Στο ερώτημα ποια συγκροτήματα θεωρώ, στο δικό μου τουλάχιστον μυαλό (και πιστεύω και πολλών ακόμη), ότι περικλείουν όλα τα «συστατικά» που ορίζουν τον όρο underground, έχω την απάντηση έτοιμη.
Δίχως δεύτερη σκέψη, θα παραπέμψω τον άνθρωπο που μου επέβαλε την ερώτηση στο Portland του Όρεγκον και στους Wipers και, βέβαια, στους εταίρους θρύλους της πόλης τους, Dead Moon. Ή μήπως πρώτα στους Dead Moon και έπειτα στους Wipers;
Όπως και να έχει, πάντως, το συγκεκριμένο κείμενο θα ασχοληθεί με τους Wipers (να είστε σίγουροι ότι δεν θα αργήσει να έρθει και η σειρά των Dead Moon!).
Οι Wipers, λοιπόν, είναι το πνευματικό παιδί του Greg Sage, που τους δημιούργησε το 1977 μαζί με τον Sam Henry στα τύμπανα και τον Dave Koupal στο μπάσο.

Το κάπως περίεργο όνομά τους το οφείλουν σε μία από τις δουλειές με τις οποίες καταπιάστηκε κατά καιρούς ο Greg Sage. Εργαζόμενος, λοιπόν, σε έναν κινηματογράφο, είχε μεταξύ άλλων την υποχρέωση να καθαρίζει μια μεγάλη γυάλινη τζαμαρία με έναν λαστιχένιο καθαριστήρα τζαμιών, ώστε να εξασφαλίζεται στους σινεφίλ κατοίκους του Portland μία καταπληκτική θέα προς την πόλη.
Πριν ακόμη γίνει μουσικός, ο Greg είχε αρχίσει να καταπιάνεται με τον ήχο και την παραγωγή δίσκων, μιας και είχε τον απαραίτητο εξοπλισμό λόγω του πατέρα του, που ασχολούνταν επαγγελματικά με τις τεχνολογίες ραδιοφωνικής μετάδοσης.
Έτσι, ξεκίνησε να κόβει δισκάκια για τους φίλους του στο σχολείο και να μαθαίνει τις απαρίτητες τεχνικές, όντως απόλυτα προσηλωμένος σε αυτό μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Η ενασχόλησή του με την κιθάρα, όπως προείπαμε, άρχισε αρκετά αργότερα, σε ηλικία 17 χρονών. Μάλιστα, συμμετείχε στο δίσκο ενός επαγγελματία παλαιστή με το όνομα που έδωσε τελικά και την ονοματοδοσία του εν λόγω δίσκου: “Beauregarde”.
Ο Greg Sage, μία ιδιαίτερη περσόνα και ένας αρκετά ιδιαίτερος και δύστροπος άνθρωπος, αρχικά είχε στο μυαλό του τους Wipers ως ένα καθαρά στουντιακό project, συγκεντρωμένο στις ηχογραφήσεις δίσκων, και μάλιστα ενός συγκεκριμένου αριθμού μέσα σε συγκεκριμένα επίσης χρονολογικά πλαίσια, με αποφυγή συνεντεύξεων, live, tours. Έβλεπε, λοιπόν, τις μουσικές του συγκροτήματος καθαρά και μόνο από τη σκοπιά της τέχνης και όχι ως μία βιομηχανία στείρας διασκέδασης.
Για το δύσκολο χαρακτήρα του, ο αστικός μύθος λέει ότι στα πρώτα τους live στη Θεσσαλονίκη, σε ένα από τα συμβόλαια που του δόθηκαν αντί για υπογραφή έβαλε έναν σταυρό. Σε ένα άλλο live δε, που δεν είχε μείνει ικανοποιημένος από τον εξοπλισμό που του παρείχε συγκεκριμένη εταιρεία ηχοληψίας της εποχής, είχε δηλώσει ότι κάτι τέτοιους τύπους πρώτα πρέπει να τους βασανίζεις και μετά να τους… σταυρώνεις!
Το πρώτο single της μπάντας κυκλοφόρησε το 1978 στην εταιρία που δημιούργησε ο Greg, την Trap Records, και περιλάμβανε το τραγούδι “Better Off Dead”.
Τον Ιανουάριο του 1980 κυκλοφόρησε από την Park Avenue Records η πρώτη ολοκληρωμένη τους δουλειά με τον τίτλο “Is This Real?”, και φάνηκε κατευθείαν ότι έχουμε να κάνουμε με μία σπουδαία και ιδιαίτερη μπάντα.
Περιείχε μία σειρά από πραγματικά σπουδαία ηχητικά διαμάντια, όπως τα “Return Of The Rat”, “Up Front”, το ομότιτλο “Is This Real?” και το “D-7”, το οποίο δεκαετίες μετά το διασκεύασαν οι Nirvana, των οποίων ο τραγουδιστής τους, Kurt Cobain, υπήρξε μέγας fan των Wipers και βοήθησε έτσι ένα μεγαλύτερο κοινό να έρθει σε επαφή με τη μουσική αυτού του underground θρύλου από το Portland. Περιείχε, επίσης ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια τους, το “Window Shop For Love”.
Από στόμα σε στόμα, η φήμη τους είχε ήδη αρχίσει να εξαπλώνεται, κυρίως λόγω των εκρηκτικών τους ζωντανών εμφανίσεων.
Παράλληλα, είχαμε την αποχώρηση του Sam Henry, ο οποίος πήγε στους Napalm Beach, και του Dave Koupal, που μετεγκαταστάθηκε στο Ohio, και έτσι έκλεισε αυτό το lineup, το οποίο πρόλαβε να ηχογραφήσει το πρώτο επτάιντσo single και το “Is This Real?” χωρίς να κάνει εμφανίσεις πέρα από το Portland.
Αμφότεροι αντικαταστάθηκαν από τους Brad Davidson στο μπάσο και τον Brad Naish στα τύμπανα.
Με αυτήν τη σύνθεση ηχογράφησαν το 1981 το δεύτερο συγκλονιστικό τους δίσκο, “Youth Of America”, ο οποίος σήμανε και το τέλος της συνεργασίας τους με την Park Avenue Records.
Συγχωρέστε με, αλλά δεν υπάρχουν τραγούδια σε αυτήν την κυκλοφορία που να ξεχώρισαν, μιας και μιλάμε για ένα πραγματικό διαμάντι από την αρχή ως το τέλος.
Μιλάμε για έναν δίσκο που πολύ μεταγενέστερα έχει αναδειχθεί ως ένας από τους πιο θεμελιακούς για το αμερικανικό underground και όχι μόνο.
Εδώ ο Greg Sage, αδιαφορώντας για τα όποια… punk trends της εποχής, έγραψε τραγούδια με μεγάλη διάρκεια και διαφορετική μουσική υφολογία από ό,τι επικρατούσε τότε σε άλλες μπάντες.
Στην Αμερική, στον καιρό του, δεν γνώρισε ιδιαίτερη αναγνώριση, σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό κοινό, που έδειχνε να κατανοεί καλύτερα το τι αισθάνονται οι Wipers και έτσι να τους παρακολουθεί φανατικά, τόσο δισκογραφικά όσο και στις ζωντανές τους εμφανίσεις στη Γηραιά Ήπειρο.
Να μην ξεχάσουμε, βέβαια, να πούμε ότι η Park Avenue είχε κυκλοφορήσει και το επτάιντσο EP “Alien Boy”, το οποίο πριν μερικά χρόνια επανεμφανίστηκε στο Record Store Day.
Επιστροφή, λοιπόν, στη μητέρα εταιρεία Trap Records, στην οποία κυκλοφορούν το 1982 τον τρίτο κατά σειρά δίσκο τους, “Over The Edge”, με τη βοήθεια της Brain Eater Records, και αφού νωρίτερα είχαν προλάβει να κυκλοφορήσουν ως προπομπό της εν λόγω κυκλοφορίας το single με το τραγούδι “Romeo”, και έτσι αρχίζουν σιγά σιγά να ακούγονται λίγο περισσότερο και στη χώρα τους από τους ανάλογους ραδιοφωνικούς σταθμούς και να πραγματοποιούν πιο εκτεταμένα tours.
Ο ήχος ακούγεται σαφώς πιο ωμός, λόγω του ότι ηχογράφησαν με έναν σαφώς πιο χαμηλής ποιότητας νοικιασμένο εξοπλισμό σε σχέση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, κάτι που όμως έδενε και με τις πολιτικοκοινωνικές αναφορές του δίσκου.
Ούτε εδώ μπορείς εύκολα να επιλέξεις κάποιο τραγούδι· νομίζω ότι ισχύει το ίδιο με αυτό που προανέφερα για το "Youth Of America".
Άξιο αναφοράς είναι ότι στο “Romeo” έχουν προστεθεί πνευστά, τα οποία όμως δεν είναι εμφανή λόγω της μίξης του δίσκου, που τα φέρνει πολύ πίσω σε σχέση με τις κιθάρες.
Το 1985 σήμανε την αποχώρηση του Brad Naish, με αντικαταστάτη τον Steve Plouf, όπως επίσης και την ηχογράφηση του πρώτου προσωπικού δίσκου του Greg Sage, “Straight Ahead”, ενός αριστουργηματικού δίσκου σε διαφορετικό ύφος από αυτό των Wipers, αλλά με μία σειρά από τραγούδια τα οποία μνημονεύονται ακόμη, και κυρίως, βέβαια, το ομώνυμο του δίσκου, “Straight Ahead”, που γνώρισε μία πολύ ωραία διασκευή από τους Last Drive, χωρίς να ξεχνάμε, βέβαια, τα εξίσου σπουδαία “Soul’s Tongue” ή το “Blue Cowboy”, συν βέβαια ένα καταπληκτικό εξώφυλλο.
Να πούμε ότι η συγκεκριμένη κυκλοφορία βγήκε μέσω της Enigma Records, με την οποία είχαν ήδη συνεργαστεί και νωρίτερα για την κυκλοφορία του live τους “Wipers Tour 84”, μόνο σε κασέτα, και αργότερα σε επανακυκλοφορία από την εταιρεία, αυτή τη φορά με τίτλο το όνομα του συγκροτήματος.
Το 1986, και μέσω της Restless Records, η οποία αποτελούσε ένα παρακλάδι της Enigma, κυκλοφόρησαν τον τέταρτό τους δίσκο, “Land Of The Lost”, ηχογραφημένο στο στούντιο του Greg, 421 Sound, στο Portland.
Αξιοπρεπής κυκλοφορία, χωρίς, βέβαια, να φθάνει τις αξεπέραστες τρεις πρώτες δουλειές τους. Περιέχει μία σειρά από πολύ αξιόλογα τραγούδια, όπως το ομώνυμο, το εναρκτήριο “Just A Dream Away”, το “Let Me Know” και το “Nothing Left To Lose”.
Να επισημάνουμε, επίσης, ότι το τραγούδι του δίσκου “Let Me Know” χρησιμοποιήθηκε στο soundtrack της ταινίας “River Edge”.
Το 1987 και το 1988 κυκλοφόρησαν άλλους δύο δίσκους, τα “Follow Blind” και “The Circle”, και τα δύο επίσης ηχογραφημένα στο 421 Sound.
Το 1989, και για τις ανάγκες ενός tour, ένας ακόμη νέος drummer προστέθηκε, και αναφερόμαστε στον Travis McNabb. Παράλληλα ο Greg Sage δήλωσε ότι το συγκρότημα παύει να υφίσταται, και ο ίδιος εγκαταστάθηκε στο Phoenix της Arizona, όπου και δημιούργησε το νέο του στούντιο, στο οποίο και ηχογράφησε τον δεύτερο προσωπικό του δίσκο το 1991, με τον τίτλο “Sacrifice For Love”, με το πολύ καλό ομώνυμο τραγούδι και μία αξιοπρόσεκτη διασκευή στο τραγούδι “For Your Love” των Yardbirds.
Το 1993, και με τη βοήθεια ενός παλιού γνωστού του, του Steve Plouf, ο Greg επανασυνέδεσε το σχήμα και ηχογράφησαν άλλα δύο άλμπουμ υπό τη σκέπη της εταιρείας Tim/Kerr, το “Silver Sail” τo 1993 και το “The Herd” του 1996.
Όσον αφορά την Tim/Kerr, αξίζει να γίνει αναφορά στον δίσκο-αφιέρωμα για τους Wipers με τον τίτλο “Fourteen Songs For Greg Sage And the Wipers”, όπου πολλές μεταγενέστερες μπάντες διασκευάζουν τους θρύλους από το Portland, αποδεικνύοντας το πόσο επιδραστικοί υπήρξαν για τις νεότερες γενιές συγκροτημάτων.
Το κύκνειο άσμα τους αποδείχτηκε ο δίσκος “The Power In One” τη χρονιά του 1999, αυτή τη φορά για τη Zeno Records του Greg. Το 1999 αποδείχτηκε και η χρονιά που οριστικά πλέον οι Wipers έπαψαν να υφίστανται.
Το 2001 κυκλοφόρησε ένα box set στο οποίο περιλαμβάνονται τα τρία κλασικά άλμπουμ τους, συν πάρα πολλά και ενδιαφέροντα extras, συν το EP “Alien Boy".
Αργότερα, μέσω της Jackpot Records, η χρυσή τριάδα επανακυκλοφόρησε σε βινύλιο.
Θεωρώ τον εαυτό μου πάρα πολύ τυχερό που κατάφερα να είμαι σε όλες τις εμφανίσεις του Greg Sage στη Θεσσαλονίκη, είτε ως Wipers είτε με το δικό του σχήμα. Μάλλον είμαι καταδικασμένος να ελπίζω πάντα σε μια επανένωσή τους, κάτι που δεν υπάρχει καμία περίπτωση να συμβεί και είμαι σίγουρος πως θα αποτελεί διακαή πόθο για πολλούς φίλους της μπάντας, κυρίως των νεότερων που δεν είχαν την τύχη να τους δουν ποτέ ζωντανά.
Είναι ευτύχημα, βέβαια, ότι στις μέρες μας μπορεί όποιος το επιθυμεί να ακούσει αυτές τις υπέροχες μουσικές και να βρει, έστω σε επανακυκλοφορίες, αυτά τα διαμάντια σε βινύλιο.
Βέβαια, για τους φανατικούς φίλους τους, το εν λόγω κείμενο λίγο-πολύ αναφέρει στιγμιότυπα γνωστά· Περισσότερο θα ήθελα να προκαλέσει το ενδιαφέρον σε νεότερα ακροατήρια, ώστε να στρέψουν την προσοχή τους και, κυρίως, την… ακοή τους σε μία από τις πιο παραγνωρισμένες rock 'n roll μπάντες που είχαμε το προνόμιο να απολαύσουμε σε αυτόν τον πλανήτη· μιας μπάντας που, καθόλου τυχαία, τόσα χρόνια μετά θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες επιρροές για πολλά νεότερα συγκροτήματα.
Πάω να ψάξω το εισιτήριο που μου είχε υπογράψει ο Greg Sage στον Μύλο. Στο μεταξύ, εσείς απολαύστε μερικές αποκλειστικές φωτογραφίες μου στο Club του Μύλου, όπου πρέπει, αν δεν με απατά η μνήμη μου, να αποτελούσε πιθανότατα την τελευταία εμφάνισή του ποτέ στην πόλη μας και μία από τις τελευταίες του πριν αποσυρθεί οριστικά από τις live εμφανίσεις.
Don’t look back…
Just Straight Ahead!


