Τους Αθηναίους punk rockers The Overjoyed έτυχε να τους δω δύο χρονιές σερί, κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο, σε μικρές αλλά άκρως έντονες συναυλίες. Με πρωτεργάτη τον Leo (Λεωνίδα) Θεοφυλακτίδη σε φωνή και κιθάρα, ξεδίπλωσαν όλη την πανκ ενέργειά τους και την αρκετά εκταταμένη δισκογραφία τους, από το 2011 μέχρι σήμερα.
Η πρώτη φορά ήταν στο Release Athens πέρσι, στη συναυλία των The Offspring, και η δεύτερη πριν μερικές μέρες, στο Ejekt Festival και τους Green Day. Πώς ήταν άραγε το να συνοδεύεις στη σκηνή δύο από τα μεγαλύτερα μουσικά σου πρότυπα; Φροντίσαμε να μάθουμε, κάνοντας μια ενδιαφέρουσα κουβέντα με τον Leo για την πορεία της μπάντας, της περιοδείες της, τη φιλοσοφία του D.I.Y. αλλά και όσα την απασχολούν μουσικά και κοινωνικά.

MixGrill: 15 περίπου χρόνια πορείας για τους The Overjoyed. Το περιμένες τότε, στις αρχές αυτού του ταξιδιού, ότι θα φτάνατε ως εδώ; Ποιες προσδοκίες σου επιβεβαιώθηκαν και ποιες όχι;
Λεωνίδας Θεοφυλακτίδης: 14 περίπου νομίζω, ναι! Εξαρτάται από πότε μετράμε. Όταν ξεκίνησα την μπάντα στο Γυμνάσιο, πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να γίνει όντως «μπάντα». Στην αρχή, με εξαίρεση δύο κομμάτια που είχα κάνει την απόπειρα να γράψω, παίζαμε διασκευές, Green Day, Iron Maiden, Metallica, Ramones, Χάσμα. Μέχρι την πρώτη μας κυκλοφορία το 2011. Οπότε ναι, ας πούμε ότι μετράμε από τότε.
Να πω την αλήθεια, ναι το περίμενα. Σίγουρα δεν έχουν γίνει τα πράγματα όπως τα φανταζόμουν τότε και σίγουρα δεν μπορούσα να προβλέψω πως θα πάει όλο αυτό και ποιος θα είμαι μέχρι σήμερα. Όμως, από τότε, από την πρώτη στιγμή που τραγούδησα παίζοντας κιθάρα με τη συνοδεία ντράμερ, ήμουν σίγουρος ότι θα έχω μπάντα και θα παίζω μουσική για πάντα. Παράλληλα, από την πρώτη στιγμή που άκουσα και σε συνέχεια έπαιξα πανκ ροκ μουσική ήμουν κάπως σε φάση: «Εδώ είμαι. Αυτό μου αρέσει». Αβίαστα και αυθόρμητα. Έμπλεξα πολύ άσχημα (γέλια). Και όλο αυτό μεγαλώνοντας συνέχισε να επιβεβαιώνει την «επιλογή» μου. (Δεν είχα άλλη επιλογή).
Απο το πρώτο πανκ live που πήγα και είδα την ενέργεια και πόσο «μαζί» ήταν ο κόσμος στο pit και τραγουδούσε με τη μπάντα μέχρι τους απίστευτους φίλους που έκανα στην πορεία μέσω αυτού. Απο την πολιτική και την κοινωνική θέση που πρεσβεύουν οι στίχοι του και φυσικά απο το πόσο inclusive και αλληλέγγυα είναι η κοινότητα του.
Όσον αφορά τις προσδοκίες: Προφανώς τα εφηβικά όνειρα με τον καιρό έγιναν πιο ρεαλιστικά, όμως καλώς η κακώς, τα έχω ακόμα. Αν έλεγες στον έφηβο εαυτό μου οτι καποια μέρα θα πηγαίνω περιοδείες και θα προσπαθώ να παίζω όσο περισσότερο μπορώ, θα σε πίστευε. Αν του έλεγες οτι θα ανοίξει live των παιδικών του ηρώων Green Day και των Offspring… θα χεζόταν πάνω του!
M.G.: Πριν μερικούς μήνες βγήκατε για ένα ακόμα ευρωπαϊκό tour, κάνοντας 22 live σε λιγότερο από έναν μήνα. Σχεδόν ένα κάθε βράδυ. Ποια είναι η συνταγή της επιτυχίας όταν πρέπει να τα δίνεις όλα στη σκηνή, παίζοντας με πολλή ενέργεια για πολλά βράδια στη σειρά, ενώ ενδιάμεσα μεσολαβούν ώρες ταξιδιού και απρόοπτα;
Λ.Θ.: Ναι, και ήταν ένα από τα αγαπημένα μου tour! Δεν υπάρχει συνταγή επιτυχίας σε αυτό, νομίζω. Προφανώς όταν έχουμε μεγάλες αποστάσεις και κάθε μέρα live προσπαθούμε να έχουμε μέτρο στις καταχρήσεις, πράγμα δύσκολο σε ένα τέτοιο setting. Να εκμεταλλευτούμε τις λιγοστές φορές που μας προσφέρουν κανονικό κρεβάτι για ύπνο ώστε να είμαστε δυνατοί τις επόμενες μέρες που θα κοιμηθούμε σε κάποιο βρώμικο πάτωμα. Γενικά, το θέμα ύπνος σε αυτές τις περιπτώσεις αξίζει μια δικιά του ανάλυση, γιατί έχουν γίνει πολλά σουρεάλ και αξέχαστα σκηνικά. Το πιο σημαντικό είναι να είναι μάχιμη και οργανωμένη η ομάδα. Οι πρώτες πέντε μέρες είναι οι πιο δύσκολες, μετά μπαίνουμε σε μια λούπα και δεν καταλαβαίνουμε τίποτα, ούτε θέλουμε να τελειώσει.

M.G.: Το punk κάποτε ήθελε να «γκρεμίσει τα πάντα». Σήμερα μπορεί να χτίσει κάτι; Μπορεί να είναι δημιουργικό και όχι μόνο καταγγελτικό;
Λ.Θ.: Ναι, φυσικά. Το πανκ ποτέ δεν ήθελε μόνο να γκρεμίσει. Το πανκ ήταν απο την αρχή του μέχρι και σήμερα ένα «άντε γαμήσου» στην αυθαιρεσία και στην δύναμη/εξουσία που μπορεί να φθείρει ακόμα και τον πιο «αγνό» άνθρωπο. Ήταν (και είναι ακόμα απλά με αρκετά διαφορετικούς τρόπους και για άλλους λόγους) μια κοινωνική, κοινωνικοπολιτική και σεξουαλική επανάσταση. Άσχετα αν πλέον σε κάποιους τομείς έχει ξεχάσει ποιος είναι ο εχθρός και αναλώνεται σε στερεότυπα τύπου «Αν θες να είσαι πανκ δεν μπορείς κάνεις αυτό και δεν μπορείς να κάνεις το άλλο».
Αλλά φυσικά και ήθελε να καταστρέψει και καλά έκανε. Η ανθρώπινη κοινωνία έχει τόσα προβλήματα βαθιά μέσα της, που για να απαλλαγείς από αυτά πρέπει να τα καταστρέψεις τελείως, για να μπορείς να ξαναχτίσεις κάτι απο πάνω. Πράγμα φυσικά πολύ ουτοπικό, όμως παλεύοντας για αυτή την ουτοπία πάντα μέσα σε άπειρες ήττες υπάρχουν και κάποιες μικρές νίκες που είναι ικανές να αλλάξουν την τροπή της ιστορίας προς το καλύτερο.
Νομίζω ότι εδώ αξίζει να αναφέρω αυτό που έγραψε και ο Όργουελ στο “Animal Farm”: “The creatures outside looked from pig to man, and from man to pig, and from pig to man again; but already it was impossible to say which was which”. Επίσης, να αναφέρω και το «Destroy To Create» που είναι ενα παραφρασμένο quote διαφόρων ανθρωπων απο τον Νιτσε, μέχρι τον Πικάσο, μέχρι και το πρώτο άλμπουμ των Flatliners οπου αγαπώ πολύ και που είχαμε την τύχη να ανοίξουμε στην Λισαβόνα το 2023!

M.G.: Από αυτοοργανωμένα live σε αυλές στα Εξάρχεια σε κλειστές σκηνές και τελικά σε μεγάλα ανοιχτά φεστιβάλ της Ελλάδας και του εξωτερικού, πώς επηρεάζει η κάθε συναυλιακή συνθήκη τις εμφανίσεις σας;
Λ.Θ.: Δεν την επηρεάζει, νομίζω. Μας αρέσει πάρα πολύ να παίζουμε, είτε είμαστε σε δικό μας live στην Αθήνα, είτε σε αυτοοργανωμένο live για κάποιον καλό σκοπό, είτε σε κάποια μικρή πόλη του εξωτερικού σε περιοδεία μια Τρίτη που θα έχει 10 άτομα, όπως και φυσικά στις πρόβες που παίζουμε για πάρτη μας. Είναι τέλειο το συναίσθημα! Όταν αυτό έχει και ανταπόκριση από τον κόσμο και τα συνδυάσεις, νομίζω δεν υπάρχει πιο ωραίο συναίσθημα για μένα.

M.G.: Το DIY είναι ιδεολογία για εσάς ή ανάγκη, λόγω και του πού πάνε τα πράγματα με τη μουσική βιομηχανία;
Λ.Θ.: Δύσκολη ερώτηση, γιατί το DIY πλέον έχει πολλές σημασίες. Οπότε, δεν ξέρω ακριβώς πώς το εννοείς. Σίγουρα το γουστάρουμε πολύ και είναι στην ιδεολογία μας αλλά είναι και ανάγκη. Στην μπάντα τόσα χρόνια έπρεπε να τρέχουμε τα πάντα μόνοι μας. Δεν μας βοήθησε κανείς (εκτός από φίλους φυσικά και άτομα μέσα στη σκηνή που τους υπερευχαριστούμε). Λόγω είδους μουσικής και λόγω τοποθεσίας, δεν είχαμε άλλη επιλογή. Όλο αυτό που κάνουμε είναι κατα 99% χρηματοδοτούμενο από εμάς και δεν είναι καθόλου λίγα τα έξοδα. Έξοδα και άπειρη δουλειά ανά τα χρόνια, που πιθανώς δεν θα πάρουμε ποτέ πίσω, ακόμα και αν ήταν όλα μας τα live sold out.

M.G.: Στη Θεσσαλονίκη πρόσφατα έγινε μία ακτιβιστική συναυλία για τα DIY studios που χάνονται λόγω της μετατροπής ολόκληρων πρώην βιομηχανικών κτιρίων σε airbnb. Στην Αθήνα, που είναι και πολύ πιο τουριστικοποιημένη, πώς είναι τα πράγματα; Έχετε βρεθεί εσείς ή άλλη μπάντα στο περιβάλλον σας στο… μάτι αυτού του κυκλώνα;
Λ.Θ.: Ναι έχουμε. Γαμώ το airbnb... Πέρα από τα πολλά προβλήματα που δημιουργεί στους κατοίκους του κέντρου, είμαστε σε διαρκή πόλεμο με δύο airbnb που προσπαθούν να μας διώξουν από τον χώρο που προβάρουμε. Κρατάμε όμως γερά, μέχρι να χάσουμε. Αλλά αυτό δεν θα γίνει εύκολα!
M.G.: Πέρσι ανοίξατε τη συναυλία των Offspring, φέτος ανοίξατε αυτή των Green Day. Τι συναισθήματα σου προκαλεί η συνάντησή σας επί σκηνής με τους μουσικούς σας θρύλους; Και με ποια άλλη μεγάλη σας επιρροή θα ήθελες πολύ να μοιραστείτε τη σκηνή;
Λ.Θ.: Τα συναισθήματα είναι πάρα πολλά και ακόμα δεν τα έχω επεξεργαστεί, καθώς το live με τους Green Day έγινε πριν μερικές μέρες. Δεν έχω ιδέα πώς να απαντήσω… Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος με αυτό που συνέβη. Ο μικρός μου εαυτός περίμενε χρόνια για κάτι τέτοιο. Άλλες στιγμές συγκινούμαι άλλες λέω «Πώς σκατά έγινε αυτό;» και άλλες φορές απλά θέλω να πιστεύω ότι το αξίζουμε μετά από τόση δουλειά και αγάπη που δίνουμε σε αυτό που κάνουμε. Θα ήθελα πολύ να παίξουμε και με τους Rancid, τους Bad Religion, τους Fidlar και πάρα πολλά ακόμα. Επίσης, σίγουρα θα ήθελα πολύ να ξαναπαίξουμε με τους Bad Nerves. Δεν είναι, όμως, το πρώτο πράγμα που με απασχολεί. Κυρίως με ενδιαφέρει να παίζουμε ωραία δικά μας live και με μπάντες σαν και εμάς, καθώς μοιραζόμαστε μια κοινή πορεία.

M.G.: Να αναμένουμε στα κοντά κάποιο νέο υλικό σας, σε συνέχεια του “PRESSUREPOP” του 2023 και του τελευταίου σας single “Can’t Write Music”; Ή μήπως με το τελευταίο σας single μας δώσατε μια… ειλικρινή απάντηση, τουλάχιστον προς ώρας, και δεν είστε σε φάση παραγωγής;
Λ.Θ.: Το ‘’Can’t Write Music’’ όντως γράφτηκε σε μια φάση των τελευταίων χρόνων που είχα πρόβλημα να βάλω τις σκέψεις που σε μια υποτιθέμενη «τάξη’», ώστε να φτιάξει το μυαλό μου μουσική. Και κράτησε πολύ καιρό, κυρίως στα χρόνια του Covid και μετά. Για διάφορους ψυχολογικούς λόγους, επιανα την κιθάρα για 10 δευτερόλεπτα και την πετούσα απο τα νεύρα μου στο κρεβάτι γιατί δεν μπορούσα να το κάνω, όσο και αν το ήθελα, με αποτέλεσμα μια μέρα να πω «ΟΚ… Αφου δεν μπορώ να γράψω μουσική και στίχους, θα γράψω μουσική και στίχους για αυτό».
ΟΜΩΣ, κάνοντας αυτό σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, κάπως άλλαξαν τα πράγματα. Ετοιμάζουμε δίσκο, τα πρώτα δύο singles έχουν ήδη κυκλοφορήσει και είναι η πρώτη φορά για τους Overjoyed που όλα τα μέλη έχουν δώσει ισάξιο input στη σύνθεση και στις ιδέες των κομματιών. Μάλιστα, υπάρχει ένα κομμάτι στο οποίο στη βάση του δεν είχα καμία εμπλοκή εκτός των στίχων και είμαι πολύ χαρούμενος που συμβαίνει αυτό!
M.G.: Τι σημαίνει να παραμένεις “overjoyed” στους κατηφείς καιρούς που ζούμε;
Λ.Θ.: Το Overjoyed στην ρεαλιστική του σημασία αντιπροσώπευε την μπάντα ίσως τα πρώτα τρία χρόνια στο Λύκειο που παίζαμε μουσική και κάναμε σαν χαζοχαρούμενα βλαμμένα όλη την ώρα. Ακόμα κάνουμε καμιά φορά! Αλλα εδώ και πολλά χρόνια το όνομα Overjoyed είναι ειρωνικό και για τον κόσμο γύρω μας αλλά και για τους εαυτούς μας. Πολλοί ξεγελιούνται με την πολλές φορές «χαρούμενη» μουσική γιατί δεν έχουν διαβάσει τους στίχους.
Πάντα, όμως, θέλω να πιστεύω ότι, αντιμετωπίζοντας καταστάσεις (ή και ανθρώπους) που μας ζορίζουν ή μας φοβίζουν, το χαμόγελο είναι απο τα μεγαλύτερας μας όπλα.