Κυριακή 10 Ιουλίου, η άσφαλτος στην περιοχή P5 του ΟΑΚΑ ανάβλυζε κάψα. Λίγοι ήταν οι θαρραλέοι που ήρθαν νωρίς-νωρίς, αποφασισμένοι να πιάσουν κάγκελο.
Ejekt Festival και Green Day, λοιπόν. Μία από τις πιο πολυαναμενόμενες συναυλιακές ημέρες του φετινού καλοκαιριού, που προσέλκυσε μικρούς (λιγότερο ή περισσότερο) και μεγάλους από κάθε άκρη της Ελλάδας αλλά και το εξωτερικό. Ανάμεσα σε αυτούς και εμείς, νωρίς-νωρίς, να δεχόμαστε με ανακούφιση το διαφημιστικό καπελάκι που μοίραζε ένας χορηγός στην είσοδο.
Στις 17:30 περίπου το άνοιγμα της ημέρας το έκαναν οι Αθηναίοι The Overjoyed. Τους είδα πέρσι (όταν πάλι έκαναν το μπάσιμο στην πρώτη μέρα του Release Athens, μαζί με τους The Offspring), τους έμαθα καλύτερα με την πρόσφατη συνέντευξή μας και τους απόλαυσα πολύ, παρά τη ζέστη.
Λέο, Στεφ, Θάνος και Ορέστης ανέβηκαν στη σκηνη και μας χάρισαν περίπου 25 λεπτά punk ξεσηκωμού, με κομμάτια από ολόκληρη τη 15ετία που παίζουν μαζί. Πρώτα μας παρουσίασαν το καινούργιο τους κομμάτι “Can’t Write Music”. Έπειτα, μας ευχαρίστησαν όλ@ που πήγαμε μες στη ζέστη να τους δούμε, για αυτό και αφιέρωσαν το “Beach” στη… ζέστη, ενώ το “Whimsical” το αφιέρωσαν στο λαό της Παλαιστίνης, με την ευχή να λευτερωθεί σύντομα από τα δεινά του.

«Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι σε λίγες ώρες θα βρεθεί σ’ αυτή τη σκηνή μια μπάντα που ακούω από 8 χρονών, που με ενέπνευσε να πιάσω την κιθάρα και να γράψω μουσική», εκμυστηρεύτηκε ο Λέο, πριν μας δώσουν μία εκτέλεση του “Top Of My Game”, δυναμική και ανεβαστική, όπως και όλο το set τους.
Κάπου εκεί ξεκίνησε κάτι που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «indie rock ιντερμέδιο» σε μία κατά τ’ άλλα φεστιβαλική ημέρα με punk χαρακτήρα. Οι επόμενες δύο μπάντες που απολαύσαμε, λοιπόν, ήταν οι Ιρλανδοί Inhaler και οι Βρετανοί The Kooks.
Τα «σκήπτρα» του frontman και rhythm κιθαρίστα στους Inhaler κρατούσε ο Elijah Hewson, γιος του Bono των U2, και από αυτό που είδαμε δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε ότι το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει. Πατώντας πάνω στην κληρονομιά των U2 αλλά με φρέσκια, πιο «απαλή» προσέγγιση πάνω στο κιθαριστικό ροκ (που ίσως είχε κάτι από μπάντες όπως οι M83 και οι The War On Drugs), ο Elijah και η παρέα του μάς χάρισαν 10 κομμάτια με laid back χαρακτήρα, άλλοτε πιο ανεβαστικά, άλλοτε λίγο πιο μελαγχολικά, με στίχους που απηχούν τις ανησυχίες των σημερινών εικοσάρηδων. Μαζί με τον Elijah στη σκηνή βρέθηκαν οι Robert Keating (μπάσο), Josh Jenkinson (κιθάρα) και Ryan McMahon (ντραμς). Μαζί τους στα πλήκτρα για το live ήταν ο Louis Lambert.

Σε γενικές γραμμές, κατάφεραν να κερδίσουν το κοινό (ειδικά τα κορίτσια!), παρόλο που ήταν φανερό ότι μεγάλο μέρος του ήταν fan μίας άλλης, πιο «γκαζωμένης» προσέγγισης στο ροκ. Υπήρξαν, φυσικά, οι ανάλογες κραυγές ενθουσιασμού, μαζί με χαρτονάκια γεμάτα μηνύματα αγάπης, που θύμισαν λίγο καταστάσεις από συναυλίες boy bands.
Το setlist ήταν καλά ισορροπημένο ανάμεσα στα τρία τους άλμπουμ, με κομμάτια όπως το “A Question Of You”, το “Dublin In Ecstasy”, το “Billy (Yeah Yeah Yeah)”, το “It Won’t Always Be Like This” και το “My Honest Face”, ένα από τα τραγούδια που τους έφερε στο προσκήνιο το 2019.
Αν οι Inhaler ενώνουν το arena rock των U2 με (ό,τι έχει απομείνει από) την indie σήμερα, οι Βρετανοί The Kooks βρίσκονται κάπου ανάμεσα, στη χρυσή εποχή των κιθαριστικών ‘00s ύμνων, με την οποία μεγαλώσαμε εμείς οι Millennials. Αυτοί ανέλαβαν τη συνέχεια του «ιντερμέδιου», και κατάφεραν να το απογειώσουν.

Luke Pritchard και Hugh Harris, τα δύο εναπομείναντα αρχικά μέλη της μπάντας, ανέβηκαν στη σκηνή μαζί με τους Alexis Nunez (ντραμς) και Jonathan Harvey στο μπάσο, αναψοκοκκινισμένοι από τον καύσωνα και με τις χαρακτηριστικές τους μπούκλες να τους κάνουν ένα ταιριαστό σετάκι.
Το επόμενο 40λεπτο κύλησε σαν νερό, με ένα νοσταλγικό σετ γεμάτο ανάλαφρο, συναισθηματικό indie rock. “Ooh La”, “Seaside”, “She Moves In Her Own Way”, “Junk Of The Heart”... και εκεί που νομίζαμε ότι ακούμε το soundtrack κάποιας γλυκερής διαφήμισης, ακούσαμε το “Always Where I Need To Be”, που έπαιξε πράγματι σε ελληνική διαφήμιση καταστημάτων κινητής τηλεφωνίας πριν 15 και βάλε χρόνια!
Στο δε “Bad Habit”, με την “gospel” εισαγωγή του αλλά και στο “Sweet Emotion”, κοινό και μπάντα έγιναν ένα τραγουδώντας και χτυπώντας παλαμάκια. Και κάπου εκεί πιάσαμε τον εαυτό μας να αρνείται ότι πέρασαν 11 χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε το “Listen”, ένα από τα πιο πετυχημένα άλμπουμ του 2014 στο είδος του.

Ο Luke φάνηκε να απολαμβάνει πολύ την πρώτη του συναυλία σε ελληνικό έδαφος. Ήδη από το πρώτο τραγούδι απολογήθηκε για τη μεγάλη αργοπορία να εμφανιστούν στη χώρα μας, αν και το lineup της μέρας άξιζε την αναμονή, όπως είπε. Ιδιαίτερα συναισθηματική στιγμή ήταν όταν παίχτηκε το “See Me Now”, ένα τραγούδι που έγραψε ο Luke για τον πατέρα του, που τον έχασε όταν ήταν 3 ετών. Το τραγούδι έμενε για πολύ καιρό εκτός setlist, λόγω του συναισθηματικού βάρους, και η Αθήνα ήταν μία από τις λίγες πόλεις που το απόλαυσαν. Την ίδια στιγμή που ο Luke έπαιζε το τραγούδι στο πιάνο, στο video wall είδαμε χαριτωμένες στιγμές του ίδιου και του πατέρα του λίγο πριν πεθάνει, καταγεγραμμένες με μία ερασιτεχνική κάμερα.
Το κλείσιμο ήρθε με το “Naive” από το 2006, έτσι, για να εδραιωθεί μια και καλή το μούδιασμα αλά «Μαμά, γερνάω».
Φυσικά, είχαμε έρθει να δούμε τους Green Day 21 χρόνια μετά το περιβόητο “American Idiot”, οπότε το μούδιασμα ήταν βέβαιο πως θα ερχόταν, αργά ή γρήγορα.
Βλέποντας μπροστά μας τους φουριόζους roadies να προετοιμάζουν το έδαφος για την επέλαση της τριάδας από το Rodeo της Καλιφόρνια, βλέπαμε με κάποια απορία 17χρονους ή 20χρονους, ντυμένους με eyeliner, μαύρη πουκαμισιά και κόκκινη γραβάτα, να αποδίδουν τιμή σε ένα άλμπουμ που όταν βγήκε δεν είχαν καν γεννηθεί. Φαντάζομαι, ανάλογη απορία θα είχαν και οι μεγαλύτεροι από μένα, που μεγάλωσαν με το “Dookie” στη δισκοθήκη τους και έβλεπαν άτομα ανάλογης ηλικίας να διαγκωνίζονται στο merch για ένα μπλουζάκι με το εξώφυλλό του.
Έμελλε να δούμε κατά πόσο το συγκρότημα θα αντιμετωπίζονταν από τους νεότερος ως ένα γουστόζικο… μουσειακό είδος ή αν ο σπόρος της μουσικής και των μηνυμάτων τους βρίσκει ενεργούς αποδέκτες ακόμα, σχεδόν 40 χρόνια μετά τη δημιουργία τους.
Στις 21:15 ξεκίνησε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «ψηστήρι». Υπό τους στίχους του “Bohemian Rhapsody” και έπειτα του “Blitzkrieg Bop”, που τους τραγουδούσαν ενθουσιασμένα 30.000 άνθρωποι, ένα μέλος του crew βγήκε στη σκηνή ντυμένο σαν… μεθυσμένος κούνελος, κάνοντας αστείες μούτες και ξεσηκώνοντας τον κόσμο. Κι εκεί που όλοι βρισκόμασταν σε έκσταση αλλά και σε τεράστια ανυπομονησία, ένα τεράστιο πανό με τη ματωμένη καρδιά-χειροβομβίδα που έντυσε τόσα εφηβικά δωμάτια υψώθηκε στη σκηνή. Αυτό ήταν, είχε έρθει επιτέλους η ώρα.
Billie Joe Armstrong, Tré Cool και Mike Dirnt πήραν θέσεις, πλαισιωμένοι από τους Kevin Preston (κιθάρα), Jason White (κιθάρα) και Jason Freese (πλήκτρα). “American Idiot” (με μια επίκαιρη αναφορά στην “MAGA ατζέντα” του Trump) και “Holiday” έσπειραν φρενίτιδα και ανέβασαν τους παλμούς χιλιάδων ανθρώπων στα ύψη. Και εκεί που λέγαμε «Δεν έχει άλλο», το ταμπούρο από την εισαγωγή του “Know Your Enemy” έδωσε το ρυθμό για μία ακόμα… κλωτσοπατινάδα. Κάπου στο τέλος του κομματιού το συγκρότημα ανέβασε στη σκηνή μία κοπέλα, που κάτι μας λέει ότι έζησε μία από τις πιο έντονες στιγμές της ζωής της.

Ο Billie Joe, φορώντας ένα πουκάμισο με το κλασικό motto της Vivienne Westwood “Only anarchists are pretty”, κοιτούσε με ένα δαιμονικό βλέμμα ικανοποίησης το κοινό ενώ αυτό αφήνιαζε. Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της βραδιάς μάς έκανε χώρο για sing along, και ένα “Come on, Greece!” αρκούσε για να σκίσουν χιλιάδες κραυγές τον αέρα. Και μετά, για να πέσει το (νοητό) emo δάκρυ κορόμηλο, η μπάντα μάς χάρισε το “Boulevard Of Broken Dreams”, σετάκι με το “Wake Me Up When September Ends”, που ακούστηκε πιο μετά.
Ο Tré έδινε πόνο στο ντραμς, κάνοντας τις χαρακτηριστικές σκαμπρόζικες γκριμάτσες του, ενώ ο Mike απολάμβανε το χάμο που έσπερνε με μία μόνο μπασογραμμή. Όλα αυτά πλαισιωμένα με session μουσικούς διακριτικούς αλλά απόλυτα δεμένους με το συγκρότημα και από μία πλούσια σκηνογραφία, που επιστράτευσε ένα τείχος από ενισχυτές, πολλά βεγγαλικά και συνεχείς εναλλαγές της κάμερες στις γιγαντοοθόνες.
Το setlist ήταν απόλυτα καλοζυγισμένο μεταξύ των υπερεπιτυχιών των ‘00s, του νέου άλμπουμ “Saviors” αλλά και κάποια… blasts from the past από τα “Nimrod”, "Insomniac”, “Warning” και —εννοείται— του “Dookie”. Από αυτά οπωσδήποτε ξεχώρισε το “Basket Case”. Και δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε γιατί. Φαντάζεστε τι έγινε στο pit. Όπως και στο “Hitchin’ A Ride”. Και στο “One Eyed Bastard”.
Τα highlights της βραδιάς πολλά: πρώτα-πρώτα το “21 Guns”, ακολουθούμενο από μία παρουσίαση της μπάντας υπό τους ήχους του “Minority”, με τον Billie Joe να σιγοντάρει στη φυσαρμόνικα. Έπειτα, το “Dilemma”, με αγόρια και κορίτσια να απαντούν καταφατικά στο ερώτημα του μπροστάρη των Green Day “Do you wanna be my girlfriend/boyfriend?” (κάπου εδώ να πούμε ότι ο Billie Joe είχε δηλώσει ότι αγκαλιάζει ανοιχτά την αμφισεξουαλική του ταυτότητα ήδη από τα «πέτρινα» για τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα χρόνια των ‘90s). Τέλος, το “Jesus Of Suburbia”, όπου οι Green Day «μετονομάστηκαν» σε… Greek Day λόγω ημέρας και ο Billie Joe ζώστηκε την ελληνική σημαία.

Για κλείσιμο, οι Αμερικανοί μάς ευχήθηκαν “I hope you had the time of your life”, σε μία συγκινητική εκτέλεση του “Good Riddance”, πριν αποχαιρετήσουν τη σκηνή, στην τελευταία τους εμφάνιση επί ευρωπαϊκού εδάφους για αυτήν την περιοδεία. Για καλό κατευόδιο, μάλιστα, ο Tré... γκρέμισε τα ντραμς του, με ύφος παιδιού που κάνει σκανταλιές.
Καθώς πήραμε το δρόμο για την έξοδο, με κλειστή φωνή και μπλούζα λουσμένη στον ιδρώτα, προσπαθούσαμε να χωνέψουμε όσα φαντασμαγορικά ζήσαμε από μία μπάντα με punk νεύρο αλλά επαγγελματισμό εφάμιλλο μεγάλων ονομάτων της pop. Και αν οι Green Day έχουν κατηγορηθεί επανειλημμένα από μουσικούς «φονταμενταλιστές» για εμπορευματοποίηση, αυτό διόλου δεν δείχνει να τους απασχολεί. Συμβιβασμένοι μπορεί, εμπορευματοποιημένοι ναι, μουσειακό είδος σίγουρα όχι. Το απέδειξαν τα χιλιάδες νέα παιδιά που σχημάτιζαν ουρές πολλών μέτρων στην έξοδο, σιγοτραγουδώντας ακόμα.

Οι φωτογραφίες ανήκουν στον Κωστή Κοτσώνη και στο mixgrill.gr.