to spiti tis mpernarnta alba (2)

«Το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα»: Η ομάδα Mariposa αναβιώνει τον Λόρκα με πάθος και ευαισθησία

Στον πολυχώρο Εργοτάξιον.

Διαβάστηκε φορες

Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Το Σπίτι Της Μπερνάντα Άλμπα» στον Τεχνοχώρο Εργοτάξιον, σε σκηνοθεσία της Έφη Μεράβογλου. Πρόκειται για ένα έργο του Ισπανού συγγραφέα Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Είναι το τελευταίο έργο που έγραψε το 1936. Η γραφή και δημοσίευση του συγκεκριμένου έργου προμήνυε την επιβολή του φασιστικού καθεστώτος του Φράνκο στην Ισπανία και γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί παραλληλίζουν το αυταρχικό καθεστώς που επέβαλε η Μπερνάντα Άλμπα στο σπίτι και τις κόρες της με το φασιστικό καθεστώς του στρατιωτικού και πολιτικού Φρανθίσκο Φράνκο Μπααμόντε.

Η υπόθεση του έργου είναι η εξής: η Μπερνάντα Άλμπα (Μυγδαλιά Ανδρέου), όταν χάνει και το δεύτερο σύζυγό της, αναγκάζει τις κόρες της (Μαρία Δώρα Λέων, Χριστίνα Μούζη, Σωτηρία Χρυσικοπούλου, Αναστασία Ραβάνη, Παναγιώτα Χαϊδεμένου) να πενθήσουν για οχτώ χρόνια κι εκείνες. Στο σπίτι ζουν επίσης η μητέρα της Μπερνάντα, Μαρία Χοσέφα (Σόνια Πούλη), μία οικονόμος, η Πόνθια (Σοφία Πασπαλιάρη), και μία δούλα (Αριστέα Ανύση).

Οι κόρες, που ποτέ γενικότερα δεν είχαν επαφές με το αντίθετο φύλο, υπακούουν, ωστόσο όχι για πολύ, καθώς ένας άνδρας γίνεται η αφορμή και το μήλον της έριδος για τις τρεις αδερφές από τις πέντε. Για τη μεγαλύτερη είναι ο αρραβωνιαστικός της, για τη μικρότερη η φαντασίωσή της και για την τρίτη γίνεται ο εραστής της. Αυτό φέρνει αναστάτωση σε όσες έχει γίνει αντιληπτό και η Μπερνάντα Άλμπα προσπαθεί να το κρύψει κάτω από το χαλί, προκειμένου να μη μαθευτεί από την αρραβωνιαστικιά του, και κόρη της, αλλά και από την ίδια την κοινωνία.

Η συγκεκριμένη παράσταση αξίζει να αναφέρουμε πως συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία για έβδομη χρονιά από τη θεατρική ομάδα Mariposa. Κύρια θέματα που διαπραγματεύεται είναι: η αυταρχικότητα της μητέρας προς τις κόρες της, η κοινωνική απομόνωση που ρέει από την υψηλή κοινωνική τάξη και ο αντίκτυπος του κοινωνικού κύκλου στα ήθη και έθιμα της εποχής, ο έρωτας και οι καταστροφικές του προεκτάσεις (απιστία, ζήλεια, αλαζονεία). Μέσα από την παρακολούθηση της συγκεκριμένης παράστασης εντοπίζουμε και έθιμα της εποχής εκείνης στην Ισπανία, όπως είναι: η προικοθηρία, η παραπομπή των γυναικών αν ξεστρατίζανε από τον «δρόμο της αρετής», σε αντιδιαστολή με την ανάλογη αντιμετώπιση που είχανε οι άνδρες —κι εδώ διαφαίνεται καθαρά η θέση που είχαν οι γυναίκες μέσα στην κοινωνία και στην οικογένεια αλλά και η απαξίωση του συστήματος και μιας ολόκληρης κοινωνίας ως προς το ρόλο τους. 

Κάποιες από τις φράσεις που ακούσαμε και αξίζει να θυμηθούμε είναι: «Θα του μιλάς όταν σου μιλάει και θα τον κοιτάς όταν σε κοιτάει» και «Εδώ μέσα δεν θα γίνει τίποτα. Κι ακόμα κι αν γίνει, μέσα στους τέσσερις τοίχους θα μείνει». Ένα τυχαίο περιστατικό που είδαμε να διαπραγματεύεται στην παράσταση, και δείχνει την κατακραυγή του κόσμου, είναι το ότι μια κοπέλα από τη γειτονιά της Μπερνάντα έμεινε έγκυος και φοβούμενη θανάτωσε και έκρυψε το ίδιο της το παιδί. Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι πως στο έργο δεν υπάρχει κανένας ανδρικός ρόλος.

Μέσα από την παρακολούθηση της συγκεκριμένης παράστασης καταλαβαίνουμε και τις απόψεις και αξίες του ίδιου του Λόρκα, που αν και εκπρόσωπος της ανώτερης κοινωνικής τάξης, δυσανασχετεί με την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα της εποχής του. Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα στην πραγματικότητα συμβολίζει μια ολόκληρη κοινωνία και ο τρόπος συμπεριφοράς της απέναντι στις κόρες της δείχνει το πολιτικό σύστημα της εποχής στην Ισπανία. Απ’ αυτά τα θέματα που απασχολούν το έργο καταλαβαίνουμε πως και ο ίδιος ο Γκαρθία Λόρκα είναι ευαισθητοποιημένος και σκεπτικός τουλάχιστον απέναντι στις απόψεις και στάσεις της εποχής του. Ταλανιζόμενος και απογοητευμένος, γράφει το έργο και μέσα από αυτό καταδεικνύει στα μαύρα σημεία της εποχής.

Μέσα σε έναν εσώκλειστο χώρο με ένα τούλι (σκηνογράφος: Ευγένιος Αρβανιτάκης) που άνετα συμβολίζει μια φυλακή, βλέπουμε να διαδραματίζεται η όλη ιστορία. Το σκηνικό θυμίζει πραγματικά ένα σπίτι βγαλμένο από άλλη εποχή με αντίκες, παλιά ξύλινα αλλά ακριβά αντικείμενα. Οι σκηνές που διαδραματίζονται γίνονται με μεγάλη αληθοφάνεια. Χαρακτηριστικές είναι: το λούσιμο μαλλιών μέσα σε σκάφη και η πιο τρομακτική η σκηνή της αυτοκτονίας. Στην εξέλιξη αλλά και στη μεταφορά συναισθημάτων και του τρόπου ζωής της οικογένειας της Μπερνάντα Άλμπα βοηθάει φυσικά και η ανάλογη ενδυμασία των πρωταγωνιστριών, που έχει επιμεληθεί η ίδια η ομάδα. 

Οι ερμηνεύτριες του έργου αξίζει να σημειωθεί πως παίζουν τους ρόλους τους με μεγάλη πειστικότητα στο ύφος και στη συμπεριφορά, σε τέτοιον βαθμό που το κοινό το ζει, συγκινείται, θυμώνει, μένει άναυδο. Οι ηθοποιοί κατάφεραν και μας μετέφεραν τα ψυχικά αδιέξοδα, τα πάθη και τις μύχιες σκέψεις των ηρωίδων τους, κάνοντάς μας να ακούσουμε και να σκύψουμε από πάνω τους χωρίς να μπορούμε να τις κατακρίνουμε. Μία έντονη αντίθεση: το σκηνικό, σε αντιδιαστολή με τις ηρωίδες του, μυρίζει ναφθαλίνη, κατήφεια. Έχουμε την αίσθηση πως, αν και αδερφές, τίποτα δεν συνδέει τη μία με την άλλη παρά μονάχα η αυταρχική ζωή και στο τέλος η τραγική κατάληξη μιας εκ των πρωταγωνιστριών.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα από τα πιο διάσημα έργα του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα που όλοι αξίζει να δούμε για τα νοήματα που περνάει τόσο ως προς την κοινωνία όσο και ως προς τη ανθρώπινη ψυχή.

Διαβάστε ακόμα