PROMO 2

Γυμνά Καλώδια: «Είναι πολύ ωραίο μέσα στη σκοτεινιά, να ελπίζεις για κάτι πιο όμορφο»

Με αφορμή τη μεγάλη τους συναυλία στο Κύτταρο, στις 14 Δεκεμβρίου, βρέθηκα στο Μενίδι με το Χρήστο Καλογράνη, και μιλήσαμε για μουσική και «Γυμνά Καλώδια» χωρίς κανένα φόβο ηλεκτροπληξίας!

Διαβάστηκε φορες

Δεκέμβρης, δυτικά προάστια, Μενίδι (Αχαρνές).

Ο Δήμος Αχαρνών είναι ένας από τους αρχαιότερους δήμους της Αθήνας. Γνωστή είναι και η κωμωδία του Αριστοφάνη «Αχαρνείς» από το 425 π.Χ. Σήμερα αποτελεί για πολλούς ένα υποβαθμισμένο προάστιο κάπου στην άκρη της Δυτικής Αττικής. Δεν είναι, όμως, αλήθεια. Από τα παλιά χρόνια (τα ωραία) της δεκαετίας του ‘60 μέχρι και σήμερα έχει προσφέρει πολλές πινελιές στο μεγάλο χρωματιστό καμβά του πολιτισμού μας.

Κι αν άλλοι έχουν καταγραφεί ως «Πρίγκιπες της Δυτικής Όχθης», υπάρχει μια παρέα —γιατί πρώτα είναι παρέα—, μια μπάντα που γεννήθηκε, ανδρώθηκε και θέριεψε σε τούτα τα κακοτράχαλα στενά, κι από κει με φόρα, σαν το ποτάμι που περνάει από την περιοχή, τον Κηφισό, στην υπόλοιπη Ελλάδα, στην Κύπρο κι όπου αλλού κατοικεί το ροκ: Τα Γυμνά Καλώδια.

Με αφορμή τη μεγάλη τους συναυλία στο Κύτταρο, στις 14 Δεκεμβρίου, βρέθηκα στο Μενίδι με τον τραγουδιστής της μπάντας, Χρήστο Καλογράνη και μιλήσαμε για μουσική και... «Γυμνά Καλώδια» χωρίς κανένα κίνδυνο ηλεκτροπληξίας!


MixGrill: Φέτος κλείσατε 25 χρόνια ως ενεργή μπάντα. Από αυτά, τα 20 είστε στο δρόμο. Έχει αλλάξει ο τρόπος που βλέπετε τη μουσική σας;

Χρήστος Καλογράνης: Μέσα σ’ όλο αυτό το διάστημα, που είναι κι αρκετά μεγάλο, υπήρξαν αρκετές εναλλαγές στην προσέγγισή μας στη μουσική. Όταν ξεκινήσαμε, το κάναμε αποκλειστικά για εμάς. Θέλαμε να γράφουμε την μουσική μας, να τη βγάλουμε στον κόσμο. Δεν μας ενδιέφεραν οι ζωντανές εμφανίσεις. Η βασική μας σκέψη ήταν να κυκλοφορήσουμε ένα CD. Μέχρι εκεί!

Έπειτα, υπήρξαν περίοδοι που το κάναμε για τα live. Είχαμε νέες ιδέες, νέο υλικό και θέλαμε πολύ να μας ακούσει ο κόσμος. Γυρίζαμε παντού: Ελλάδα, Κύπρο, εξωτερικό. Νομίζω ότι τώρα η φάση, εδώ και μερικά χρόνια, έχει γυρίσει πάλι στο «το κάνουμε για εμάς». Μην ξεχνάς ότι είμαστε και μία μπάντα τώρα που δεν ερχόμαστε από την ένδοξη εποχή του ελληνικού ροκ. Ερχόμαστε από μία μετέπειτα εποχή, δεν ανήκουμε εμείς στη γενιά που είναι τα Μωρά στη Φωτιά, οι Τρύπες, τα Ξύλινα Σπαθιά, οι Magic De spell, οι Τσοπάνα Rave, όλοι αυτοί.


M.G: Έχετε κάνει ένα σωρό ζωντανές εμφανίσεις. Θέλω να μου πεις για εκείνο το πρώτο το επίσημο live... «στον Αέρα» στην Πετρούπολη.

Χ.Κ: Τί μου θύμισες τώρα. Αυτό, λοιπόν, το live το κάναμε γιατί μας ζήτησε ο Νίκος ο Σπυρόπουλος, ο παραγωγός του άλμπουμ, να το κάνουμε. Και μάλιστα υπήρχε και «παρασκήνιο», γιατί εμείς δεν θέλαμε να κάνουμε live.

M.G: Αλήθεια; Για πες.

Χ.Κ: Ο Νίκος λοιπόν μας έλεγε: «Ξέρετε κάτι; Έχετε μόλις βγάλει ένα CD. Πρέπει κάπως να το προωθήσετε αυτό το πράγμα. Να το μάθει ο κόσμος». Εμείς,  από την άλλη, λέγαμε ότι εμείς αυτό θέλαμε να κάνουμε. Να βγάλουμε ένα CD. Δεν θέλουμε να κάνουμε κάτι άλλο. Μπορεί σε πέντε χρόνια, σε 10, να βγάλουμε άλλο ένα CD. Δεν μας ενδιαφέρει να ασχοληθούμε με αυτό. Εξάλλου, και τότε, όπως και τώρα, όλοι μας κάνουμε κάνουμε άλλες δουλειές. Δεν είναι ότι ζούμε από αυτήν τη μουσική. 

Και επέμενε, κάθε φορά στο στούντιο, πρέπει να κάνετε live. Μας το έλεγε και το ξαναέλεγε. Το σκεφτόμαστε με το Θανάση (Μπουρίκα, ντράμερ), «Άντε να το κάνουμε, να δούμε πώς είναι». Δεν είχαμε κάνει live μέχρι τότε. Κάτι πάρτι σπίτι, ας πούμε, και στην αυλή με φίλους κάτι τέτοια. Ε, και παίρνουμε τηλέφωνο και λέμε: «Εντάξει, Νίκο, ας το κάνουμε». Και το κάναμε…

M.G: Και πως ήταν;

Χ.Κ: (Γελάει) Ήταν μία φιλότιμη προσπάθεια που κάνανε κάποια παιδιά να εκφραστούν.

M.G: Πριν συμβεί όμως αυτό, κάτι όμορφο είχε συμβεί στην “Essence” στο Μενίδι.

Χ.Κ: (Χαμογελάει) Η Essence ήτανε το ροκάδικο του Μενιδίου. Εκείνη την περίοδο ιδιοκτήτης ήταν ο Γιάννης ο Θεοδωρίδης. Εμείς τότε είχαμε φτιάξει ένα demo με τα «Θέλω», «Καληνύχτα», «Μια Πόλη Που Δεν Σ' Αγάπησε Ποτέ», «Φτερό Στον Άνεμο» και το «Ημερολόγιο Της Τελευταίας μου Αγάπης».

Το πάμε στο Essence, που εννοείται ότι έπαιζε ελληνικό ροκ, και λέω στο Γιάννη: «Έχω φτιάξει ένα τραγούδι. Άκουσέ το». Και το βάζουμε εκεί και το ακούει ο Γιάννης και μου λέει θα γίνει πασίγνωστο το τραγούδι. «Δεν υπάρχει περίπτωση» απαντώ εγώ (γελια). Αυτός επέμενε θα γίνει πασίγνωστο. Και τι κάνει ο τύπος; Βρίσκει μια άκρη με κάτι παιδιά που κάνανε μεταμεσονύχτια εκπομπή στο ραδιόφωνο του Ατλαντίς και τους δίνει το «Θέλω», και το παίξαν και το ξαναπαίξαν και το πήρε κι ο Δημήτρης Δημητράκας, που του άρεσε, και το έπαιζε κι αυτός από την εκπομπή του. Και επειδή η εγγραφή δεν ήταν και η καλύτερη δυνατή, έτσι μπήκαμε στο στούντιο για να γράψουμε το πρώτο μας άλμπουμ! Αφού το κάναμε, να το κάνουμε καλά!

M.G: Λοιπόν, καημό το είχα να σε ρωτήσω. Σε κάθε οικογένεια υπάρχει το μαύρο πρόβατο. Εσύ είσαι το ροκ πρόβατο μιας οικογένειας που έχει ιστορία στο λαϊκό μας τραγούδι; (θείος του είναι ο μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής Μιχάλης Μενιδιάτης).

Χ.Κ: (Γέλια) Κοίτα, εντάξει, η μουσική σίγουρα μπήκε μέσω των λαϊκών δρόμων στα αφτιά μου αλλά είχα και μία ξαδέρφη που με φρόντιζε μουσικά όταν ήμουνα μικρός. Δηλαδή μου έφερε το πρώτο βινύλιο των Jethro Tull. Μου έφερε, δεύτερο βινύλιο, Led Zeppelin. Προσπαθούσε να με με γαλουχήσει σε αυτό το πράγμα. Μου έφερε να ακούσω Σαββόπουλο. Και σίγουρα είμαι και λίγο διαφορετικός από το σόι μου. Και στο σχολείο είχα ροκ ακούσματα. Αυτό που έκανε ο θείος μου μουσικά το αγαπούσα πάρα πολύ γιατί ήταν και αυτός ένας άνθρωπος πολύ αγαπησιάρης και πολύ κοντά στην οικογένεια και πολύ κοντά σε μας και μ' αγαπούσε και μένα πάρα πολύ.

M.G: Η μπάντα, καθ΄όλη τη πορεία της, έπαιρνε σαφή πολιτική και κοινωνική θέση στα εκάστοτε προβλήματα ή θέματα της εποχής. Οφείλει η ροκ μουσική σκηνή να λειτουργεί έτσι;

Χ.Κ: Νομίζω ναι. Πρέπει να παίρνεις θέση. Δηλαδή η μουσική, η ροκ μουσική είναι από μόνη της, η μουσική του ανθρώπου που θέλει να εξεγερθεί ή έχει εξεγερθεί μέσα του. Δεν μπορείς να είσαι ήσυχος παίζοντας ροκ. Έχεις πάρει θέση ήδη προ πολλού κάνοντας αυτό το πράγμα. Δηλαδή στο σχολείο θα συμμετείχες στην κατάληψη. Θα έπαιρνες την κιθάρα σου να πας εκεί να παίξεις.

M.G: Παρόλο που άλλοι ονομάστηκαν «Πρίγκιπες της Δυτικής Όχθης», όλα τα μέλη είστε γέννημα θρέμμα των Αχαρνών. Μια περιοχή δύσκολη και υποβαθμισμένη. Πόσο την κουβαλάτε στη μουσική σας;

Χ.Κ: Νομίζω την κουβαλάμε πάρα πολύ. Όπως ανέφερες, δύσκολη και υποβαθμισμένη. Νομίζω ότι η περιοχή σου δίνει το χρώμα και αυτό το χρώμα βγαίνει στη μουσική. Όταν ήμασταν σχολείο, τέλη του '90, μαζί με την Πένυ τη Ραμαντάνη που ήμασταν παρέα στο σχολείο, κάναμε κοπάνα και πηγαίναμε σε ένα στούντιο και χανόμασταν μέρες και ώρες γράφοντας τραγούδια. Στο ίδιο στούντιο όπου κάποτε τα Διάφανα Κρίνα ηχογραφούσαν τους πρώτους δίσκους. Οπότε αυτή η περιοχή σίγουρα έχει παίξει πάρα πάρα πολύ το ρόλο της σε όλο αυτό που κάνουμε. Και είναι πολύ ωραίο μέσα στη σκοτεινιά να ελπίζεις για κάτι πιο όμορφο.

M.G: Είστε από τις πρώτες μπάντες στην Ελλάδα που πριν ακόμα καταρρεύσουν οι δισκογραφικές εταιρείες, είχατε αποφασίσει και μοιράσει απευθείας δωρεάν τη μουσική σας. Πόσο δικαιώνεστε με αυτή την κίνηση;

Χ.Κ: Αυτό ήτανε προφητικό. Ήταν ιδέα του Νταβέλου. Ο Παναγιώτης Νταβέλος ήταν παραγωγός της μπάντας από το 2006 μέχρι περίπου το 2009. Αναλογικά όχι πολύ μεγάλο διάστημα αλλά αυτό που μας έδωσε ήταν τόσο πολύ και ήταν τόσο έξυπνος άνθρωπος, που νομίζω όλα αυτά που συνέβησαν με τις δισκογραφικές τα είχε προβλέψει. Και εμάς μας εδραίωσε αυτό το πράγμα, αν θέλεις, λιγάκι στο χώρο. 

Εκείνη την εποχή ψάχναμε για δισκογραφική, είχαμε πάει μάλιστα σε κάνα δυο δισκογραφικές. Μας είχανε κλείσει την πόρτα, όπως γίνεται συνήθως. Και μάλιστα με πάρα πολύ άσχημο τρόπο, όπως κάνουνε και σε όλους δηλαδή. Τότε ήτανε η εποχή του My Space, του φτιάχνω ένα site και δίνω τη μουσική δωρεάν. Το είχανε κάνει αυτό κάποιοι. Οπότε λέει ο Τάκης (Νταβέλος) «Πάμε και εμείς. Θα δώσουμε όλα τα τραγούδια δωρεάν». Και αυτό μας βοήθησε πολύ. Δηλαδή φτάσαμε σε αφτιά που δεν θα φτάναμε. Και κάναμε και κάτι άλλο, με ιδέα του Τάκη πάλι. Όταν βγάλαμε το τρίτο μας CD με το «Δάκρυ Στο Χώμα» και τη συνεργασία με τον Μάνο Ξυδού και την Τάνια Κικίδη, κόψαμε 10.000 κομμάτια του τρίτου CD και τα αφήναμε δωρεάν διάθεση στις συναυλίες.

M.G: Καρυωτάκης, Λαπαθιώτης, Βάρναλης και άλλοι. Είναι αποκούμπι ή έμπνευση η ελληνική ποίηση;

Χ.Κ: Είναι και τα δύο. Είναι και φωλιά και έμπνευση. Είναι η κληρονομιά μας. Αισθάνεσαι ότι είναι δικό σου πράγμα. Προφανώς επειδή διαβάζουμε από μικροί, το αισθάνεσαι μέρος του εαυτού σου αυτό το πράγμα. Είναι και αποκούμπι. Αλλά σίγουρα είναι και έμπνευση. Δηλαδή βλέπεις ότι είναι διαχρονικό, δεν τελειώνει ποτέ και πουθενά και ανήκει σε όλο τον κόσμο. Είναι τεράστιο πράγμα ο λόγος των ποιητών.

M.G: Ποιο είναι το μεγαλύτερο λάθος στη ζωή, στην καριέρα σας;

Χ.Κ: (Σκέφτεται) Το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε κάθε φορά είναι ότι αφήνουμε μερικούς ανθρώπους να μας πείσουν να μην πιστεύουμε σε μας. Αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος. Δίναμε πάρα πολύ σημασία σε γνώμες άλλων στο παρελθόν. Αυτό μας έφερνε καμιά φορά λίγο πίσω. Είναι τέτοια η πορεία μας, συμμαζεμένη, μοναχική και δημιουργική που συνεχίζουμε να το βλέπουμε αυτό το πράγμα σαν σαν ψυχοθεραπεία. Συνεχίζουμε να βλέπουμε από αυτό μόνο το καλό.

M.G: Μία ερώτηση που θα ήθελες να απαντήσεις και που ποτέ δεν έγινε;

Χ.Κ: Αλήθεια, τώρα που το λές, δεν με έχουν ρωτήσει ποτέ γιατί το κάνω αυτό.

M.G: Οπότε, όπως κατάλαβες, μου δίνεται η ευκαιρία να σε ρωτήσω. Γιατί το κάνετε αυτό;

Χ.Κ: Το κάνουμε αυτό για να μην πεθάνουμε. Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που το κάνουμε. Αν δεν το κάνεις, θα πεθάνεις και μέσα και έξω σου. Γι' αυτό λέω πάντα ότι είναι ψυχοθεραπεία. Γιατί παίζεις μουσική; Γιατί αν φανταστώ τον εαυτό μου να μην το κάνω, μια βδομάδα να μην κάνω πρόβα ή για κάποιο διάστημα να μην έχουμε live, θα πεθάνω, κυριολεκτικά θα λιώσω μέσα μου. Είναι περίεργο πως ο εγκέφαλος λειτουργεί γύρω από την μουσική!

M.G: Κράτησα για το τέλος μια ειδικού βάρους ερώτηση. (του την πασάρω χρωματιστή χειρόγραφη) «Θέλω» να μου πείς λίγο για την εμφάνισή σας στο Κύτταρο στις 14 Δεκεμβρίου, μια που έρχονται «Άγιες Μέρες» και κυλάει ο «Χρόνος Σαν Άμμος”, έχετε “Ατίθασα Όνειρα Κι Ελπίδες”; (οι φίλοι του συγκροτήματος θα καταλάβουν)

Χ.Κ: Το περιμένουμε πως και πως. Κάθε χειμώνα θέλουμε να έχουμε μια «συνάντηση» με τους φίλους μας. Να υπάρχει χρόνος να πούμε τραγούδια από όλη την δημιουργική πορεία μας, Το Κύτταρο, εντωμεταξύ δεν είναι απλά ένας χώρος. Είναι ένα ιστορικό μέρος. Η σκηνή του σε δένει με το παρελθόν, Αυτό είναι μια ευθύνη που, εφόσον την αποδεχθείς, πρέπει να φανείς αντάξιος. Τα πάντα πρέπει να γίνουν τέλεια και στο τέλος όλοι να περάσουν καλά. 

Σου είπα και πριν, το περιμένουμε πως και πως. Έχουμε μεγάλη χαρά και προσμονή. Καλούμε τους φίλους μας. Γιατί όσοι βρεθούν εκείνη την μέρα είναι φίλοι μας, Οι στίχοι και η μουσική μας, βρίσκει σ΄αυτούς ένα καταφύγιο, όπως σε εμάς. Ξέρεις, ένα τραγούδι όταν το «παραδώσεις», πια δε σου ανήκει, ανήκει σε όλους και... ταξιδεύει. Κι όπου βρεθεί και σταθεί. Κι όποιοι το τραγουδήσουν ή το αγαπήσουν έχουν κάτι κοινό με μας. Κι αυτό είναι η «συνάντηση» στο Κύτταρο. Θα βρεθούμε κι αντί για κουβέντες, θα ανταλλάξουμε τραγούδια.

M.G: Περιμένω ανυπόμονα.

Λόγω εορταστικών ημερών και κλίματος, το παρακάτω video:

Τα Γυμνά Καλώδια αποτελούνται από τους:

Χρήστο Καλογράνη (φωνή, κιθάρα)

Θανάση Μπουρίκα (τύμπανα),

Κωνσταντίνο Γεροδήμο (μπάσο).


Συμμετέχει στο πιάνο η Νάγια Γρανά.


Κυριακή 14 Δεκεμβρίου

Κύτταρο Live Club, Αχαρνών και Ηπείρου, Αθήνα

Πόρτες: 20:30

Είσοδος: 12€ (προπώληση: more.com)


Οι Φωτογραφίες της μπάντας είναι του Ηλία Μωραϊτη και του Χρήστου Καλογράνη είναι του Κωνσταντίνου Ρουμελιώτη.