάθε συνάντηση προσθέτει. Είναι μεγάλη η κουβέντα τι κρατάω από τον καθένα. Ας τα κρατήσω καλύτερα για μένα αυτα. Σίγουρα οι συνεργασίες που κάνουμε είναι ουσιαστικές και με διάρκεια.
M.G.: Μέσα στα τραγούδια σας υπάρχει συχνά ένα κοινωνικό ή και πολιτικό μήνυμα. Στα «Κορίτσια», με τη Νεφέλη Φασούλη, που αγαπήθηκε πολύ φέτος, μιλήσατε σε πολλές γυναίκες εκεί έξω —γυναίκες που νιώθουν πια έτοιμες να αλλάξουν την Ιστορία. Με έναν λαϊκό ήχο και τον απλό, άμεσο στίχο της Μάρθας Φριντζήλα, τραγουδήσατε καθαρά: «Καμία δεν είναι μόνη». Ένα τραγούδι ενάντια στη βία κατά των γυναικών. Ποιος είναι ο στόχος σας όταν ερμηνεύετε τέτοια τραγούδια; Θέλετε να «δώσετε» κάτι; Και τελικά, αυτό προκύπτει πρώτα από την ποίηση ή από τη μουσική;
Π.: δεν τραγουδάω επειδή θέλω να δώσω κάτι, τραγουδάω επειδή το έχω ανάγκη. Για αυτό και υπάρχει έντονο το κοινωνικοπολιτικό στοιχεία στις συναυλίες μας. Έχω ανάγκη να εκφράσω το μισογυνισμό που υφίσταμαι μέχρι κι εγώ ο ίδιος ως άντρας. Ειδικά αυτό είναι ένα θέμα βαθιά που με πονάει βαθιά: ο φασισμός, η αδικία. Η ποίηση είναι τα πάντα για εμένα. Πάντοτε μέσω της ποίησης εκφραζόμουν, από τότε που άρχισα να διαβάζω, πριν 17 χρόνια. Οπότε ναι, η ποίηση με κινεί να μιλήσω, να παίξω…
Μ.: Η ποίηση είναι η αρχή. Όσο δεν υπάρχει σοβαρή τιμωρία για τους βασανιστές δεν θα αλλάξει η ιστορία. Δεν είμαι βασικά αισιόδοξος πως θα αλλάξει η Ιστορία. Δεν είμαι γενικά αισιόδοξος. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να μιλάμε και να τα φωνάζουμε όλα τα στραβά και τα αυτονόητα. Με την πεποίθηση πως για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή. Αλλά μην κοροιδευόμαστε μεταξύ μας. Τον ξέρουμε τον πατριάρχη, τον ξέρουμε το φαλοκράτη και τον βλεπουμε τον άντρα που πατρονάρει. Ε, αυτόν τον τύπο πρέπει να τον απομονώσουμε, χωρίς δικαιολογίες και «έλα μωρέ». Το προφανές να το κοιτάμε και να το ξεκαθαρίζουμε.
M.G.: Μεγαλώνοντας σε μια πιο συντηρητική κοινωνία στην επαρχία της Κρήτης, νιώσατε ποτέ ότι το «εμείς τραγουδάμε ποίηση» θα μπορούσε να σας στιγματίσει ή να σας δυσκολέψει; Σας βοήθησε το ότι είχατε ο ένας τον άλλον; Νιώσατε ποτέ ανάγκη να προστατέψετε ο ένας τον άλλον απέναντι σε πιθανό κοινωνικό αποκλεισμό ή bullying;
Π.: Ποτέ μα ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα φτάσουμε με το Μιχάλη στο σημείο να τραγουδάμε τα τραγούδια μας και από κάτω να τραγουδάει μαζί μας το κοινό. Δεν είχα καμία προσδοκία, δεν σκόπευα ούτε στόχευα προς τα κάπου, τραγουδώντας ποιήματα. Οπότε, δεν ένιωσα στιγμή να με δυσκολεύει κάτι. Το να στιγματιστώ σαν κάποιος που τραγουδάει ποίηση, δεν το σκέφτομαι, ωστόσο ελπίζω να έχω ήδη στιγματιστεί σαν τέτοιος. Θυμάμαι και στη δραματική σχολή όσο ήμουν το μόνο που με συγκινούσε σχετικά με το λόγο ήταν και πάλι η ποίηση. Όσον αφορά το bullying που λές, σίγουρα ήμασταν μια γροθιά με το Μιχάλη απέναντι στα αδύναμα παιδιά που μας κορόιδευαν.

Μ.: Μας φαντάζεσαι ετσι διδυμάκια στο σχολείο; Με μελοποιημένα ποιήματα, κουιράκια κανονικα. Στο Γυμνάσιο έφαγα και δυο τρεις σφαλιάρες. Κανονικό bullying και στο δρόμο επειδή φορούσα ένα φανταστικό, κατα τα αλλα, καπελάκι. Και στο σχολείο. Σίγουρα οταν έχεις άλλον ένα δίπλα σου, μοιράζεις το βάρος, και ήμασταν και τρομερά χαρούμενα παιδάκια από πάντα.
M.G.: Στα «Ρεμπώτικα» ενώσατε τις επιστολές του Ρεμπώ με το Βερλαίν και μέσα σε αυτή την εκρηκτική ιστορία αγάπης το ρεμπέτικο, που σαν μουσικό ρεύμα/είδος εκφράζει τον έρωτα με περισσότερο «νταλκά». Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα; Πού είδατε τη γέφυρα ανάμεσα στα δύο;
Π.: Αρχικά η ιδέα προέκυψε έπειτα από προσωπικούς ερωτικούς νταλκάδες κι έπειτα από την αγάπη που είχαμε στο ρεμπέτικο. Δεν είδαμε κάποια γέφυρα, αλλά τη φτιάξαμε. Θεωρώ πως όλη η τέχνη έχει ένα κοινό παρονομαστή και για αυτόν το λόγο, αν το θελήσεις μπορείς, να βρεις τρόπους να παντρέψεις τα πάντα. Ωστόσο στα «Ρεμπώτικα» έχεις από την μία υψηλή ποίηση και από την άλλη την ρεμπέτικη ζωή του Ρεμπώ. Δεν ήταν δύσκολο, βγήκε οργανικά.
Μ.: Από την αγάπη μας στην ποίηση του Ρεμπώ και στα ρεμπέτικα.
M.G.: Έχω ξεχωρίσει πολλά τραγούδια και στίχους— το «Μη μένεις κοντά» (Ας μου επιτραπεί να πω πόσο βαθιά αγαπώ τη live εκτέλεση του — όπως παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του άλμπουμ «Τα παραμύθια της Μελπομένης»), «Τα πατώματα», «Η τρελή της πόλης», «Της Αγάπης»… Υπάρχει κάποιο τραγούδι ή κάποια φράση που μιλά προσωπικά στον καθένα από εσάς; Ποιο κομμάτι σας νιώθετε ότι σας αντιπροσωπεύει πιο βαθιά; Έχετε κάποια φράση που λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη σας;
Π.: Ο πυρήνας μου χτυπάει με την φράση «Αγάπη μου, προτιμώ τα τριαντάφυλλα απ’ την πατρίδα μου και πιο πολύ από την αρετή μου αρέσουν οι μανώλιες».
Μ.: Κι εγώ την ίδια: «Αγάπη μου, προτιμω τα τριαντάφυλλα από την πατρίδα».
M.G.: Στις ζωντανές σας εμφανίσεις βλέπουμε έναν χώρο ανοιχτό σε όλους: drag queens, κωμικούς, νέους και παλιούς μουσικούς. Όπως στο πιο πρόσφατο live σας με τη Μελίνα Κόλλια στον Σταυρό του Νότου. Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να περάσετε μέσα από αυτή την πολυμορφία; Είναι όλοι καλοδεχούμενοι στα live από τα Καλογεράκια; Υπάρχει κάποιος που δεν είναι ευπρόσδεκτος;
Μ. Δεν θέλω να βλέπω φαλλοκράτες, φάτσες δηλαδή έτσι τοξικομασκουλινιτέ. Φρικάρω και φουντώνω και λουλουδιάζω!
Π: Γενικά, λατρεύω το κοινό μας. Θέλω να γίνουν όλα τους φιλαράκια μου. Είναι τα πιο γλυκά και φωτεινά παιδιά. Αισθάνομαι τεράστια τύχη που έχω να βλέπω τις φάτσες τους ενώ τραγουδάω, που είναι αγκαλιασμένα και που γελάνε και χορεύουν κι είναι όλο μάτια! Είναι υπεεέροχο! Επειδή λοιπόν προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα safe space στα live μας, αλλα δεν θελουμε καθολου να δημιουργησουμε εναν «κλειστό χωρο», μπορώ να πω πως όλα ειναι ευπρόσδεκτα στα live μας αλλα όπως λεει κι ο Ρούμι «Μην μενεις κοντα σε φαλοκράτη άνθρωπο, στασου κοντα σε οσους εχουν χαρη και μεγαλη καρδια». Οπότε ναι, κάποιοι δεν ειναι καθολου ευπρόσδεκτοι.
M.G.: Ως δίδυμοι, κυριολεκτικά ζείτε μια ζωή μαζί — είτε συγκατοικείτε είτε όχι. Θα μπορούσατε να φανταστείτε τον Μιχάλη να γράφει μουσική για κάποιον άλλον ερμηνευτή, ή τον Παντελή να ερμηνεύει ή να γράφει με άλλον μουσικό πέρα από τον Μιχάλη;
Μ.: Εχω κάνει έναν δίσκο, το «Κάτι Παράξενο», με βασικό ερμηνευτή τον Απόστολο Κίτσο και τη συμμετοχή της Ελλης Πασπαλά. Εχω γραψει και συνεχίζω να γράφω και για άλλους.

M.G.: Μετά από ένα καλοκαίρι γεμάτο φεστιβάλ, συμμετείχατε στο Tsoula Festival στην Αστυπάλαια και στο Αυλή Φεστ στην Τήνο. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία; Προτιμάτε περισσότερο μια μικρή μουσική σκηνή ή ένα μεγάλο κοινό, όπως στην Τεχνόπολη;
Π.: Ήταν ένα ωραίο καλοκαίρι ναι. Είναι πάντα υπέροχα στις συναυλίες, δηλαδή εγώ τα περνάω καταπληκτικά και τουλάχιστον στη φάση που είμαι τώρα, προτιμάω περισσότερο ένα μεγάλο κοινό γιατί αισθάνομαι ότι μου είναι πιο ξεκούραστο. Όταν παίζω σε μια μικρή μουσική σκηνή συνήθως δεν είμαστε με ολόκληρη την μπάντα μας και αισθάνομαι πιο εκτεθειμένος. Παρόλα αυτά, το γεγονός είναι ότι πάνω στη σκηνή, ξεκουράζεται η ψυχή μου και ανθίζει. Κλισεδούρα αλλά αλήθεια.
Μ. Ωραιότατα ήταν. Τάσο, Νάνσυ ΑΓΑΠΩ! Προτιμώ να ανεβαίνω στη σκηνή και από κάτω να έχω κόσμο που ακούει και εκτιμά τη δουλειά μας. Αυτό δεν συμβαίνει με τους πολλούς αλλά με τους λίγους.
M.G.: Μέσα από το ύφος και τη στάση σας, φαίνεται πως πιστεύετε ότι μέσα στα πιο απλά κρύβονται τα πιο σύνθετα, κάτι που φαίνεται και στη μουσική και τη σκηνική σας παρουσία. Όμως, καθώς η αναγνωρισιμότητά σας αυξάνεται, αυξάνονται και οι απαιτήσεις σε ό,τι αφορά τη διανομή και την προώθηση της μουσικής σας. Παλιά η μουσική ήταν ένα άλμπουμ, ένα CD —και τελείωνε εκεί. Τώρα, χρειάζεσαι ταυτόχρονα πλατφόρμες, reels, stories, προβολή. Κοινώς, περισσότερη «δουλειά» έξω από τη μουσική. Πόσο σας απασχολεί όλο αυτό; Σας αρέσει ή το βλέπετε απλώς σαν «αναγκαίο κακό»; Και τελικά, όλη αυτή η σύνθετη ανάγκη για επικοινωνία και περιεχόμενο έχει επηρεάσει ποτέ και το ύφος σας; Νιώθετε ότι σας απομακρύνει από την απλότητα που σας χαρακτηρίζει;
Μ.: Τρελή δουλειά θέλει. Το να είσαι πάνω στη σκηνή είναι το fun part. Σκέψου πόσα τηλέφωνα κάνω μέσα στη μέρα, πόσα χιλιόμετρα με βανακια, πόσα κανονίσματα με χώρους, γραφεία, στησίματα, ήηολήπτες, τιμολόγια, λογιστές, στούντιο κλπ. Όλα αυτά είναι έξοδα και εργατοώρες απλήρωτες. Η σκηνή πάνω είναι, όμως, η στιγμή που όλα ευθυγραμίζονται, όλα σταματούν για δύο ώρες και επιτέλους μπορώ να πω αυτό που θέλω. Να τραγουδήσω ποιήματα για την αγάπη, το σεβασμό, την αλληλεγγύη, το μίσοςμ για το φασίσμό και όλα αυτά τέλος πάντων που μου δίνουν τη δύναμη να συνεχίζω να μιλάω ασταμάτητα στα τηλέφωνα και να υπάρχω σε μια κοινωνία-χώρα που δεν στηρίζει ΚΑΘΟΛΟΥ τους καλλιτέχνες.
Π.: Πωπω, μας έχεις κάνει πολύ ωραίες ερωτήσεις και δύσκολες! Χάθηκε να μας ρωτάς πώς ξεκινήσαμε να βάλω την κασέτα να παίζει!;
Είναι αλήθεια πως το πράγμα αλλάζει διαρκώς. Ωστόσο, ο πυρήνας παραμένει ο ίδιος. Η δημιουργία είναι μία και συμβαίνει, αποτυπώνεται και απλώνει στο σύμπαν. Το να κυνηγάς follows και likes, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν πιστεύω ότι το TikTok μας θρέφει ή βοηθάει τόσο όσο το γεγονός ότι 16 χρόνια διαβάζουμε γράφουμε και μελοποιούμε ποιήματα. Γιατί στην τελική, τα άτομα που μας ακολουθούν στις συναυλίες μας και έρχονται, πληρώνουν και μας ακούνε ( που μας ακούνε όντως, δεν έρχονται να πιούν, κι ας πίνουν), τα άτομα αυτά έρχονται για εμάς, όχι για τις πλατφόρμες μας ή τα story.
M.G.: Τι να περιμένουμε από εσάς στη νέα σεζόν; Ένα καινούριο άλμπουμ; Νέες συνεργασίες; Περισσότερες ζωντανές εμφανίσεις; Ποιος είναι ο στόχος σας για τη χρονιά που έρχεται;
Π: Έρχονται περισσότερες ζωντανές εμφανίσεις, ναι, στο Σταυρό του Νότου. Από δεκέμβρη ξεκινάμε με τη Μάρθα και τους The Kubara Project στο Κύτταρο, έρχονται και διαφορά αλλά που ακόμα συζητάμε.
Ο στόχος μου είναι να είμαι καλά εγώ κι οι άνθρωποί μου.
Μ. Απόψε, 13 Νοέμβρη Σταυρός του Νότου. Θα παίζουμε κάθε μήνα στο Σταυρό και Δευτέρες του Δεκέμβρη Κύτταρο. Ετοιμάζουμε το νέο δίσκο με την Μάρθα, καθώς και εγώ πάντα γράφω στο στούντιο νεο υλικό. Stay tuned!